Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1334 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Συναυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.




Περίληψη:
Νόθευση εγγράφου από κοινού με χρήση. Ψευδορκία μάρτυρος κατ' εξακολούθηση και ηθική αυτουργία σε αυτή. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1334/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. X1 και 2. X2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Στυλιανό Καλογερά και Στέφανο Παύλου, περί αναιρέσεως της 1495/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Δεκεμβρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 40/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή να συντελέσει με την ενέργειά του στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και επιπροσθέτως, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάρτιση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. H χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιείται το έγγραφο, αμέσως ή εμμέσως. Ως χρήση πλαστού εγγράφου νοείται κάθε ενέργεια που καθιστά τούτο προσιτό στο πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει να παραπλανήσει ο χρήστης, με την παροχή σε αυτόν της δυνατότητας να λάβει γνώση του περιεχομένου του.
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει επίσης ότι για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών.
Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές, με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση και με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), με πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση και αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκαν οι εκπροσωπηθέντες δια συνηγόρου αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της νοθεύσεως εγγράφου με χρήση, από κοινού και ψευδορκίας μάρτυρα κατ'εξακολούθηση ο δεύτερος και ηθικής αυτουργίας στην άνω ψευδορκία ο πρώτος, σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών ο καθένας, μετατραπείσα προς 5 ευρώ την ημέρα.
Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από τα επισκοπούμενα πρακτικά συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται τα παρακάτω : "Επειδή, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής:
Οι κατηγορούμενοι στη ..., στις 23-4-2001, νόθευσαν έγγραφο από κοινού στο οποίο αναγραφόταν "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΔΡΧ 1.000.000 Ο Λαβών (υπογραφή) Ψ", προσθέτοντας προ της υπογραφής του λαβόντος το κείμενο "Ο πιο κάτω υπογράφων Ψ έλαβα από τον κ. ... (επώνυμο Χ1-Χ2) το ποσό του (1.000.000) ενός εκατομμυρίου δρχ. για ολοσχερή εξόφληση λ/σμού". Το έγγραφο δε αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 με προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο X1 την απόφαση να το χρησιμοποιήσει, προσκομίζοντας το στο Δικαστήριο, κατά την εξέταση μαρτύρων, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 852/98 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, μετά την από 7-7-1997 αγωγή του (εγκαλούντος) Ψ κατά του Χ2, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με αυτή να του καταβάλει το ποσό των 18.300.000 δραχμών νομιμοτόκως, το οποίο του είχε δανείσει το Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1995. Οι κατηγορούμενοι, προέβησαν στις ανωτέρω πράξεις με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστή, ότι ουδεμία οφειλή υφίσταται και ότι το οφειλόμενο ποσό έχει εξοφληθεί, έτσι ώστε να απορριφθεί η εναντίον του πρώτου αγωγή, ενώ στην πραγματικότητα, η ένδικη απαίτηση δεν ικανοποιήθηκε, αλλά καταβλήθηκε στο Ψ, έναντι του ποσού των 18.300.000 δραχμών, μόνο το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Περαιτέρω ο β' κατηγορούμενος X1 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενόρκως, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, με την υπ' αριθμ. 