Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1817 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Λαθρομεταναστών μεταφορά.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη καταδίκη για διευκόλυνση μεταφοράς και προώθηση λαθρομεταναστών στη χώρα. Αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Για να είναι ορισμένοι θα πρέπει να συνοδεύονται από τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά, ενώ η επίκληση ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης έδειξε ότι μετανοεί για την πράξη του και ότι δεν προτίθεται να την επαναλάβει, δεν καθιστά ορισμένο τον σχετικό ισχυρισμό περί ειλικρινούς μετάνοιας, γιατί δεν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά αλλά περιγράφει τον ενδιάθετο ψυχισμό του δράστη, ο οποίος δεν εξετάζεται εν προκειμένω. Αναγνωσθέν έγγραφο του οποίου η ταυτότητα προσδιορίζεται επαρκώς σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αυτό πράγματι αναγνώσθηκε, ενώ περαιτέρω εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, εννοείται ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και έτσι ο κατηγορούμενος έλαβε πλήρη γνώση αυτού και είχε τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του από το άρθρο 358 ΚΠΔ σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, λαμβανομένου υπόψη ότι η δυνατότητά του αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά κυρίως από το αν αναγνώσθηκε. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1817/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 375/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 989/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 88 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3386/2005, πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που του προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της ΕΕ ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ισχυρισμοί για συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 του ΠΚ. Προϋπόθεση όμως της έρευνας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με παράθεση δηλαδή όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της ελαφρυντικής περίστασης της οποίας γίνεται η επίκληση. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά ή γίνεται επίκληση μόνο της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο η τελευταία είναι γνωστή στη νομική ορολογία, καθίσταται αόριστος ο σχετικός ισχυρισμός και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ, και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, εννοείται ότι αναγνώσθηκε ολόκληρο το περιεχόμενό του και έτσι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση αυτού και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, λαμβανομένου υπόψη ότι η δυνατότητά του αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο που αναφέρθηκε το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά κυρίως από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 375/2007 απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (μάρτυρες, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα) αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος την 27 -8-2006 στο 26° χιλιόμετρο της Ε.Ο. ...., τέλεσε την πράξη της παρ. Ι του αρθρ. 88 Ν. 3386/2005, αφού αυτός μετέβη, από τη ... στο 26° χιλιόμετρο της Ε.Ο...., με το με αριθμ. ... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας ... και ..., οι οποίοι δεν γνώριζαν το σκοπό της μετάβασης του κατηγορουμένου στην ..., και επιβίβασε σ' αυτό τους αναφερόμενους στο διατακτικό τέσσερις αλλοδαπούς, οι οποίοι στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων και οι οποίοι είχαν μεταφερθεί στην Ελλάδα, μέσω του ποταμού Έβρου, από άγνωστο Τούρκο υπήκοο, με σκοπό να τους προωθήσει στο εσωτερικό της Χώρας, ενώ γνώριζε ότι αυτοί στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την ως άνω πράξη και να απορριφθούν ως αόριστοι οι προβληθέντες από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμοί περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2β', 2δ' και 2ε' ΠΚ, αφού αυτός δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά θεμελιωτικά των εν λόγω ισχυρισμών του". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3386/2005 που εφάρμοσε. Επίσης, διέλαβε αιτιολογία και για την απόρριψη των προβληθέντων από μέρους του κατηγορουμένου αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ισχυρισμούς έκρινε αορίστους.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνήγορος του κατηγορουμένου δήλωσε αρχικώς ότι ο κατηγορούμενος ομολογεί την τέλεση της πράξεως και στη συνέχεια προέβαλε αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων "των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84 παρ. 2 περ. β ΠΚ)", "της καλής διαγωγής" και "της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ. 2 περ. δ' ΠΚ), γιατί ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείται, έδειξε ότι μετανοεί για την πράξη του και ότι δεν προτίθεται να την επαναλάβει". Με τον τρόπο που προβλήθηκαν οι ανωτέρω ισχυρισμοί ήταν αόριστοι, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, αφού δεν συνοδεύονται από τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά, ενώ η επίκληση στον τελευταίο ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος έδειξε ότι μετανοεί και δεν προτίθεται να επαναλάβει την πράξη, δεν αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά, αλλά περιγράφει τον ενδιάθετο ψυχισμό και ενδεχόμενη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, που δεν εξετάζεται εν προκειμένω. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί των ως άνω αόριστων αυτοτελών ισχυρισμών και η αιτιολογία που διέλαβε ήταν εκ περισσού.
Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ είναι αβάσιμος, ενώ η συναφής αιτίαση ότι δεν αποδείχθηκαν τα στοιχεία του εγκλήματος, είναι απαράδεκτη γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αφού στερήθηκε της ασκήσεως των δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου, αλλά και υπάρχει έλλειψη ακροάσεως και υπέρβαση εξουσίας, γιατί α) αγνοήθηκαν έγγραφα τα οποία προτάθηκαν και αναγνώσθηκαν και τα οποία θα ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και β) στα πρακτικά της δίκης αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν δύο εκθέσεις σύλληψης, η από 27.8.2006 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου...με διερμηνέα, η υπ' αριθ. πρωτ. ... βεβαίωση, η από ... ιατρική γνωμάτευση, το από ... πιστοποιητικό, η από 4.3.2007 βεβαίωση της Κλινικής "...", το από 4.3.2007 εξιτήριο της κλινικής "..." και από την αόριστη αυτή αναφορά των εγγράφων, δεν προκύπτει η ταυτότητα αυτών και ιέτσι αποστερήθηκε ο κατηγορούμενος του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα ανωτέρω έγγραφα. Ο ως άνω ισχυρισμός, ο οποίος ως εκ του περιεχομένου του τείνει να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα και όχι έλλειψη ακροάσεως ή υπέρβαση εξουσίας, είναι κατά το πρώτο σκέλος του αόριστος γιατί δεν προσδιορίζει τα έγγραφα τα οποία το Δικαστήριο αγνόησε. Κατά το δεύτερο σκέλος του ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αβάσιμος, γιατί από την αναφορά των συγκεκριμένων ως άνω εγγράφων στα πρακτικά προκύπτει με επάρκεια η ταυτότητά τους, ενώ με τη βεβαίωση περί αναγνώσεως αυτών προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου τους (πέρα από το ότι τα δύο τελευταία έγγραφα τα προσκόμισε προς ανάγνωση η ίδια η συνήγορος του κατηγορουμένου) και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα και έτσι δεν στερήθηκε του σχετικού δικαιώματός του που απορρέει από το άρθρο 358 του ΚΠΔ. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.5.2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 375/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή