Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 111 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Υπέρβαση εξουσίας, Συνέργεια, Πολιτική αγωγή, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη σε βάρος του Δημοσίου. ’μεση συνέργεια σ’ αυτήν. ’μεση συνέργεια σε απάτη σε βάρος του Δημοσίου και άμεση συνέργεια στην ψευδή βεβαίωση. Λόγοι αναίρεσης: Απόλυτη ακυρότητα από παράσταση πολιτικής αγωγής, λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν και η ταυτότητα των οποίων δεν προσδιορίζονται, από απόρριψη αιτήματος δίχως πρόταση του Εισαγγελέα, από απόρριψη αιτήματος για διακοπή της δίκης προκειμένου να προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία, υπέρβαση εξουσίας. Μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.




Αριθμός 111/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Βασίλειο Αλεξανδρή και ’γγελο Φαφούτη και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ζήση Κωνσταντίνου και Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 2839Α, 2929/2007 και 59/2008, αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ιωάννα Λεμπέση. Το Β' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Μαρτίου 2008 (δύο) αιτήσεις αναιρέσεως, αντίστοιχα, καθώς και στους επ' αυτών από 18 Σεπτεμβρίου 2008 και 19 Σεπτεμβρίου 2008, προσθέτων λόγων, αντίστοιχα που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 611/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε ν' απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Oι υπ' αριθμ. 864/2008 και 889/2008 αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 18-9-2008 και 19-9-2008, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατά της με αριθμούς 2839Α, 2929/2007 και 59/2008 τελεσίδικης αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, από τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, που κηρύχθηκαν ένοχοι, ο μεν πρώτος α) για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον Χ2 με σκοπό το όφελος, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη και β) για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον ανάδοχο σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη, ο δε δεύτερος α) για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, κατ' εξακολούθηση, με σκοπό οφέλους, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη και β) για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη, κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από ανάδοχο, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη. Πρέπει συνεπώς να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους.
Από τη διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 611/1977, ίσχυε δε κατά την τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ο υπαγόμενος στις διατάξεις αυτές δημόσιος υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε ζημία την οποία προξένησε σ' αυτό από δόλο ή βαρειά αμέλεια, κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση, στην οποία το Δημόσιο, κατ'άρθρο 105 εδ. α' του Εισαγ.Ν.ΑΚ, υποβλήθηκε προς το ζημιωθέντα. Στην έννοια της παραπάνω ζημίας περιλαμβάνεται, κατά τα άρθρα 299, 914, 928 και 932 ΑΚ τόσο η περιουσιακή ζημία, όσο και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη το Δημόσιο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον ’ρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής, κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Ακυρότητα όμως δεν δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου τούτου απόσβεση της σχετικής αξίωσης λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο κατόπιν προβολής ενστάσεως παραγραφής και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Εφόσον όμως, η ένσταση αυτή της παραγραφής, διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επί της ενστάσεως αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητα της συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής και συνακόλουθα τη μη δυνατότητα ασκήσεώς της στο ποινικό Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες Χ2 με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεώς του και ο Χ1 με το δεύτερο των προσθέτων λόγων, επιδιώκουν την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, επικαλούμενοι απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε από την κακή παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου, ως πολιτικώς ενάγοντος, υπέρ του οποίου μάλιστα το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, επιδίκασε το ποσό των 1.467,35 ευρώ, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις που τέλεσαν σε βάρος του οι κατηγορούμενοι, με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, διότι, λόγω της ιδιότητας των κατηγορουμένων ως δημοσίων υπαλλήλων, κατά την τέλεση των πράξεων, δεν μπορούσε να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση παρά μόνο την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη και σε κάθε περίπτωση, γιατί η αξίωση για τη χρηματική ικανοποίηση είχε παραγραφεί λόγω παρόδου διετίας. Όμως όπως προκύπτει, από την με αριθμούς 3351, 3406/2003, 364, 388 και 653/2004 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό και την προσβαλλομένη απόφαση, το Ελληνικό Δημόσιο παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγον στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ζήτησε, μεταξύ των άλλων, να του επιδικασθεί το ποσό των 1.467,35 ευρώ, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις, τις οποίες κατηγορούνται ότι τέλεσαν οι κατηγορούμενοι, από τις οποίες μειώθηκε η πίστη του και το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε την παράσταση του Δημοσίου και του επιδίκασε το ποσό αυτό, το ίδιο δε έπραξε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Οι κατηγορούμενοι ζήτησαν την αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος, ισχυριζόμενοι ότι από τις αποδιδόμενες σ'αυτούς αξιόποινες πράξεις δεν υπέστη βλάβη τούτο, αλλά η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, η οποία χρηματοδοτούσε αυτό. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι παθόν είναι το Ελληνικό Δημόσιο, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων, δέχθηκε δε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε το και πρωτοδίκως επιδικασθέν χρηματικό ποσό. Επομένως, εφόσον το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι παθόν είναι το δημόσιο, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', παραπάνω λόγος αναίρεσης και τούτο γιατί, όπως προαναφέρθηκε, εκτός από την αποκατάσταση της θετικής ζημίας, δικαιούται να ζητήσει και χρηματική ικανοποίηση από τους κατηγορουμένους δημοσίους υπαλλήλους, ενόψει δε του ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, με το σχετικό λόγο αναίρεσης, ούτε τούτο, εξάλλου, προκύπτει από τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου καl του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ότι οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν ισχυρισμό περί παραγραφής της αξίωσης του Δημοσίου, δεν προκλήθηκε ακυρότητα, έστω και αν η αξίωση αυτή είχε παραγραφεί.