852/98 προδικαστική απόφαση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς την 2/4/02, 27/5/02, 25/11/02, 27/1/03 ότι: "Από τον κ. Ψ λάβαμε το ποσό των εννέα εκατομμυρίων δραχμών δίνοντας του επιταγές. Ειδικότερα, το ποσό που δανειστήκαμε ήταν αποτέλεσμα των επιταγών που δώσαμε, αφού πρώτα αφαιρούσε από το ποσό που αναγραφόταν στις επιταγές ως τόκο 7% το μήνα μέχρι την ημερομηνία εμφάνισης των εκάστοτε επιταγών. Ποτέ δεν εισέπραξα σε μετρητά από τον κ. Ψ το ποσό των 10.500.000 δρχ. Η προσκομιζόμενη απόδειξη που φέρεται ως δανεισμός του Χ2 από τον κ. Ψ των 10.500.000 δρχ., συμπεριλαμβάνει στο ποσό αυτό, όλα τα ποσά των επιταγών που είχαμε δώσει ήδη, τόκων και πλέον μετρητών. Την απόδειξη αυτή την έφερε γραμμένη στο γραφείο του εργοστασίου και την υπέγραψε ο αδελφός μου, με μοναδικό σκοπό όλα τα παραπάνω ποσά τα οποία έλαβε να μη φαίνονται ως σπάσιμο επιταγών, αλλά απλά ως δανεισμός. Δέκα εκατομμύρια δώσαμε στον κ. Ψ σε επιταγές οι οποίες εμφανίσθηκαν και πληρώθηκαν καθώς και σε μετρητά. Για να ματαιωθεί η συγκεκριμένη αίτηση προχωρήσαμε στη συμφωνία: εγώ του έδωσα 1.000.000 μετρητά και μου έδωσε τη συγκεκριμένη απόδειξη του 1.000.000 για ολοσχερή εξόφληση, με την προϋπόθεση την επόμενη ημέρα, λίγο πριν τη συζήτηση της αίτησης πτώχευσης, να του έδινα δύο ακόμη επιταγές ποσού εκάστης 1.000.000 δρχ. και αυτός θα προχωρούσε σε ματαίωση της αίτησης πτώχευσης, κλείνοντας το μεταξύ μας θέμα, πράγμα το οποίο στη συνέχεια έγινε. Και οι δύο αυτές επιταγές, στη συνέχεια, πληρώθηκαν στην πληρώτρια Τράπεζα και λαμβάνοντας τα ποσά ο κ. Ψ εξοφλήθηκε ολοσχερώς ο μεταξύ μας λογαριασμός. Καμία όχληση δεν είχα στη συνέχεια από τον κ. Ψ, μέχρι την ημέρα της πρώτης διεξαγωγής. Το ποσό των 9.000.000 δρχ. το έλαβε ο αδελφός μου σε δόσεις, είτε μέσω των ανιψιών μας που εργάζονται στην επιχείρηση, είτε μέσω αυτού. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς δόθηκαν οι δόσεις. Στην απόδειξη που φαίνεται ότι δανείζεται ο αδελφός μου το ποσό των 10.500.000 δρχ. δεν αναφέρεται ότι, σ' αυτό το ποσό περιλαμβάνονται μέσα όλα τα ποσά των επιταγών που είχαμε δώσει ήδη τόκοι και επιπλέον μετρητά. Τούτο διότι την απόδειξη την συνέταξε ο ίδιος ο ενάγων και την έφερε γραμμένη στο εργοστάσιο κάποιο απόγευμα και την υπέγραψε ο αδελφός μου, αφού τον πρότεινε ο Ψ να μην αναφέρουν τίποτα για να μην έχει πρόβλημα και να μη φαίνεται ως σπάσιμο επιταγών, ουσιαστικά δήθεν ότι δανείζεται. Τις επιταγές που είχε ο Ψ στα χέρια του δεν τις ζήτησε πίσω ο αδελφός μου, διότι κάποιες απ' αυτές δεν είχαν λήξει και δεν ήμουν εγώ εκεί που γνώριζα όλη τη διαδικασία και ο αδελφός μου δεν ήθελε να χαλάσει το χατήρι στον Ψ, ο οποίος μας βοηθούσε μέχρι τότε, με ανάλογο βέβαια κέρδος. Ο Ψ έκανε αίτηση πτώχευσης σε βάρος του αδελφού μου, γιατί λόγω του ότι δεν σφράγισε καμία επιταγή, ώστε να μπορεί να κυνηγήσει τόσο τον κ. ... (επώνυμο Χ1-Χ2) όσο και τους πελάτες που εξέδωσαν τις επιταγές. Απ' όσα προαναφέρω, το ποσό που έλαβε ο Ψ είναι γύρω στα 7.000.000 επιταγές και μετρητά. Η απόδειξη αυτή, υπογράφηκε από τον Ψ μέσα στο μαγαζί τους, οδός ..., την 18 ή 19/2/01, δηλαδή μία ή δύο μέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης πτώχευσης, που μου είπε ότι, θα ματαίωνε την αίτηση της πτώχευσης, λόγω εξόφλησης. Έτσι και έγινε την 20-2-01, πλην όμως εκείνη τη μέρα, μου ζήτησε κι άλλα λεφτά για να τελειώνει ή υπόθεση και του έδωσα τις δύο επιταγές". Τα παραπάνω γεγονότα εν γνώσει του ψευδώς κατέθεσε ο 2ος κατηγορούμενος, ενώ στη πραγματικότητα, ο Ψ είχε δανείσει στον Χ2, συνολικά το ποσό των 18.300.000 δρχ. και ο Χ2, του μεταβίβασε τις υπ'αριθμ. Α) ..., β) ..., γ) ... και δ) ... επιταγές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, ενώ στη συνέχεια, μετά την άσκηση της παραπάνω αναφερόμενης αγωγής του Ψ κατά του Χ2 και μετά την αίτηση πτώχευσης του πρώτου κατά του δεύτερου, αποδόθηκε στον εγκαλούντα, έναντι του οφειλόμενου ποσού, το ποσό των 5.000.000 δρχ. Επίσης ο α' κατηγορούμενος Χ2, κατά στους ίδιους ως άνω αναφερόμενους χρόνους, με πρόθεση προκάλεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας που αυτός διέπραξε, ήτοι να καταθέσει τα προαναφερόμενα στη ψευδή γεγονότα, που αυτός κατέθεσε. Τα παραπάνω προκύπτουν από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεσή του εγκαλούντος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 2, 224 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις, αναφέρονται στην αιτιολογία με σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρας, πρακτικά, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ2, όντας εναγόμενος σε αγωγή χρέους του μηνυτή Ψ, για να πείσει τον φυσικό αυτουργό αδελφό του X1 να διαπράξει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και εκτίθεται στο αιτιολογικό, ότι ο εν λόγω αναιρεσείων, ενεργώντας με πρόθεση, με προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσε την απόφαση σε αυτόν, α) να χρησιμοποιήσει τη νοθευμένη από κοινού από αυτούς τους ιδίους έγγραφη απόδειξη, περί δήθεν ολικής εξοφλήσεως του λογαριασμού του εναγομένου στο Δικαστήριο, κατά την εξέταση μαρτύρων στον εισηγητή δικαστή και β) να καταθέσει σχετικά με το χρέος και τη νοθευμένη απόδειξη ψέματα ότι έχει εξοφληθεί ολοσχερώς, εν γνώσει αυτών, και των δύο, ότι τα κατατεθέντα ήταν ψευδή γεγονότα, αναλύοντας δηλαδή και το σκοπό που επεδίωκε και ο ίδιος ο άνω αναιρεσείων ηθικός αυτουργός με τη διάπραξη, από τον άνω αναιρεσείοντα φυσικό αυτουργό αδελφό του, της εν λόγω χρήσεως του νοθευμένου εγγράφου και της ψευδορκίας μάρτυρος, αναφέρεται δε ακόμη ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως των άνω πράξεων και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι τελικά δεν παραπλανήθηκε το Δικαστήριο από την παραπάνω ψευδή κατάθεση και τη χρησιμοποιηθείσα νοθευμένη έγγραφη απόδειξη. Επίσης η άνω ψευδορκία ορθά έγινε δεκτό ότι τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση από τον αναιρεσείοντα X1, ενώπιον αρμοδίας προς ένορκη εξέταση αρχής, που είναι και ο εισηγητής δικαστής, που είχε ορισθεί με προδικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου, αφού δόθηκε σε τέσσερις διακεκριμένες συνεδριάσεις, μετά διακοπές βέβαια μίας και της αυτής καταθέσεώς του, γιαυτό και δεν ήταν αναγκαίο να παρατίθενται χωριστά και τα κατατεθέντα ψευδή περιστατικά για κάθε συνεδρίαση. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου με εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις με αριθμ. εκθ. 43/29-12-2008 και 44/29-12-2008 αιτήσεις των X1 και Χ2 για αναίρεση της με αριθμ. 1495/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή