Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1826 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Ηλεκτροπληξία από ηλεκτρικό σίδερο. ’ρθρο 302 παρ. 11528 ΠΚ. Έννοια. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1826/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Σ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πάπαρη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1225/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 109/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του Π Κ, "Όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ιδίου Κωδικός, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται1: α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού} βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιούται στην μη καταβολή της προσηκούσης, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) εκ της οποίας επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, δια την θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος δεν αρκεί η ύπαρξη κάποιας γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε και απλής ηθικής προς τούτο υποχρεώσεως, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστη αμέσως επενεργουσών, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρος, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου προς ενέργεια , γ) από ειδική σχέση, δυναμένη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός ανεδείχθη εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση και, στην περίπτωση που πηγάζει από ειδική, επιτακτικού χαρακτήρος, ουσιαστική διάταξη, πρέπει να προσδιορίζεται ο επιτακτικός αυτός κανόνας δικαίου. Περαιτέρω, στο άρθρο 7 παρ.1,3,8 του ν. 2251/1994 "περί Προστασίας καταναλωτών ορίζεται ότι οι προμηθευτές υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνον ασφαλή προϊόντα, οι δε διανομείς , στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους, υποχρεούνται να συμβάλλουν στην τήρηση των απαιτήσεων για τη διάθεση ασφαλών προϊόντων, καταβάλλοντος κάθε επιμέλεια, ιδίως παραλείποντας να προμηθεύουν προϊόντα, για τα οποία γνωρίζουν ή όφειλαν να γνωρίζουν, από τις πληροφορίες που διαθέτουν και την επαγγελματική τους πείρα, ότι δεν ανταποκρίνονται προς τις απαιτήσεις αυτές.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1225/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο τα εξής: "Επειδή, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του ως εισαγωγέας δεν έδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει στις συναλλαγές του όπως κάθε μέτρια συνετός άνθρωπος, λαμβανομένων υπόψει των προσωπικών του ικανοτήτων, των γνώσεων και της ειδίκευσης του επί εικοσαετία στις εισαγωγές προϊόντων, για να προβλέψει το ως άνω αποτέλεσμα και να το αποφύγει. Ειδικότερα ενόψει του ότι α) παρήγγειλε την παραπάνω ποσότητα των 3.000 σίδερων τύπου ΟΙΚ. 2038 μόνο για να τα εισάγει ο ίδιος στην Ελλάδα και γνώριζε ότι θα κατασκευαστούν αποκλειστικά για να εισαχθούν στην Ελλάδα και β) του ότι λόγω του επαγγέλματος του και της μη αμφισβητηθείσας γνώσης του τα προϊόντα που εισάγει πρέπει να είναι ασφαλή για τον καταναλωτή και γ) ότι γι αυτό ευθύνεται αντικειμενικά ο ίδιος ως εισαγωγέας προϊόντων από χώρα εκτός ΕΚ, όφειλε, ως συνετός έμπορος-εισαγωγέας προϊόντων από τρίτες χώρες εκτός ΕΚ, να προβεί ο ίδιος, σε έλεγχο της καταλληλότητας αυτών ζητώντας τις κατάλληλες πιστοποιήσεις και ελέγχοντας την αυθεντικότητα αυτών και να μην αρκεσθεί στα σήματα που είχε επιθέσει επί των προϊόντων η κατασκευάστρια και η εξαγωγική εταιρία. Αυτός από έλλειψη της προσοχής που μπορούσε κατά τις ανωτέρω περιστάσεις και όφειλε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε τον θάνατο του χρήστη του ηλεκτρικού σίδερου ατμού που εισήγαγε από τον Κίνα εξαιτίας κατασκευαστικού ελαττώματος καθόσον πρόκειται για ηλεκτρικές συσκευές και κάθε ελάττωμα κατασκευής τους επιφέρει διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος, που οδηγεί σε σωματική βλάβη ή στο θάνατο του χρήστη. Ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι δεν ήλεγξε, όπως ισχυρίσθηκε, στην ηλεκτρονική διεύθυνση της εταιρίας TUV Rheinland Shangai χώρα πιστοποίηση της καταλληλότητας του συγκεκριμένου προϊόντος επί του οποίου είχε τεθεί το σήμα CΕ προσκόμισε σχετική έκθεση του φορέα αυτού περί της καταλληλότητας του συγκεκριμένου προϊόντος κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας. Δεν προέβη σε έλεγχο της αυθεντικότητας του σήματος ΟΕ ενόψει του ότι το συγκεκριμένο προϊόν κατασκευάσθηκε ειδικά για να εισαχθεί στην Ελλάδα και δεν ήταν απλώς ελαττωματικό αλλά δεν είχε κατασκευαστεί ούτε σύμφωνα με τις διατάξεις των οδηγιών της ΕΚ. Ο έλεγχος των ανωτέρω από τον επιμελώς φερόμενο εισαγωγέα γίνεται με τον έλεγχο των εγγράφων του παραγωγού βάσει των οποίων αυτός έχει την άδεια να θέτει το σήμα CΕ επί των προϊόντων του. Αμελώς συμπεριφερόμενος διέθεσε στο αγοραστικό κοινό τα εισαχθέντα ηλεκτρικά σίδερα ατμού, αρκούμενος στην απλή θεώρηση της ύπαρξης των πιστοποιήσεων που είχε επικολληθεί σε κάθε σίδερο με αυτοκόλλητη ετικέτα χωρίς κανένα περαιτέρω έλεγχο. Η ως άνω εκτεθείσα αμελής συμπεριφορά .του κατηγορουμένου συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του θανάτου της Χ. Τ. από ηλεκτροπληξία ως μόνης ενεργού αιτίας, που οφείλονταν στην έλλειψη ύπαρξης γείωσης και μόνωσης της συσκευής λόγω κατασκευαστικού ελαττώματος και πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλειας". Στη συνέχεια το Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στον ... στις 10-2-2004 ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, λόγω του επαγγέλματος του, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και προκάλεσε το θάνατο της Χ. Τ., σύζυγο Α., κατοίκου εν ζωή .... Συγκεκριμένα ενώ ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΡΛΑ Α.Ε." εισαγωγές - εξαγωγές μικροσυσκευών" που εδρεύει στο ..., η οποία διέθετε στην Ελληνική αγορά προϊόντα προερχόμενα κατ' ευθείαν από την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και εκ της ιδιότητας του αυτής είχε την νόμιμη και ιδιαίτερη υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την διάθεση μόνον ασφαλών προϊόντων στην αγορά (άρθρο 7 του Ν. 2251/1994), ώστε να μην υπάρχει ο παραμικρός κίνδυνος για τους καταναλωτές και χρήστες των προϊόντων αυτών, εν τούτοις από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, την οποία ο μέσος συνετός κοινωνικός άνθρωπος με την ιδιότητα αυτή, δηλαδή του διευθύνοντος συμβούλου του Δ.Σ. εισαγωγικής εταιρίας ηλεκτρικών συσκευών, θα κατέβαλε αλλά και ο ίδιος, λόγω των προσωπικών ικανοτήτων του, μπορούσε να καταβάλει, παρέλειψε να ελέγξει την ορθή σχεδίαση και κατασκευή των εισαχθέντων προϊόντων που θα εξασφάλιζε την ασφάλεια αυτών και διέθεσε στην Ελληνική αγορά συνολική ποσότητα 3.000 τεμαχίων ηλεκτρικών σιδήρων ατμού, που κυκλοφόρησαν με την επωνυμία ΡΕRLΑ CΙR-2038C, παρότι η σχεδίαση και η κατασκευή αυτών ήταν εξ αρχής εσφαλμένη και παρουσίαζαν κατασκευαστικά ελαττώματα, που τα καθιστούσαν μη ασφαλή για τον χρήστη, καθότι η χειρολαβή της συσκευής μπορούσε να τεθεί σε τάση σε περίπτωση σφάλματος της μόνωσης, η μονωτική χειρολαβή μαζί με όλα τα μονωτικά εξωτερικά μέρη ήταν βαμμένα με μεταλλική αγώγιμη βαφή που καθιστούσε την χειρολαβή μεταλλικό μέρος, με αποτέλεσμα όταν ο χρήστης ακουμπά τη χειρολαβή της συσκευής, κατά την κανονική χρήση, το χέρι του να ακουμπά προσιτά μεταλλικά μέρη τα οποία δεν χωρίζονται από τα στοιχεία με τάση με διπλή ή ενισχυμένη μόνωση. Έτσι, όταν η Χ. Τ. συζ. Α., κάτοικος εν ζωή ..., κατά τον ανωτέρω χρόνο, χρησιμοποίησε κατά τον προορισμό της, μία συσκευή από τα ανωτέρω ελαττωματικά προϊόντα, που είχε προμηθευτεί από το εμπόριο, το μεταλλικό περίβλημα της οποίας δεν ήταν γειωμένο, αλλά αγώγιμα συνδεδεμένο με το ένα ακροδέκτη του ρευματολήπτη (φις), όταν ο διακόπτης ρύθμισης του σίδερου ήταν σε κάποιες θέσεις, το ηλεκτρικό ρεύμα διοχετεύτηκε στο σώμα της, με συνέπεια να υποστεί ηλεκτροπληξία, από την οποία ως μόνη ενεργή αιτία επήλθε ακαριαία ο θάνατος της".
Από την αλληλοσυμπλήρωση των ανωτέρω, αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δίκασαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον ανωτέρω κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 και 15 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα του θανάτου της παθούσας και η οποία συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο ως άνω αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του αν και, υπό την ιδιότητα του, ως Προέδρου του ΔΣ και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εισαγωγικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΡΛΑ ΑΕ -Εισαγωγές - εξαγωγές μικροσυσκευών", είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διάθεση στην Ελληνική αγορά ασφαλών προϊόντων, ώστε να μην υπάρχει ο παραμικρός κίνδυνος ηλεκτροπληξίας για τους καταναλωτές και χρήστες των εισαγομένων υπ' αυτού από την Κίνα ηλεκτρικών μικροσυσκευών και δη ηλεκτρικών σίδερων, όπως ρητά ορίζεται στο μνημονευόμενο στο διατακτικό άρθρο 7 του Ν. 2251/1994, ήτοι παρέλειψε να ελέγξει την ορθή σχεδίαση και κατασκευή των εισαχθεισών αυτών ηλεκτρικών συσκευών που θα εξασφάλιζε την ασφάλεια των χρηστών στην Ελλάδα και διέθεσε στην Ελληνική αγορά 3.000 τεμάχια Κινέζικων ηλεκτρικών σίδερων ατμού, που κυκλοφόρησαν, παρότι η σχεδίαση και η κατασκευή αυτών ήταν από την αρχή εσφαλμένη και παρουσίαζαν κατασκευαστικά ελαττώματα, που τα καθιστούσαν μη ασφαλή για τους χρήστες, ένα από αυτά δε αγόρασε η παθούσα που κατά την κανονική χρήση αυτού, υπέστη από διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος ηλεκτροπληξία και από αυτή, ως μόνη αιτία απεβίωσε. Επί πλέον τούτων, ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ενώ παρήγγειλε τις παραπάνω 3.000 συσκευές από την Κίνα, χώρα εκτός ΕΚ, για να τις διαθέσει στην Ελληνική αγορά και λόγω των προσωπικών του ικανοτήτων, γνώσεων και της ειδίκευσης του επί εικοσαετία στις εισαγωγές προϊόντων, ως συνετός έμπορος - εισαγωγέας, όφειλε ο ίδιος, για την ασφάλεια των καταναλωτών, να προβεί σε έλεγχο της καταλληλότητας των συσκευών, ζητώντας τις κατάλληλες πιστοποιήσεις και ελέγχοντας την αυθεντικότητα αυτών και να μην αρκεσθεί στα σήματα CΕ που είχε επιθέσει η κατασκευάστρια αλλοδαπή εταιρεία. Επομένως, με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχτηκε μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος ως εκπροσώπου της εισαγωγικής εταιρείας, αφού αναφέρει ότι αυτός δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η ανωτέρω συμπεριφορά του. Επίσης δέχτηκε την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, η οποία πηγάζει από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τόσον από τις προαναφερθείσες ιδιότητες του και του επαγγέλματος του ως εμπόρου - εισαγωγέα και από την επί εικοσαετία ειδίκευση του τις εισαγωγές προϊόντων, όσον και από την υποχρέωση λήψεως των προαναφερθέντων μέτρων που το περιεχόμενο τους προβλέπεται ακριβώς από το προεκτεθέν άρθρο 7 του ν. 2251/1994. Επομένως προσδιορίζεται στην απόφαση από πού πηγάζει η ως άνω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος και οι αντίθετες αιτιάσεις του είναι αβάσιμες.
Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, οι οποίοι στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές , για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 23/23-12-2009 αίτηση του Π. Σ. του Κ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1225/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι ( 220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή