Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2014 / 2007    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ερημοδικία αναιρεσείοντος, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Αγορά, κατοχή, μεταφορά από κοινού ναρκωτικών από μη τοξικομανείς. Πλήρως αιτιολογημένη η απόφαση






Αριθμός 2014/2007


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1)Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Πάτρας και 2) Χ2 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Πάτρας, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιωσηφέλλη, για αναίρεση της με αριθμό 2744/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 130/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. Ι Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως, η οποία παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την ικανότητα για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του και σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται, εκήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες αγοράς, κατοχής και μεταφοράς από κοινού ναρκωτικών ουσιών (από μη τοξικομανείς) και επέβαλε σε καθένα από αυτούς ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ, αναγνωρισθείσης της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ. Στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ΄ είδος μνημονεύει και εδέχθη τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά: οι κατηγορούμενοι αλβανοί υπήκοοι (ο πρώτος παντρεύθηκε την αδελφή του δεύτερου), στις 12.9.2003, ταξίδευαν από Αθήνα προς ....... Ευβοίας, με το υπ΄αριθμό κυκλοφορίας ......... ΙΧΕ αυτοκίνητο (........, με κόκκινο χρώμα), ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου, που το οδηγούσε, με συνεπιβάτη το δεύτερο κατηγορούμενο, υπό την παρακολούθηση των αστυνομικών, διότι υπήρχαν πληροφορίες ότι διακινούν ναρκωτικά (είχαν στηθεί δύο αστυνομικά μπλόκα). Λίγο πριν φτάσουν στην ......... Χαλκίδας, ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγός αιφνιδίως άλλαξε πορεία, παραβίασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή, κινήθηκε κάθετα στο δρόμο και σταμάτησε στην απέναντι πλευρά του. Εκεί κατέβηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος συνοδηγός κρατώντας μια νάϋλον σακούλα, που την άφησε κάτω από μια εγκαταλειμμένη πόρτα. Ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο, χωρίς τη σακκούλα, το οποίο συνέχισε για λίγο την πορεία του προς Χαλκίδα και σταμάτησε στο άκρο δεξιό του δρόμου, μετά τη γέφυρα και σε σημείο που είχε ορατότητα προς την πόρτα για να ελέγχουν το χώρο. Οι κατηγορούμενοι άνοιξαν το καπώ, δήθεν ότι έπαθε βλάβη το αυτοκίνητο είχε μηχανική βλάβη και άλλοτε ότι σταμάτησαν για σωματική ανάγκη, ψευδώς, όμως, διότι τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Ακολούθως οι αστυνομικοί, κάτω από την πόρτα βρήκαν τη σακούλα με τα ναρκωτικά (1.000 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης). Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν την κατηγορία στο πρωτόδικο δικαστήριο. Στο παρόν δικαστήριο, άλλαξαν υπερασπιστική γραμμή. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε το δεύτερο κατηγορούμενο να κρύβει τη σακούλα και να γυρίζει στο αυτοκίνητο χωρίς αυτή, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει ότι περιείχε ναρκωτικά, αλλά δεν είναι βάσιμος ο εν λόγω αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του, διότι κατά τη σύλληψή του, είπε στο μάρτυρα αστυνομικό ................., που τον συνέλαβε "εσύ τα έκρυψες" ακριβώς διότι γνώριζε ότι ήταν ναρκωτικά (αφού ήταν δικά τους). Ο δεύτερος κατηγορούμενος ομολογεί ότι αυτός έκρυψε τη σακούλα σε γνώση του ότι ήταν ναρκωτικά, αλλά τα έδωσε σε αυτόν κάποιος άλλος αλβανός, με το όνομα ....... για να τα κρύψει, δίνοντάς του ως αμοιβή "λίγα χρήματα", όμως, δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του, διότι, η όλη συμπεριφορά τους και η αντίδρασή τους, δείχνουν ότι αυτοί ήταν οι συγκάτοχοι της ναρκωτικής ουσίας, και τα έκρυψαν εκεί περιμένοντας να έρθει εκεί να τα παραλάβει ο υποψήφιος αγοραστής, με τον οποίον είχαν συνάντηση. Τα ναρκωτικά αυτά τα είχαν αγοράσει από άγνωστο πρόσωπο, με άγνωστο τίμημα, για να τα διαθέσουν σε τρίτους έναντι οικονομικού ανταλλάγματος. Για την αιτιολόγηση της αποφάσεως, δεν απαιτείται να προσδιορίζεται, ούτε το όνομα του κατά περίπτωση πωλητή, ούτε η ποσότητα των ναρκωτικών, ούτε το ύψος του τιμήματος, αλλά αρκεί ότι υπάρχει - επί του προκειμένου - συμφωνία περί του τελευταίου (ΑΠ 1642/2005 ΠοινΔικ 9 375). Τα συγκατείχαν, διότι είχαν από κοινού τη φυσική εξουσία (γι΄ αυτό ταξίδευσαν μαζί), ώστε να μπορούν σε κάθε στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξή τους και κατά τη δική τους βούληση να τα διαθέτουν πραγματικά, από κοινού ή μεμονωμένως (ΑΠ 817/2005 ΠΧρ 56 32). Και τα μετέφεραν παράνομα από περιοχή της ....... στην ......... με το αυτοκίνητο του πρώτου για να τα διαθέσουν σε τρίτους, τελώντας και το αδίκημα της παράνομης μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, διότι, πράγματι, όπως απαιτείται, από κοινού, ενήργησαν, εντός της Ελλάδος μετακίνησή τους με μεταφορικό μέσο (ΑΠ 265/2004 ΝοΒ 52 1052). Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την αξιουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα, η αιτίαση που διαπιστώνεται με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, ότι δηλαδή το δικαστήριο δεν απήντησε στον υποβληθέντα ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου (Χ1), περί μετατροπής της εις βάρος του κατηγορίας, σε απλή συνέργεια στις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, επελθούσης εντεύθεν σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας, για έλλειψη ακροάσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος σημειωτέον υποβλήθηκε όλως αορίστως, χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών, δεν είναι αυτοτελής, αλλ΄ αρνητικός της κατηγορίας και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Εν πάση περιπτώσει, αφού αμφότεροι οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι και μάλιστα πλήρως αιτιολογημένα, ως φυσικοί αυτουργοί, τελέσαντες από κοινού τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκαν, εκ του πράγματος απερρίφθη και ο ως άνω αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσείοντος. Εντεύθεν, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, περί σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρ. 510 παρ. Ι Β΄, Δ΄ ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και καθό μέρος με τον δεύτερο εξ αυτών πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Απορριπτομένης της αιτήσεως, πρέπει αμφότεροι οι αναιρεσείοντες να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.12.2006 αίτηση των: 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 2744/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 11 Νοεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Νοεμβρίου 2007.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή