Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1968 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Α) ως προς την έκθεση των αποδεικτικών στοιχείων, Β) Ως προς την έλλειψη ακροάσεως, ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση περί ενοχής, στην μαρτυρική κατάθεση αστυνομικού, χωρίς να κατονομάσει την πηγή των πληροφοριών του, και ότι δεν αποφάνθηκε επί σχετικού αιτήματος, Γ) ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του ν. 1729/1987 ως τροποποιήθηκε και Δ) ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων α) του προτέρου εντίμου βίου 84 2α και β) της ειλικρινούς μεταμέλειας 84 2δ Π.Κ. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα (οι εκθέσεις εξετάσεως χημικής υπηρεσίας), για τον προσδιορισμό του είδους της ναρκωτικής ουσίας, δεν αποτελούν ίδια αποδεικτικά μέσα. Επάρκεια αιτιολογίας και ως προς τη μαρτυρική κατάθεση του αστυνομικού. Ανεπάρκεια αιτιολογίας τόσο ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων, όσο και ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού για ελαφρυντικά άρθρ 84 παρ. 2α ΠΚ. Αναιρεί και παραπέμπει ως προς τα αναιρούμενα μέρη και σε καταφατική περίπτωση να χωρήσει νέα επιμέτρηση της ποινής.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1968/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου J. D. του D., κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης Δομοκού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 936-937/2009 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στις από 7 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1751/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι προβαλλόμενοι πρόσθετοι λόγοι

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του D. J. του D., και οι επ' αυτής από 7 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετοι λόγοι, κατά της υπ' αριθμό 936-937/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α', β' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του Ν.2161/ 1993 και ίσχυε κατά τους κατωτέρω χρόνους τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με τις προβλεπόμενες ποινές της καθείρξεως και χρηματική τιμωρεί-ται όποιος, εκτός άλλων, εισάγει στην επικράτεια, πωλεί ή κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηρωίνη (άρθρο 1 παρ.2 πιν. Α' αριθ. 5 του ως άνω Κώδικα), κατά δε το άρθρο 8 του ίδιου Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ανωτέρω κώδικα), όπως ίσχυε κατά τους ενδιαφέροντες κατωτέρω χρόνους, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ίδιου νόμου, ήδη 20, 21 και 22 του Ν. 3459/2006, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατά δε το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ', κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθε-ρή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου η, κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να αναγράφεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, από την παράθεση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων τα οποία το Δικαστήριο δέχθηκε, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, αναμφισβήτητα προκύπτει, ότι ναι μεν δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στις με αριθμό 3092 και 3093 από 28-12-2004 εκθέσεις εξετάσεως δείγματος, για τον προσδιορισμό του είδους της ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης), του Γενικού Χημείου του Κράτους (Χημική Υπηρεσία Βέροιας), η οποία διενεργήθηκε, συνεπεία της υπ' αριθμό 3008/12/715-α/24-12-2004 παραγγελίας του Τμήματος Ασφαλείας Βέροιας, ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων, όμως, οι εξετάσεις αυτές δεν θεωρούνται ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ, ανεξαρτήτως παραγγελίας που δόθηκε από το Τμήμα Ασφαλείας Βέροιας, για τη διενέργειά τους, αλλά ως έγγραφα, τα οποία, όπως, προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, αλλά και ο αναιρεσείων ομολογεί, αναγνώσθηκαν. Πέραν αυτών, προκύπτει με βεβαιότητα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αξιολόγησε και συνεκτίμησε, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής, και τις παραπάνω εκθέσεις, οι οποίες δεν φέρουν τα στοιχεία πραγματογνωμοσύνης, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το αρ. 2 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μια τέτοια μαρτυρική κατάθεση που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως, η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 224 του ΚΠΔ δεν προβλέπεται, αφού στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 510 του ΚΠΔ δεν περιέχεται τέτοιος λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού Θ. Σ., ο οποίος όμως κατέθεσε περιστατικά, που προέρχονται από πληροφορίες άγνωστων προσώπων, τα οποία αρνήθηκε να κατονομάσει και, επομένως, δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, μάλιστα δε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει και από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είχε ζητήσει να μη ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρος αστυνομικού, προσέτι δε ο ίδιος υπέβαλε και εγγράφως σχετικό αίτημα προς το δικαστήριο, το οποίο επιφυλάχθηκε να απαντήσει. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφέρει στο σκεπτικό ότι, εκτός από την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρος, υπάρχουν και άλλα αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε την κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, τα οποία και εκτίθενται σε αυτό, όπως είναι η ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και τα έγγραφα, που αναφέρονται αναλυτικά στα πρακτικά και η απολογία του κατηγορουμένου. Εφόσον λοιπόν, το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως είναι αυτά που αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, ο προβαλλόμενος, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ. 1 λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Όσον αφορά δε την αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και συγκεκριμένα στην απόρριψη του αιτήματός του, να μη ληφθεί υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Θ. Σ., είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι το αίτημα αυτό δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' και Δ του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι αυτές που αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (23 του ΚΝΝ) και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Ιδιαίτερα, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, εφόσον είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας, στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντά, όπως είναι ο ισχυρισμός του ότι η πράξη δεν τελέσθηκε υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ανωτέρω άρθρου 8, ο οποίος είναι αρνητικός της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 936-937/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις: α) της Εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα, β) της μεταφοράς στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα, γ) της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και δ) της αντίστασης κατά της αρχής. Το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του για τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, των επιβαρυντικών περιστάσεων, δέχθηκε, ότι από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος, που διαμένει στη Θεσσαλονίκη και είναι αθλητής (σφαιροβόλος) στο παρελθόν πολλές φορές μετέφερε ναρκωτικά επ' αμοιβή, όπως εν προκειμένω προέκυψε ότι η αμοιβή του θα ήταν 1000 ευρώ, για λογαριασμό εμπόρων ναρκωτικών που διαμένουν στην Αλβανία. Τούτο δε το έπραττε για να πορίζεται χρήματα, εκμεταλλευόμενος την αθλητική του ιδιότητα υπό την έννοια ότι δεν θα κινούσε υπόνοιες, πράγμα που γνώριζαν και οι αλβανοί συγκατηγορούμενοί του. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων με την επιβαρυντική περίπτωση". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων, της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο γιατί, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των περιστάσεων αυτών. Ειδικότερα, δεν παρατίθενται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν, ως προς την κατά συνήθεια τέλεση, ότι ο αναιρεσείων από την τέλεση παρόμοιων αξιόποινων πράξεων, απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του ως άνω άρθρου 13 στ. Π Κ, ούτε αντίστοιχα περιστατικά από τα οποία να δικαιολογείται, ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση, η διαμόρφωση από τον αναιρεσείοντα τέτοιας υποδομής, ώστε η τέλεση των πράξεών του να εκτείνεται σε βάθος χρόνου με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς τους και ο σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Πράγματι, μόνη η παραδοχή "ότι ο αναιρεσείων πολλές φορές στο παρελθόν μετέφερε ναρκωτικά επ' αμοιβή, για λογαριασμό εμπόρων ναρκωτικών που διαμένουν στην Αλβανία", χωρίς, όμως, να προσδιορίζονται συγκεκριμένα περιστατικά, όπως οι χρονολογίες που αυτός μετέφερε τις αντίστοιχες ουσίες από την Αλβανία στην ημεδαπή, ή η αμοιβή που αυτός απολάμβανε για κάθε ανάλογη μεταφορά έστω και συνολικά, ή ο αριθμός των μεταφορών που αυτός διενήργησε, καθώς και οι συγκεκριμένοι τόποι μεταφοράς, ή ακόμη, οι ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών, αλλά ούτε και τα πρόσωπα των εμπόρων, ημεδαπών ή αλλοδαπών, για λογαριασμό των οποίων αυτός ενεργούσε τις μεταφορές, δεν είναι ικανή να προσδώσει στον αναιρεσείοντα την ιδιότητα, ότι αυτός ενεργούσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έτσι, ο σχετικός πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την παραδοχή των ανωτέρω επιβαρυντικών περιστάσεων, είναι κατά τούτο βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", (υπό δ') "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του". Για τη δεύτερη από τις περιστάσεις αυτές, πρέπει, η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή, να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 936-937/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφορά και απόπειρα πώλησης 1015 γραμμαρίων ηρωίνης, καθώς και σε φυλάκιση 3 ετών για την πράξη της αντίστασης, ο συνήγορος του αναιρε-σείοντας προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ. 1 εδαφ. α' και δ' του ΠΚ, αντίστοιχα), επικαλούμενος για τη θεμελίωσή τους, ως προς μεν τη συνδρομή των στοιχείων του εδαφίου α', συγκεκριμένα περιστατικά, σχετικά με την ατομική και οικογενειακή του ζωή, την επαγγελματική του συμπεριφορά και την κοινωνική του δράση, και συγκεκριμένα τα ακόλουθα: "Μέχρι τη σύλληψή μου και την εμπλοκή μου στη παρούσα υπόθεση, είχα μια έντιμη ατομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή, έχοντας λευκό ποινικό μητρώο. Έχω οικογένεια στη Κορυτσά με σύζυγο και δυο τέκνα ηλικίας 10 και 15 ετών αντίστοιχα. Όπως προανέφερα, υπήρξα αθλητής από τα εφηβικά μου χρόνια ρίψεων στο δίσκο και στη σφαίρα και πέτυχα μεγάλες διακρίσεις για το σύλλογο Βορειοηπειρωτών SΚΕRΤΕΝΒΕΥ και κατά τα έτη 1991-1993 μεταγράφηκα στο σύλλογο Θεσσαλονίκης ΗΡΑΚΛΗ, όπου πέτυχα μεγάλες διακρί-σεις, όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα του ΣΕΓΑΣ και άλλων διοργανώσεων, παράδοση την οποία συνεχίζει ο γιος μου που είναι επίσης αθλητής στα ίδια αθλήματα", και ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του εδαφίου δ', αντιστοίχως τα εξής: "όπως αποδεικνύεται από τα προσαγόμενα έγγραφα όλων των φυλακών που κρατήθηκα μέχρι σήμερα δεν έχω τιμωρηθεί πειθαρχικά και είναι φανερό ότι έχω μεταγνώσει και έχω πραγματοποιήσει μεγάλη προσπάθεια για την ομαλή επανένταξή μου στην κοινωνία". Όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ειλικρινούς μεταμέλειας, προεχόντως είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικά περιστατικά που να τον θεμελιώνουν και ειδικότερα, δεν αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις δηλωτικές του ότι αυτός μεταμελήθηκε ειλικρινά η ότι με συγκεκριμένες πράξεις του, επιδίωξε αυτός να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο, που απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό του, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτόν, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία πλεοναστικώς αναφέρει ότι το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι είναι ειλικρινής η μετάνοιά του. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, κατά το σκέλος του που προβάλλει, ότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός του, είναι αβάσιμος. Αντίθετα, ο πρώτος ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου απορρίφθηκε με την εξής αιτιολογία: "....ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού μόνη η επίκληση του λευκού Ποινικού Μητρώου, δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί έντιμος ο πρότερος βίος αυτού". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι η απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οδήγησαν το Εφετείο στην απορριπτική του ισχυρισμού αυτού κρίση του. Τούτο γιατί, το δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, περιορίσθηκε μόνο στο γεγονός ότι για την παραδοχή του σχετικού αυτού ισχυρισμού, δεν είναι ικανή μόνη η επίκληση του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, τη στιγμή που ο αναιρεσείων παραδεκτώς είχε προβάλει και έτερα θετικά της προσωπικότητάς του στοιχεία, όπως, ότι διατηρεί στην Κορυτσά οικογένεια με σύζυγο και δυο ανήλικα τέκνα, ηλικίας 15 και 10 ετών αντίστοιχα, ότι από την εφηβική του ηλικία ο ίδιος υπήρξε αθλητής των ρίψεων με διακρίσεις στο σύλλογο Βορειοηπειρωτών SΚΕRΤΕΝΒΕΥ, και κατά τα έτη 1991-1993 μεταγράφηκε στο Γ.Σ ΗΡΑΚΛΗ Θεσσαλονίκης, με πανελλήνιες διακρίσεις, παράδοση την οποία συνεχίζει ο γιος του, χωρίς όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία περί των στοιχείων αυτών. Επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστα-τωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως διάταξή της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου το εκδόσαν αυτήν Εφετείο να κρίνει τόσο για τη συνδρομή ή μη των ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 ως προς τις οποίες εχώρησε η αναίρεση και, αναλόγως προς την επ' αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή για τις πράξεις της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια, της μεταφοράς στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, και της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών, όσο και ως προς το μέρος της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α του Π.Κ, και σε καταφατική περίπτωση να συνεκτιμηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής, που θα του επιβληθεί, καθώς και ως προς τη συνολική ποινή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 936-937 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, α) ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως, της εισαγωγής, της μεταφοράς στην ελληνική επικράτεια και της απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, β) ως προς τη διάταξή της που απέρριψε τον περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου ισχυρισμό γ) ως προς τη διάταξη της περί της ποινής που επιβλήθηκε για τις εν λόγω πράξεις και δ) ως προς τη συνολική ποινή.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