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/ 1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, εν σχέσει με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται ο, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263 Α του ΠΚ, υπάλληλος, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, να βεβαιώνει σε τέτοιο έγγραφο, για την κατάρτιση του οποίου έχει καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα, ψευδώς, περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να αναφέρεται στην γέννηση, μεταβολή ή απώλεια δικαιώματος ή δημόσιας ή ιδιωτικής έννομης σχέσης ή κατάστασης. Δημόσιο έγγραφο συνεπώς είναι και η βεβαίωση επί των ΠΠΑΕ, επιμετρήσεων εργασιών κλπ. που συντάσσονται από τον ανάδοχο, επί εκτελέσεως δημοσίων έργων, με την οποία ο αρμόδιος δημόσιος υπάλληλος βεβαιώνει την ακρίβεια τους, η οποία είναι αναγκαία προϋπόθεση για την καταβολή της αμοιβής του. Για την κακουργηματική δε μορφή της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται πλέον, κατά την παρ. 3 του άρθ. 242 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 6 του ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει άλλον παράνομα, αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. Εξάλλου, για την στοιχειοθέτηση του κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ. εγκλήματος της απάτης, απαιτείται η πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του ιδίου ή άλλου προσώπου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος, δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Το έγκλημα της απάτης, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου (386) του Κώδικα (προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999), όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες (προ της 3-6- 1999), κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Τον ίδιο χαρακτήρα προσλαμβάνει το έγκλημα της απάτης αλά και της ψευδούς βεβαιώσεως και κατά το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 (όπως ισχύει μετά το ν. 1738/1987 και έχει τροποποιηθεί, τελευταία με το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 2408/1996) ''για τους καταχραστές του Δημοσίου'', όταν δηλαδή η πράξη στρέφεται κατά του Δημοσίου και το συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε ή απειλήθηκε, είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 Ευρώ (50.000.000 δρχ.), μάλιστα ανεξάρτητα από τη συνδρομή περιπτώσεως της παρ. 3 του άρθρου 242 και 386 του Π.Κ. Ο νόμος 1608, δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία του εγκλήματος, αλλά απλώς επαυξάνει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις την ποινή και καθιστά την πράξη κακούργημα, αν συντρέχουν δε και ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρονικό διάστημα την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απειλεί κατ' αυτού την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. Β ΠΚ, όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αρ. 2839Α, 2929/2007 και 59/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, για τις πράξεις, ο μεν πρώτος της άμεσης συνέργειας α) σε ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από το δεύτερο, με σκοπό το όφελος, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και β) σε απάτη κατ'εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον ανάδοχο σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, ο δε δεύτερος α) της ψευδούς βεβαίωσης, κατ'εξακολούθηση, με σκοπό το όφελος, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και β) της άμεσης συνέργειας σε απάτη, κατ'εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον ανάδοχο, σε βάρος του Δημοσίου, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνονται τα εξής:
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά τη διάρκεια των καταθέσεων αυτών, διότι τότε προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους και ζητήθηκε η ανάγνωση τους, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν μετά την ολοκλήρωση των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, ήτοι εκείνων που είχαν αναγνωσθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αυτών που προσκομίσθηκαν ή υποδείχθηκαν από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της συζήτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπως ειδικότερα αναφέρονται στην οικεία θέση των πρακτικών, από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο μετά την ανάγνωση των ως άνω εγγράφων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών, από τις απολογίες των κατηγορουμένων και από την όλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ύστερα από σχέδια και μελέτες, η κατάρτιση των οποίων διήρκεσε αρκετά χρόνια, τελικώς [την 11-1-1988], δημοπρατήθηκε το μεγαλύτερο μέρος της κατασκευής ενός εκτεταμένου σχολικού συγκροτήματος στη ....., συνολικού προϋπολογισμού 800.000.000 δραχμών, το οποίο, ως δημόσιο τεχνικό έργο, αποτελούσε πρωτοβουλία της Διευθύνσεως Εφαρμογής Εκπαιδευτικών Σχεδίων (ΔΙΕΦΕΣ) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ), που εδρεύει στην Αθήνα. Ο τίτλος του δημοπρατηθέντος μέρους του έργου ήταν "TEA (πρώην ΚΕΤΕ) ....., οικοδομικές και ηλεκτρομηχανολογικές (Η/Μ) εργασίες, 1° στάδιο: κτίρια διοίκησης και αίθουσες διδασκαλίας". Για οικονομικούς λόγους, είχε αναβληθεί η δημοπράτηση της κατασκευής των κτιρίων, στα οποία, σύμφωνα με τις μελέτες, επρόκειτο να στεγασθούν τα εργαστήρια του σχολικού συγκροτήματος. Μειοδότης και ανάδοχος του έργου, με μέσο όρο έκπτωσης 41,229%, αναδείχθηκε η τεχνική εταιρία "TENET AE", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν τότε ο Α, κατηγορηθείς στο πλαίσιο της προκείμενης ποινικής δίωξης για απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά αθωωθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος ήδη έχει αποβιώσει. Η εργολαβική σύμβαση υπογράφηκε την 28-3-1988, με προϋπολογισμό του δημοπρατηθέντος μέρους 505.034.737 δραχμές. Σύμφωνα με τον σε ημερολογιακές ημέρες προσδιορισμό, χρόνος περαίωσης των εργασιών ήταν, αρχικώς, η 16-7-1990 και στη συνέχεια, ύστερα από μια πρώτη παράταση, η 16-9-1991. Κατόπιν εσωτερικής σχέσεως, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας [και κατά νόμο "απαγορεύεται χωρίς την έγκριση του φορέα κατασκευής του έργου", άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 1418/1984], η ανάδοχος "TENET AE" υποκατέστησε εν όλω στην εκτέλεση του έργου την τεχνική εταιρία "ΤΕΔΙΕ ΕΠΕ", της οποίας μέτοχοι ήσαν αδελφοί Β και Γ. Ως σύνδεσμος μεταξύ των δύο εταιριών λειτούργησε καθ' όλη τη διάρκεια του έργου ο Δ, αδελφός των ως άνω μετόχων της "ΤΕΔΙΕ ΕΠΕ", ο οποίος διενεργούσε όλες τις δοσοληψίες με την Υπηρεσία ως αντιπρόσωπος της αναδόχου και ο οποίος, στο πλαίσιο της προκείμενης ποινικής δίωξης, καταδικάσθηκε πρωτοδίκως για απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την απόρριψη της εφέσεως του ως ανυποστήρικτης, σε προηγούμενη δικάσιμο αυτού του Δικαστηρίου, έχει καταστεί φυγόποινος. Κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως του έργου, προϊστάμενος του Τεχνικού Τμήματος της ΔΙΕΦΕΣ ήταν ο κατηγορούμενος Χ2, πολιτικός μηχανικός, και με την ιδιότητα αυτή ενεργούσε ως Διευθύνουσα Υπηρεσία. Κατά το μεγαλύτερο και κρισιμότερο χρονικό διάστημα της διάρκειας εκτελέσεως του έργου, Διευθυντής της ΔΙΕΦΕΣ ήταν ο Ε και με την ιδιότητα αυτή ενεργούσε ως Προϊσταμένη Αρχή, κατηγορηθείς στο πλαίσιο της προκείμενης ποινικής δίωξης για ψευδή βεβαίωση και απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά αθωωθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος Χ1, αρχιτέκτων, ήταν υπάλληλος του Τεχνικού Τμήματος της ΔΙΕΦΕΣ και με την ιδιότητα αυτή, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το Δεκέμβριο 1992, οπότε, λόγω παραιτήσεως του, λύθηκε η υπαλληλική σχέση, ήταν επιβλέπων των οικοδομικών εργασιών του έργου. Από τα τέλη Νοεμβρίου 1991 μέχρι την παραίτηση του, όμως, ο Χ1 έλαβε για διάφορα χρονικά διαστήματα αναρρωτική άδεια και, ως εκ τούτου δεν ασκούσε συνεχώς τα καθήκοντα του, πράγμα που θα εκτιμηθεί στη συνέχεια. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι τοπικοί φορείς της ....., λόγω της σπουδαιότητας, την οποία παρουσίαζε το έργο για την περιοχή τους, είχαν ζητήσει τη συγκρότηση ιδιαίτερης Επιτροπής Παρακολούθησης αυτού (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 3). Το αίτημα αυτό, όμως, δεν έγινε δεκτό από το Διευθυντή της ΔΙΕΦΕΣ, ύστερα από την από 10-6-1988 αρνητική εισήγηση του Χ2, ο οποίος υποστήριξε ότι η Υπηρεσία είχε αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στη διοίκηση παρόμοιων έργων, έτσι που να μην είναι απαραίτητη η υποβοήθηση της από ιδιαίτερη επιτροπή.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Το γήπεδο, επί του οποίου επρόκειτο να κατασκευασθεί το σχολικό συγκρότημα, ήταν ιδιαίτερα επικλινές, με πολύ μικρή πρόσοψη. Στη μια πλευρά του συνόρευε με το ρέμα ".....". Για το λόγο αυτό, από πολλούς αρμόδιους χαρακτηρίσθηκε ως ακατάλληλο ή, τουλάχιστον, προβληματικό. Παρά ταύτα, λόγω αδυναμίας εξευρέσεως πιο κατάλληλου χώρου, αποφασίσθηκε να αναγερθεί το σχολικό συγκρότημα στο γήπεδο αυτό. Λόγω της κλίσεως του εδάφους, η σχετική μελέτη προέβλεπε την κατασκευή των επί μέρους κτιρίων σε διαφορετικά επίπεδα. Ο ανάδοχος, όμως, μόλις εγκαταστάθηκε στο έργο και χωρίς [επίσημη] έγκριση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, προέβη σε εκτεταμένη και βαθιά εκσκαφή του γηπέδου, μη προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα μελέτη και με τρόπο που την κατέστησε άχρηστη (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 13 και κατάθεση ΣΤ, σελ. 33 των πρακτικών). Η αυθαιρεσία αυτή δεν υπήρξε ούτε ασήμαντη ούτε τυχαία. Αντιθέτως, υπήρξε σκόπιμη και απέβλεπε αφ' ενός στην ανατροπή των δεδομένων της μελέτης, έτσι, ώστε ο εργολάβος να μην μπορεί, στο εξής, να ελεγχθεί ευχερώς από κάποιο αμερόληπτο όργανο και αφ' ετέρου στην υπέρ αυτού δημιουργία της δυνατότητας να διογκώσει τις χωματουργικές και οικοδομικές εργασίες. Με τον τρόπο αυτό, α) αύξησε τις ποσότητες και το κόστος του έργου, εν μέρει πραγματικά [διότι προκάλεσε την ανάγκη εκτέλεσης νέων εργασιών] και εν μέρει πλασματικά [διότι στις επιμετρήσεις, που συνέτασσε, εμφάνιζε ποσότητες, οι οποίες δεν είχαν εκτελεσθεί] με συνέπεια να αυξηθούν, αντιστοίχως, οι προς αυτόν εκταμιεύσεις και το εργολαβικό όφελος, β) επέτυχε την επιμήκυνση του χρονοδιαγράμματος εκτελέσεως των εργασιών [αναφέρθηκε ήδη ότι δόθηκε μια πρώτη παράταση 14 μηνών και ακολούθησε μια δεύτερη, άλλων 8 μηνών, η έγκριση της οποίας έγινε εκ των υστέρων], με συνέπεια να τρέξει υπέρ αυτού η αναθεώρηση, η οποία έφθασε σε προσαύξηση 92% επί των συμβατικών τιμών (βλ. κατάθεση Ζ, σελ. 38 και απολογία Χ2, σελ. 110 των πρακτικών) και γ) επέφερε την υπερβολική επαύξηση του συμβατικού προϋπολογισμού, έτσι, ώστε αυτή να φθάσει στο νόμιμο όριο θεμιτής υπέρβασης του 50% επ' αυτού [δηλαδή, στο συγκεκριμένο έργο και με στρογγυλοποίηση των ποσών, ο προϋπολογισμός των 500 εκατομμυρίων να φθάσει στο ποσό των 750 εκατομμυρίων, χωρίς να υπολογίζεται η αναθεώρηση και ο ΦΠΑ] και να οδηγήσει την εργολαβία σε φραγή, πριν από την εντελή αποπεράτωση των εργασιών, πράγμα που είχε ως αναπόδραστη συνέπεια τη δημιουργία νέας εργολαβίας για την ολοκλήρωση του έργου, όπου η αναθεώρηση έφθασε σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό (192%), εξανέμισε τη δοθείσα έκπτωση και εκτίναξε στα ύψή το εργολαβικό όφελος. Η εν λόγω συμπεριφορά του αναδόχου, που άρχισε να εκδηλώνεται αμέσως μετά την εγκατάσταση του στο έργο, ήταν ένα γεγονός που ούτε απαρατήρητο μπορούσε να μείνει ούτε απρόβλεπτες συνέπειες μπορούσε να έχει. Οι ενέργειες του θα έπρεπε να έχουν καταχωρηθεί στο ημερολόγιο του έργου. Αλλά τέτοιο ημερολόγιο δεν βρέθηκε ούτε στα χέρια του αναδόχου ούτε στο αρχείο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας. Πράγμα που σημαίνει είτε ότι ο ανάδοχος δεν τηρούσε ημερολόγιο, οπότε η υπηρεσία θα έπρεπε να έχει αντιδράσει, αλλά κάτι τέτοιο δεν προέκυψε είτε ότι το ημερολόγιο υπεξήχθη εκ των υστέρων, με τρόπο που, επίσης, δεν προέκυψε. Αμφότερες οι εκδοχές υποδηλώνουν επιλήψιμη διαγωγή των κατηγορουμένων. Οι τελευταίοι ήσαν έμπειροι υπάλληλοι, πράγμα το οποίο και οι ίδιοι αποδέχονται, αλλά και ο ανάδοχος γνώριζε καλά, διότι δεν συνεργαζόταν για πρώτη φορά μαζί τους. Αναφέρθηκε, μάλιστα, ότι ο Δ, που πάντοτε ενεργούσε εμφανώς για λογαριασμό του αναδόχου και αφανώς για λογαριασμό των αδελφών του και αυτού του ιδίου (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 6), βρισκόταν τόσο συχνά και για τόσο πολύ χρόνο στα γραφεία της ΔΙΕΦΕΣ, που έδινε την εντύπωση "μονίμου υπαλλήλου" της υπηρεσίας αυτής (βλ. κατάθεση Ζ, σελ. 38 των πρακτικών). Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενοι όχι, απλώς, είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν αμέσως, αλλά και γνώριζαν καλώς τόσο τη διενέργεια της αυθαίρετης εκσκαφής, όσο και τις συνέπειες που αυτή επρόκειτο να έχει. Γι' αυτό το Δικαστήριο δέχεται ότι ο ανάδοχος, προκειμένου να προβεί στην ενέργεια αυτή, μπορεί μεν να μην είχε την επίσημη έγκριση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας [αφού, άλλωστε, τέτοια έγκριση δεν ήταν δυνατό να δοθεί], αλλά είχε την ανεπίσημη συναίνεση των κατηγορουμένων, χωρίς την οποία δεν θα τολμούσε να ενεργήσει, διότι θα διέτρεχε τον άμεσο κίνδυνο να κηρυχθεί έκπτωτος (βλ. κατάθεση Ξ, σελ. 29 των πρακτικών). Όταν ο εργολάβος ζήτησε να πληρωθεί για τις πρώτες χωματουργικές εργασίες, "αποκαλύφθηκε", επισήμως, η αυθαιρεσία του και οι κατηγορούμενοι, ευρισκόμενοι μπροστά σε εργασίες που είχαν γίνει αντίθετα προς τη μελέτη, αρνήθηκαν την πληρωμή [14-6-1989, διότι δεν ήταν δυνατό να πράξουν το αντίθετο, βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 2). Τότε, με πρωτοβουλία του Χ1, κινήθηκε αλληλογραφία με το Υπουργείο Αιγαίου (ΥΠΑΙ), στη γεωγραφική περιφέρεια του οποίου υπάγεται η ....., η οποία θεωρείται παραμεθόρια περιοχή και στην οποία εκτελούνταν το έργο, και επιδιώχθηκε η εφαρμογή ειδικών διατάξεων που από καιρό είχαν ατονήσει [φαινομενικώς κατ' απαίτηση του ΥΠΑΙ, το οποίο, όμως, είχε επισκεφθεί προηγουμένως ο Χ1, βλ. το ..... έγγραφο του ΥΠΑΙ προς ΥΠΕΠΘ/ΔΙΕΦΕΣ], από τις οποίες προβλέπεται η υποχρεωτική κατασκευή καταφυγίων στα δημόσια κτίρια, που κατασκευάζονται σε παραμεθόριες περιοχές. Με τον τρόπο αυτό, η αυθαίρετη εκσκαφή "νομιμοποιήθηκε", με την έννοια ότι εκ των υστέρων [4-7-1990, βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 3] θεωρήθηκε αναγκαία για την κατασκευή καταφυγίων στο υπό ανέγερση σχολικό συγκρότημα. Κατόπιν αυτού, η Διευθύνουσα Υπηρεσία πλήρωσε τον ανάδοχο για όλες τις εκσκαφές (βλ. κατάθεση Π, σελ. 48 των πρακτικών). Και στη συνέχεια, αλληλοδιαδόχως, τον πλήρωσε για όλες τις ποσότητες σκυροδέματος και σιδηρού οπλισμού, τις οποίες αυτός εμφάνισε με [ανακριβή, όπως θα γίνει λόγος στη συνέχεια] επιμετρητικά στοιχεία ως χρησιμοποιηθείσες, τόσο για την κατασκευή του εξ αρχής προβλεπομένου εμβαδού των κτιρίων (περίπου 7.000 μ2) όσο και του πρόσθετου εμβαδού, που απαιτήθηκε κατά την πορεία της εκτέλεσης του έργου, για την κατασκευή των καταφυγίων (περίπου άλλα 3.500 μ2, βλ. καταθέσεις ΣΤ και Π, σελ. 35 και 50 των πρακτικών, αντιστοίχως). Το ότι η υποχρέωση κατασκευής καταφυγίων, όμως, ήταν προσχηματική και μεθοδευμένη για να αποτελέσει έρεισμα "νομιμοποίησης" των αυθαίρετων εκσκαφών, φάνηκε εκ των υστέρων. Πράγματι, λόγω του ότι η δημοπράτηση της κατασκευής των κτιρίων, τα οποία επρόκειτο σύμφωνα με τις μελέτες να στεγάσουν τα εργαστήρια του σχολικού συγκροτήματος, είχε αναβληθεί για οικονομικούς λόγους (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 6), επινοήθηκε η δημιουργία εργαστηρίων στους χώρους των καταφυγίων, που σε καιρό ειρήνης θα παρέμεναν άχρηστοι. Τα καταφύγια, όμως, ως υπόγειοι χώροι, μη φωτιζόμενοι και πλημμελώς αεριζόμενοι, ήταν ακατάλληλα για να χρησιμοποιηθούν ως χώροι κυρίας χρήσεως και, μάλιστα, για την εξυπηρέτηση μαθητών. Έτσι, ανεφύησαν νέες εργασίες, προκειμένου τα καταφύγια να αποκτήσουν ευμεγέθη ανοίγματα [πόρτες και παράθυρα], για την ασφαλή προσέλευση των μαθητών σ' αυτά και τον υγιεινό φωτισμό και αερισμό τους. Είναι εύλογο το συμπέρασμα ότι μετά την εξέλιξη αυτή, τα "καταφύγια" έπαυσαν να έχουν τις προδιαγραφές που απαιτεί ο σκοπός τους, δηλαδή έπαυσαν να είναι καταφύγια και ότι αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί αν η απαίτηση του ΥΠΑΙ να κατασκευασθούν στο συγκεκριμένο σχολικό συγκρότημα ήταν σπουδαία και πραγματική. Αυτή η ανεπίσημη συναίνεση των κατηγορουμένων για την αυθαίρετη εκσκαφή του γηπέδου και η εν συνεχεία μεθοδευμένη "νομιμοποίηση" της αποτελεί μια πρώτη απόδειξη κάποιας "σχέσης", η οποία λειτούργησε ανάμεσα σ' αυτούς και στον Δ και οδήγησε στη διάπραξη των εγκλημάτων που τους αποδίδονται.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Το έργο συνέχισε να εκτελείται μέχρι το καλοκαίρι του 1992, οπότε διαπιστώθηκε ότι ο πραγματικός προϋπολογισμός, χωρίς τις αναθεωρήσεις και το ΦΠΑ, υπερέβη κατά 50% το συμβατικό προϋπολογισμό. Τότε, σύμφωνα με το νόμο, η εργολαβία, που βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη και στο εξής θα αποκαλείται "πρώτη", έπρεπε να σταματήσει. Το σχολικό συγκρότημα, αν και με πολλές ελλείψεις ή κακοτεχνίες (για τις οποίες γίνεται λόγος παρακάτω, βλ. σκέψη αρ. 10), ήταν σχεδόν ολοκληρωμένο (βλ. κατάθεση ΣΤ, σελ. 35 των πρακτικών και τις από 5-6-1997 υπεύθυνες δηλώσεις των Η και Θ, που είχαν διατελέσει βοηθοί των επιβλεπόντων του έργου στη .....). Για λόγους τυπικούς, συντάχθηκε ένα πρωτόκολλο περαιώσεως της πρώτης εργολαβίας με ημερομηνία 23-5-1992 και τρεις μήνες αργότερα, με την από 10-8-1992 απόφαση του ίδιου του Υπουργού ΥΠΕΠΘ, εγκρίθηκε αναδρομικά η παράταση του χρόνου περαίωσης των εργασιών μέχρι την ημερομηνία του εν λόγω πρωτοκόλλου. Και αυτή η αναδρομική παράταση, που έγινε με θετική εισήγηση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, αποτελεί εύνοια προς τον ανάδοχο. Με την ίδια απόφαση, εγκρίθηκε και ο 7ος Συγκριτικός Πίνακας του έργου, με τον οποίο διαπιστώθηκε η επέλευση της φραγής στην εργολαβία και σύμφωνα με τον οποίο το πραγματικό κόστος του έργου, μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε ανέλθει σε 1.450.000.000 δραχμές [μαζί με τις αναθεωρήσεις και το ΦΠΑ]. Ακολούθησε η σύνταξη και άλλων Συγκριτικών Πινάκων. Όταν, μετά από ένα χρόνο, καταρτίσθηκε από τον Χ2 η 50η πιστοποίηση του τελικού λογαριασμού του αναδόχου και συντάχθηκε από τον ίδιο η 50η [τελική] εντολή προς πληρωμή, που εγκρίθηκε με την από 4-8-1993 απόφαση του Γενικού Γραμματέα ΥΠΕΠΘ, για την δημοπρατηθείσα α' φάση του έργου και την αντίστοιχη πρώτη εργολαβία είχαν εκταμιευθεί συνολικώς 1.534.289.459 δραχμές, δηλαδή ποσό περίπου τριπλάσιο του ύψους του αρχικού, συμβατικού προϋπολογισμού. Μετά τη φραγή της πρώτης εργολαβίας, υπήρχαν διάφορες εργασίες που έπρεπε να ολοκληρωθούν, τόσο στον περιβάλλοντα χώρο του σχολικού συγκροτήματος όσο και στο εσωτερικό των κτιρίων ή στις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις αυτών. Έπρεπε, επίσης, να ολοκληρωθεί και η μετασκευή των "καταφυγίων" σε εργαστήρια. Παρά ταύτα, ο συνολικός όγκος των εργασιών αυτών δεν ξεπερνούσε το 10% της συνολικής ποσότητας του έργου. Με την πρόφαση αυτή, ο Χ2 είχε προετοιμάσει ήδη την κατάρτιση νέας, "δεύτερης" εργολαβίας, με τον τίτλο "Εκτέλεση υπολειπομένων εργασιών ολοκλήρωσης του έργου ΤΕΛ [ΚΕΤΕ] .....", για την οποία, λόγω του επείγοντος [κατά την άποψη της Υπηρεσίας], εισηγήθηκε την απ' ευθείας ανάθεση στον αυτό ανάδοχο. Η ανάθεση, πράγματι, έγινε με την ως άνω, από 10-8-1992 απόφαση ΥΠΕΠΘ, ύστερα, μάλιστα, από θετική γνωμοδότηση νομικού συμβούλου ως προς το σύννομο της μη διενέργειας διαγωνισμού και η σχετική σύμβαση υπογράφηκε την 28-8-1992 (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 15). Κατά τον έλεγχο που ακολούθησε εκ των υστέρων, εκφράσθηκε η γνώμη ότι η απ' ευθείας ανάθεση της δεύτερης εργολαβίας στην "TENET ΑΕ" δεν ήταν σύννομη (βλ. τα αναφερόμενα στην από 28-2-1996 Έκθεση του Ελεγκτή του ΣΕΛΔΔ, Ρ, σελ. 21 επ., με τις εκεί παραπομπές στην κοινοτική και στην ελληνική νομοθεσία), Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία, όμως, είναι το αν θα έπρεπε να υπάρξει δεύτερη εργολαβία [με όλες τις, δυσμενείς για το Ελληνικό Δημόσιο, συνέπειες αυτής, όπως εκτίθενται στη συνέχεια, βλ. σκέψη αρ. 9] ή, αντιθέτως, αν θα ήταν δυνατό να μην καταλήξει σε φραγή η πρώτη εργολαβία και να ολοκληρωθεί το έργο κατά τη διάρκεια αυτής. Γιατί αν γίνει δεκτή η δεύτερη εκδοχή, η εκ μέρους του Χ2 επιλογή της πρώτης αποτελεί άλλη μια μεθόδευση (βλ. παρακάτω, σκέψη αρ. 11), η οποία αποδεικνύει το δόλο αυτού, στις πράξεις που του αποδίδονται.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Ουσιαστικά, ακόμη και μετά την τυπική περαίωση της πρώτης εργολαβίας, οι εργασίες δεν σταμάτησαν ποτέ. Μόνο, ο ρυθμός τους μεταβαλλόταν, ατάκτως. Κατά η διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας και εν όψει των στεγαστικών αναγκών των σχολικών μονάδων της περιοχής, το Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Δεκέμβριο 1992, ακολούθησε η διοικητική παραλαβή διαφόρων χώρων του συγκροτήματος "προς χρήση". Στην παραλαβή συνέπραξαν οι διευθυντές των μονάδων αυτών και είναι χαρακτηριστικό το ότι στα σχετικά πρωτόκολλα γίνεται, στερεότυπα, μνεία ότι "οι εργασίες συνεχίζονται" (βλ. τα από 7-9-1992, 19-9-1992, 31-10-1992 και 14-12-1992 πρωτόκολλα). Ο συμβατικός προϋπολογισμός της δεύτερης εργολαβίας ήταν 600.000.000 δραχμές, από τα οποία 370.000.000 δραχμές για κόστος εργασιών, εργολαβικό όφελος και απρόβλεπτα και 230.000.000 δραχμές για αναθεωρήσεις και ΦΠΑ. Εδώ, προξενεί εντύπωση το πώς, ενώ ο συμβατικός προϋπολογισμός της πρώτης εργολαβίας, κατά τη διάρκεια της οποίας το έργο είχε ολοκληρωθεί κατά 90%, ήταν περίπου 500 εκατομμύρια δραχμές, για τα τελειώματα του έργου προϋπολογίσθηκαν, συμβατικώς και πάλι, άλλα 370 εκατομμύρια δραχμές. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας, ο Χ2, εκτός από την ιδιότητα του προϊσταμένου της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, την οποία εξ αρχής είχε και συνέχισε να έχει, προσέδωσε στον εαυτό του και την ιδιότητα του επιβλέποντος των οικοδομικών εργασιών. Αυτό δεν ήταν παράτυπο (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 3) και ο κατηγορούμενος το δικαιολόγησε λέγοντας ότι, μετά την αποχώρηση του Χ1 από την υπηρεσία, δεν μπορούσε να βρει κάποιον άλλο συνάδελφο, που θα δεχόταν να αναλάβει την επίβλεψη ενός ημιτελούς και ήδη προβληματικού έργου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, με τον τρόπο αυτό ο Χ2 απέκτησε και άσκησε τη διοίκηση του έργου κατά τη διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας χωρίς δεύτερη γνώμη, κάτι το οποίο δεν θα ήταν εύκολο να συμβεί, αν θα έπρεπε να συνεργασθεί με ένα άλλο επιβλέποντα, που θα επέμενε να ασκεί με τρόπο τυπικό και αμερόληπτο τα καθήκοντα του. Περίπου ένα έτος μετά την έναρξη της δεύτερης εργολαβίας, εγκρίθηκε από το Διευθυντή ΔΙΕΦΕΣ, την 20-8-1993, ο 1ος Συγκριτικός Πίνακας της εξέλιξής της, με προϋπολογισμό 990.000.000 δραχμές, δηλαδή με μια επαύξηση του συμβατικού προϋπολογισμού κατά 390.000.000 δραχμές, από την οποία το μεγαλύτερο μέρος προοριζόταν για τις αναθεωρήσεις. Η επαύξηση αυτή ήταν προβλέψιμη. Δεν αναφέρθηκε, όμως, κατά την κατάρτιση της δεύτερης εργολαβίας, για να μην φανεί υπερβολικό το ύψος του προϋπολογισμού αυτής κατά τη διαδικασία έγκρισης της απ' ευθείας ανάθεσης από τον αρμόδιο Υπουργό. Επιλέχθηκε το να παρουσιασθεί αργότερα, δια μέσου του Συγκριτικού Πίνακα. Ακολούθησε η σύνταξη και άλλων δύο Συγκριτικών Πινάκων. Όταν, μετά από δέκα μήνες, καταρτίσθηκε από τον Χ2 η 19η πιστοποίηση του τελικού λογαριασμού του αναδόχου για τη δεύτερη εργολαβία και συντάχθηκε από τον ίδιο η 19η [τελική] εντολή προς πληρωμή, που εγκρίθηκε με την από 4-6-1994 απόφαση του Γενικού Γραμματέα ΥΠΕΠΘ, για τη δεύτερη εργολαβία είχαν εκταμιευθεί συνολικώς 1.612.628.759 δραχμές, δηλαδή και πάλι ποσό σχεδόν τριπλάσιο του ύψους του αρχικού, συμβατικού προϋπολογισμού της εργολαβίας αυτής. Το συνολικό κόστος του σχολικού συγκροτήματος, δηλαδή, είχε φθάσει περίπου στα 3,2 δισεκατομμύρια δραχμές. Και ενώ, την εποχή εκείνη, το σύνηθες κόστος ενός σχολικού κτιρίου υπολογιζόταν από 120.000 μέχρι 150.000 δραχμές ανά μ2, στο συγκεκριμένο έργο το πραγματικό κόστος έφθασε στο ποσό των 300.000 ή 320.000 δραχμών ανά μ2 (βλ. καταθέσεις Ξ, Π και Ν, σελ. 24, 50 και 55 των πρακτικών). Οι υπερβάσεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, μετά την έναρξη της χρησιμοποιήσεως των κτιρίων, ότι το έργο εμφάνιζε σημαντικές ελλείψεις και ελαττώματα, που δημιουργούσαν ακόμη και κινδύνους για την ασφάλεια των χρηστών, προκάλεσαν έντονο δημοσιογραφικό θόρυβο, ο οποίος έφθασε μέχρι τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την οποία, αρχικώς, επρόκειτο να χρηματοδοτηθεί το έργο [αλλά, τελικώς, δεν χρηματοδοτήθηκε, βλ. παραπάνω, σελ. 17 των πρακτικών]. Η εξέλιξη αυτή κινητοποίησε την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΠΘ, η οποία, την 17-11-1994, διόρισε τριμελή επιτροπή, συγκροτούμενη από τους Σ [ήδη αποβιώσαντα], Ξ και ΣΤ, με την εντολή να ελέγξει τη νομιμότητα και σκοπιμότητα όλων των διοικητικών ενεργειών που είχαν σχέση με το έργο. Η τριμελής επιτροπή, ύστερα από επιτόπια έρευνα και δειγματοληπτικές μετρήσεις, κατάρτισε το [ήδη αναφερθέν, σε προηγηθείσες παραπομπές] από 30-3-1995 Πόρισμα, το οποίο συνοδεύεται από αναλυτικούς υπολογισμούς και λεπτομερείς πίνακες.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Αυτό, που διαπιστώθηκε και δημιούργησε τη μεγαλύτερη ανησυχία, ήταν το ότι ο σιδήρους οπλισμός των υποστυλωμάτων του κτιριακού συγκροτήματος ήταν κατά πολύ ασθενέστερος από τον προβλεπόμενο στα σχέδια κατασκευής [σε ποσοστό από 15% έως 80%, σύμφωνα με το συμπέρασμα του Τ, πολιτικού μηχανικού, ο οποίος ορίσθηκε ως τεχνικός σύμβουλος από τον Υπουργό ΥΠΕΠΘ και εκπόνησε ειδική μελέτη αποκατάστασης, βλ. τις σχετικές εκθέσεις του, το από 5-10-1998 Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής και κατάθεση Ν, σελ. 54 των πρακτικών], παρά το γεγονός ότι αυτά είχαν εφαρμοσθεί μετά την αναπροσαρμογή τους στις απαιτήσεις του νεότερου αντισεισμικού κανονισμού (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 15). Η διαπίστωση αυτή, που συνδεόταν άμεσα με τη στατική επάρκεια των κτιρίων και την ασφάλεια των μαθητών, προκάλεσε ευρεία αναστάτωση στην τοπική κοινωνία και επέφερε τη διακοπή της χρήσεως του συγκροτήματος μέχρις ότου πραγματοποιήθηκε από το ΥΠΕΠΘ, σε συνεργασία με τοπικούς φορείς, η ενίσχυση του φέροντος οργανισμού των κτιρίων, για την οποία δαπανήθηκαν έτερα 218.000.000 δραχμές (βλ. το από 5-10-1998 Πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής, που υπολογίζει το εν λόγω ποσό ως ζημία του κυρίου του έργου, η οποία πρέπει να καταλογισθεί σε βάρος του αναδόχου). Υπήρχαν και πολλές άλλες ελλείψεις ή κακοτεχνίες, όπως στις μονώσεις των δωμάτων, στους υαλοπίνακες, στη θερμομόνωση των εξωτερικών τοίχων, στα μεταλλικά κιγκλιδώματα, στις αποχετεύσεις, στα εμφανή σκυροδέματα κλπ, με την κοστολόγηση των οποίων δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα η επιτροπή ελέγχου (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 16). Πέραν αυτών, όμως, διαπιστώθηκε ότι σε όλη τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου ο ανάδοχος, προκειμένου να πληρωθεί, εμφάνιζε επιμετρήσεις, ΠΠΑΕ και λοιπά συναφούς χρησιμότητας στοιχεία, τα οποία ήσαν ανειλικρινή. Ειδικότερα, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο Δ: α) για το ίδιο τμήμα του έργου εμφάνισε διπλά ΠΠΑΕ, με διαφορετική αρίθμηση και σε διαφορετικούς χρόνους, β) εμφάνισε ως εκτελεσθείσες, ποσότητες του έργου οι οποίες ούτε στη μελέτη προβλέπονταν, αλλά [το σπουδαιότερο] ούτε στην πραγματικότητα είχαν εκτελεσθεί και γ) εμφάνισε ως εκτελεσθείσες, ποσότητες του έργου οι οποίες προβλέπονταν στη μελέτη, αλλά στην πραγματικότητα δεν είχαν εκτελεσθεί (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 10). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι κατηγορούμενοι, με τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν, αποδέχθηκαν στο σύνολο τους τις επιμετρήσεις κλπ που εμφάνισε ο ανάδοχος, άλλοτε χωρίς καμιά διόρθωση και άλλοτε με κατ' επίφαση διορθώσεις, που δεν αποκαθιστούσαν την αλήθεια [διότι οι σχετικές αριθμητικές πράξεις ήσαν απολύτως λανθασμένες και προχώρησαν στην έγκριση αυτών, στην πιστοποίηση των λογαριασμών του αναδόχου [οι οποίοι περιλάμβαναν τις σχετικές εργασίες και την αναλογούσα δαπάνη, αμοιβή και λοιπές επιβαρύνσεις] και στην έκδοση των αντίστοιχων εντολών πληρωμής, τις οποίες, μετά από την εκάστοτε εγκριτική απόφαση του, λόγω ποσού αρμοδίου, προϊσταμένου κλιμακίου [το οποίο πειθόταν στις διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων], ακολουθούσε η εκταμίευση του δημοσίου χρήματος (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 5). Εκ των υστέρων, δηλαδή μετά το θόρυβο που προκλήθηκε και την έρευνα που διενεργήθηκε, ο ίδιος ο ανάδοχος αναγνώρισε εν μέρει τις ανακρίβειες αυτές και τις απέδωσε σε "λάθος" (βλ. το από 22-10-1996 έγγραφο της "TENET AE" προς το ΥΠΕΠΘ/ΔΙΕΦΕΣ, που υπογράφεται από το Δ). Δεν είναι, όμως, δυνατό να γίνει αποδεκτή η εκδοχή του "λάθους", όταν πρόκειται, σύμφωνα με την ομολογία του αναδόχου, "για όλες τις ποσότητες των οικοδομικών εργασιών που περιέχονται στα με αριθμό 48, 49, 50, 51, 58, 59, 60, 61, 62 και 63 ΠΠΑΕ, τα οποία ... επικαλύπτονται με άλλα ΠΠΑΕ" και για διαφορές της τάξεως των 1.800 μ3 στο σκυρόδεμα τύπου Β225 [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 6.616 μ3, αλλά οι κατηγορούμενοι δέχθηκαν ως ειλικρινείς επιμετρήσεις για 12.000 μ3, βλ. κατάθεση Ξ, σελ. 25 των πρακτικών], των 395 τόνων στο σιδηρού οπλισμό τύπου stal III [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 417 τόνοι], των 24 τόνων στο σιδηρού οπλισμό τύπου stal IV [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 38 τόνοι], των 19 τόνων στο πλαστικοποιητικό μάζας [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 11 τόνοι], των 27 τόνων στις μολυβδοκατασκευές [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 15 τόνοι, διότι αντί φύλλων πάχους 6 χιλιοστών, τοποθετήθηκαν φύλλα πάχους 2 χιλιοστών, βλ. κατάθεση ΣΤ, σελ. 34 των πρακτικών] και των 19 τόνων στις μεταλλικές εσχάρες δαπέδου [όπου η πραγματική ποσότητα ήταν 21 τόνοι]. Οι ποσότητες, δηλαδή, τις οποίες ο ίδιος ο ανάδοχος δέχθηκε να αφαιρέσει από τις επιμετρήσεις και τους λογαριασμούς του, όταν έγινε γνωστό το πόρισμα της τριμελούς επιτροπής, είναι υπερβολικά μεγάλες σε σχέση με τις πραγματικές, έτσι ώστε η συμπερίληψη τους, αρχικώς, στους λογαριασμούς να μην μπορεί να αποδοθεί σε λάθος, αλλά σε σκόπιμη ενέργεια. Και αυτές οι τόσο μεγάλες διαφορές ["οφθαλμοφανείς" χαρακτηρίζονται στο από 30-3-1995 Πόρισμα] δεν ήταν δυνατό να διαφύγουν της προσοχής των κατηγορουμένων, οι οποίοι ήσαν εκ του νόμου υποχρεωμένοι να ελέγχουν διαρκώς την ακρίβεια των επιμετρητικών στοιχείων και των λογαριασμών του εργολάβου και, λόγω των επιστημονικών γνώσεων και της εμπειρίας που [κατά δική τους ομολογία] είχαν, μπορούσαν ευχερώς να το πράξουν. Το ίδιο συνέβη και με τις χωματουργικές εργασίες, όπου, ενώ σύμφωνα με τις μελέτες προβλέπονταν εκσκαφές συνολικού όγκου [με στρογγυλοποίηση] 33.000 μ3 και σύμφωνα με την καταμέτρηση της τριμελούς επιτροπής ελέγχου υπολογίσθηκαν 55.000 μ3 [διότι είχε μεσολαβήσει η αυθαίρετη ενέργεια του αναδόχου], είχαν πιστοποιηθεί και πληρωθεί κατά τη διάρκεια της πρώτης εργολαβίας 95.000 μ3 και κατά τη διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας έτερα 25.000 μ3, ήτοι συνολικώς περίπου 120.000 μ3 (βλ. κατάθεση Ξ, σελ. 25 των πρακτικών και διευκρίνιση του ιδίου, σε αντιπαράσταση με Π, σελ. 49 των πρακτικών). Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι οι ως άνω επί πλέον ποσότητες δεν συνδέονται με τις μεταβολές και την επαύξηση του συμβατικού έργου, που είχαν εγκριθεί με Συγκριτικούς Πίνακες, αλλά εμφανίσθηκαν αναληθώς ως εκτελεσθείσες και παρά ταύτα εγκρίθηκαν από τους κατηγορουμένους. Αυτή, λοιπόν, η αποδοχή των καταφανώς ανειλικρινών λογαριασμών του αναδόχου εκ μέρους των κατηγορουμένων, αποτελεί άλλο ένα στοιχείο που οδηγεί στην κατάφαση του δόλου αυτών.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Οι ομάδες των εργασιών, στις οποίες παρατηρήθηκαν οι μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ των ποσοτήτων που αφ' ενός πραγματοποιήθηκαν [μικρότερων] και αφ' ετέρου πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν [μεγαλύτερων] στην πρώτη εργολαβία, ήταν οι παρακάτω: Α) Χωματουργικά [ομάδα Β1], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν [πάντοτε μετά την αφαίρεση της έκπτωσης και την προσθήκη του εργολαβικού οφέλους, χωρίς την αναθεώρηση και το ΦΠΑ] 244.929.494 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 115.031.878 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 129.897.616 δραχμές. Β) Σκυροδέματα [ομάδα Β2, όπου περιλαμβάνονται και ο σιδηρούς οπλισμός και το πλαστικοποιητικό μάζας], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 307.547.879 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 147.008.816 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 160.539.063 δραχμές. Γ) Καλύψεις - στεγανώσεις [ομάδα Β3], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 12.763.053 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 1.947.145 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 10.815.908 δραχμές· Δ) Μολυβδοκατασκευές - σιδηρές εσχάρες [ομάδα Β6], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 70.400.372 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 28.256.264 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 42.144.108 δραχμές (τα στοιχεία έχουν ληφθεί από την ανασύνταξη της 50ης πιστοποίησης της πρώτης εργολαβίας, στην οποία έχει προβεί η τριμελής επιτροπή ελέγχου και η οποία συνοδεύει το από 30-3-1995 Πόρισμα αυτής). Το σύνολο των ως άνω διαφορών είναι 343.396.695 δραχμές. Οι διαφορές αυτές, που συνιστούν ένα πολύ υψηλό ποσό σε σύγκριση με το συμβατικό προϋπολογισμό του έργου [υπενθυμίζεται ότι ήταν περίπου 505.000.000 δραχμές] δεν θα είχαν πληρωθεί στον ανάδοχο, αν οι κατηγορούμενοι, με την ιδιότητα που ο καθένας είχε και ενήργησε (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 6), είχαν θελήσει να κάνουν ουσιαστικό έλεγχο στα επιμετρητικά στοιχεία και ορθολογική σύγκριση μεταξύ των εμφανιζομένων και των συμβατικών ή πράγματι δυναμένων να τοποθετηθούν ποσοτήτων (βλ. κατάθεση ΣΤ, σελ. 34 των πρακτικών). Πέραν τούτου, όμως, εάν η διοίκηση του έργου είχε γίνει με τον προσήκοντα τρόπο και εάν τα επί πλέον επιμετρητικά στοιχεία είχαν απορριφθεί από τους κατηγορουμένους, ως αναληθή, τότε οι εν λόγω διαφορές, που επαύξησαν το συμβατικό προϋπολογισμό του έργου, δεν, θα είχαν δημιουργηθεί. Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη εργολαβία δεν θα είχε οδηγηθεί σε φραγή [υπέρβαση του συμβατικού προϋπολογισμού κατά 50%] και τα τελειώματα του έργου θα είχε καταστεί δυνατό να συντελεσθούν κατά τη διάρκεια αυτής, αφού για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών στον προϋπολογισμό της δεύτερης εργολαβίας διατέθηκαν 370.000.000 δραχμές, δηλαδή ποσό ελάχιστα μεγαλύτερο από το σύνολο των ως άνω διαφορών, που οφείλονταν στις ανακριβείς επιμετρήσεις. Η κατάρτιση δεύτερης εργολαβίας δεν θα είχε απαιτηθεί και οι εξαιρετικά μεγάλες εκταμιεύσεις, που συνέβησαν κατά τη διάρκεια αυτής λόγω του υπερβολικά υψηλού ποσοστού αναθεώρησης (192%), θα είχαν αποφευχθεί (βλ. το από 30-3-1995 Πόρισμα, σελ. 18 και κατάθεση Ν, σελ. 57 των πρακτικών). Κατά συνέπεια, η παραδοχή, στην οποία το Δικαστήριο καταλήγει τώρα επί του προβληματισμού που διατυπώθηκε παραπάνω (βλ. στο τέλος της σκέψεως αρ. 8), είναι ότι το έργο θα μπορούσε να ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια της πρώτης εργολαβίας και ότι η δεύτερη εργολαβία υπήρξε μια μεθόδευση, που απέβλεπε στην αθέμιτη ωφέλεια του αναδόχου και στην κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Οι ομάδες των εργασιών, στις οποίες παρατηρήθηκαν οι μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ των ποσοτήτων που αφ' ενός πραγματοποιήθηκαν [μικρότερων] και αφ' ετέρου πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν [μεγαλύτερων] στη δεύτερη εργολαβία, κατά τη διάρκεια της οποίας, σημειωτέον, δεν είχε την υπαλληλική ιδιότητα ο Χ1, ήταν οι παρακάτω: Α) Εργασίες κατ' αποκοπή [ομάδα Α1], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 82.442.151 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 65.188.669 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 17.253.482 δραχμές. Β) Χωματουργικά [ομάδα Β1], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 97.202.909 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 38.477.776 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 58.725.133 δραχμές. Γ) Σκυροδέματα [ομάδα Β2], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 69.989.699 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 25.076.659 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 44.913.040 δραχμές. Δ) Αποχετεύσεις ομβρίων [ομάδα Β6], πιστοποιήθηκαν και πληρώθηκαν 71.906.459 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την επιτόπια έρευνα η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν 35.414.535 δραχμές, ήτοι διαφορά υπέρ του αναδόχου 36.491.924 δραχμές (τα στοιχεία έχουν ληφθεί από την ανασύνταξη της 19ης πιστοποίησης της δεύτερης εργολαβίας, στην οποία έχει προβεί η Τριμελής Επιτροπή Ελέγχου και η οποία συνοδεύει το από 30-3-1995 πόρισμα αυτής). Το σύνολο των ως άνω διαφορών είναι 157.383.579 δραχμές. Οι διαφορές αυτές, που συνιστούν ένα πολύ υψηλό ποσό σε σύγκριση με το συμβατικό προϋπολογισμό των εργασιών στη δεύτερη εργολαβία [υπενθυμίζεται ότι ήταν περίπου 370.000.000 δραχμές] δεν θα είχαν πληρωθεί στον ανάδοχο, αν ο Χ2, με τη διπλή ιδιότητα που είχε και ενήργησε κατά τη διάρκεια της εργολαβίας αυτής (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 9), είχε θελήσει να κάνει ουσιαστικό έλεγχο στα επιμετρητικά στοιχεία και ορθολογική σύγκριση μεταξύ των εμφανιζομένων και των συμβατικών ή πράγματι δυναμένων να τοποθετηθούν ποσοτήτων.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Η έγκριση, όμως, των ανειλικρινών επιμετρητικών στοιχείων [επιμετρήσεων, ΠΠΑΕ κλπ], η με βάση αυτά πιστοποίησή των, επίσης, ανειλικρινών λογαριασμών του αναδόχου και η έκδοση των συναφών εντολών πληρωμής δεν είχε ως μόνη συνέπεια την υπέρ του αναδόχου δημιουργία των διαφορών που αναφέρθηκαν στις δύο προηγούμενες σκέψεις (αρ. 11 και 12). Είχε ως αυτόματη συνέπεια και την αντίστοιχη αύξηση της αναθεώρησης, αφού, αναλόγως του εμφανιζομένου χρόνου εκτελέσεως των διαφόρων εργασιών, οι αναγραφόμενες τιμές προσαυξάνονταν με το εκάστοτε ισχύον, νόμιμο ποσοστό αναθεώρησης. Έτσι, λόγω αναθεώρησης, ο ανάδοχος στην πρώτη εργολαβία έλαβε 481.186.981 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας θα έπρεπε να λάβει 194.149.347 δραχμές, ήτοι έλαβε επί πλέον 287.037.634 δραχμές και στη δεύτερη εργολαβία έλαβε 795.634.698 δραχμές, ενώ σύμφωνα με την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας θα έπρεπε να λάβει 565.618.877 δραχμές, ήτοι έλαβε επί πλέον 230.015.821 δραχμές. Όλα αυτά τα επί πλέον ποσά εκταμιεύθηκαν υπέρ του αναδόχου, χωρίς να οφείλονται στην πραγματικότητα από το Ελληνικό Δημόσιο και αποτέλεσαν περαιτέρω όφελος του πρώτου επί ζημία του δευτέρου.
Από τα αυτά, ως, άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Αναφέρθηκε ότι ο ανάδοχος του έργου και, προσωποποιημένα, ο Δ, που ενεργούσε πάντοτε για λογαριασμό της "TENET AE" και συναλλασσόταν με την υπηρεσία, εμφάνιζε επιμετρητικά στοιχεία και λογαριασμούς με εργασίες και ποσότητες τεχνηέντως διογκωμένες [και, μάλιστα, σε υπερβολικό βαθμό], με σκοπό να παραπλανήσει τα εκάστοτε αρμόδια [λόγω ποσού] όργανα του Ελληνικού Δημοσίου και να επιτύχει την υπέρ αυτού εκταμίευση χρηματικών ποσών, ως δαπάνες και εργολαβικό όφελος, εξαιρετικά υψηλότερων από τα πράγματι αναλογούντα και δικαιούμενα. Τα όργανα αυτά ήσαν άλλοτε ο Διευθυντής της ΔΙΕΦΕΣ, άλλοτε ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ και άλλοτε ο Υπουργός του ΥΠΕΠΘ. Το όφελος, από την είσπραξη των μη δικαιούμενων ποσών, πήγαινε στην "TENET AE" και σε όσα φυσικά πρόσωπα συνδέονταν με αυτήν [τον Δ και τους αδελφούς του]. Η αντίστοιχη ζημία απέβαινε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και, αποτιμώμενη συνολικώς [όπως ορίζεται ανέκαθεν στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950], όχι μόνο υπερέβαινε το ποσό των δραχμών 50.000.000, αλλά ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού και μόνο τα χρηματικά ποσά, που αναφέρονται στις αμέσως προηγούμενες σκέψεις (βλ. παραπάνω, αρ. 11, 12 και 13), αθροίζονται σε (343.396.695 + 157.383.579 + 287.037.634 + 230.015.821 =) 1.017.833.729 δραχμές [στην πραγματικότητα, η ζημία του Ελληνικού Δημοσίου είναι πολύ μεγαλύτερη, διότι στα ως άνω ποσά προστίθεται ο αναλογούν ΦΠΑ, η ζημία από τις κακοτεχνίες του έργου και άλλα κονδύλια, τα οποία υπερβαίνουν τη δυνατότητα έρευνας στο πλαίσιο της παρούσας ποινικής δίκης]. Ο Δ, δηλαδή, διέπραξε απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και για την πράξη αυτή, καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, χωρίς τώρα το Δικαστήριο να ασχολείται ιδιαίτερα μαζί του, αφού η ασκηθείσα έφεση του έχει ήδη απορριφθεί ως ανυποστήρικτη. Στην πράξη αυτή, όμως, δεν θα μπορούσε να προβεί μόνος (βλ. κατάθεση ΣΤ, σελ. 34 των πρακτικών), δηλαδή χωρίς την άμεση και συνειδητή υποστήριξη των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι ήσαν κατά νόμο υποχρεωμένοι να επαληθεύουν τις επιμετρήσεις και τους λογαριασμούς του, να πιστοποιούν την ακρίβεια αυτών και να εντέλλονται τις πληρωμές και, με τον τρόπο αυτό, να δημιουργούν το υπόβαθρο έκδοσης των τελικών, εγκριτικών αποφάσεων από τα ως άνω αρμόδια όργανα, τα οποία εκπροσωπούσαν εκάστοτε [λόγω ποσού] το ελληνικό Δημόσιο και, παραπλανώμενα από τους αναληθείς λογαριασμούς τού Δ και τις επ' αυτών πιστοποιήσεις και εντολές των υφισταμένων τους, διέτασσαν την αντίστοιχη εκταμίευση. Οι υπάλληλοι αυτοί ήσαν οι δύο κατηγορούμενοι. Από αυτούς, ο κατηγορούμενος Χ1, με την ιδιότητα του επιβλέποντος των οικοδομικών εργασιών κατά τη διάρκεια της πρώτης εργολαβίας, προσυπέγραψε, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και με πρόθεση να διευκολύνει τον Δ, στις επιμετρήσεις, στα πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών (ΠΠΑΕ) και στα πρωτόκολλα ζυγίσεως σιδηρού οπλισμού (ΠΖΣΟ), που εκείνος υπέβαλλε στην υπηρεσία, καθώς και στις πιστοποιήσεις των λογαριασμών και στις εντολές προς πληρωμή, που εξέδιδε ο συγκατηγορούμενός του Χ2, ως προϊστάμενος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας. Και ο τελευταίος, με την εν λόγω ιδιότητα και έχοντας ως έρεισμα την προσυπογραφή του συγκατηγορουμένου του Χ1, χωρίς, επίσης, ουσιαστικό έλεγχο και με πρόθεση να διευκολύνει τον Δ, ενέκρινε τις επιμετρήσεις, τα ΠΠΑΕ και τα ΠΖΣΟ και εξέδιδε τις πιστοποιήσεις και τις εντολές προς πληρωμή, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Με τον τρόπο αυτό και κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, οι δύο κατηγορούμενοι δεν έγιναν συναυτουργοί της απάτης, την οποία μετήλθε ο Δ, αλλά άμεσοι συνεργοί σ' αυτήν, δεδομένου του ότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η εξαπάτηση των αρμοδίων προϊσταμένων κλιμακίων δεν θα μπορούσε να συντελεσθεί χωρίς τις προηγούμενες υπηρεσιακές ενέργειες των εν λόγω κατηγορουμένων, που ενίσχυσαν την αξιοπιστία των αναληθών παραστάσεων του αναδόχου και οδήγησαν αποτελεσματικά στην έκδοση των αντίστοιχων αποφάσεων για τις υπέρ εκείνου εκταμιεύσεις. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινισθεί ότι το αντικείμενο της απάτης και κατ' επέκταση της άμεσης συνέργιας σ' αυτήν, πρέπει να περιορισθεί στα ποσά που αναφέρονται παραπάνω Και όχι στα μεγαλύτερα, που είχαν προσδιορισθεί πρωτόδικος και συνδέονται με πρόσθετους υπολογισμούς, οι οποίοι δεν επαληθεύτηκαν στην παρούσα διαδικασία.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Προκειμένου να παρασχεθεί η ως άνω άμεση συνέργια στην τέλεση του εγκλήματος της απάτης, ο κατηγορούμενος Χ2, ως προϊστάμενος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, εξέδωσε τις αποφάσεις έγκρισης των επιμετρήσεων, των ΠΠΑΕ, των ΠΖΣΟ όλων των οικοδομικών και ηλεκτρομηχανικών εργασιών και, στη συνέχεια, εξέδωσε όλες τις πιστοποιήσεις των λογαριασμών που υπέβαλε ο ανάδοχος και τις αντίστοιχες εντολές προς πληρωμή, έχοντας για τις ενέργειες αυτές, κατά τη διάρκεια της πρώτης εργολαβίας, και την προσυπογραφή του συγκατηγορουμένου του Χ1 [εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται παρακάτω, βλ. σκέψη αρ. 16]. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας, όπου ασκούσε ο ίδιος και τα καθήκοντα του επιβλέποντος των οικοδομικών εργασιών, ενεργούσε κατά κανόνα μόνος, υπογράφοντας τόσο ως επιβλέπων όσο και ως προϊστάμενος [και σε ορισμένες περιπτώσεις με την προσυπογραφή του επιβλέποντος των Η/Μ εργασιών Υ, που έχει αποβιώσει]. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο Χ2, ως δημόσιος υπάλληλος επιφορτισμένος με την έκδοση των εγγράφων αυτών, που όπως προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 5) ήσαν δημόσια έγγραφα κατά την έννοια της ΠΚ 242 παρ. 1, βεβαίωνε εν γνώσει του ψευδώς ότι όλες οι επιμετρήσεις, ΠΠΑΕ κλπ που προσκομίζονται από τον ανάδοχο έχουν καλώς, ότι οι αναγραφόμενες σ' αυτά ποσότητες έχουν εκτελεσθεί ή τοποθετηθεί, ότι οι υποβληθέντες λογαριασμοί είναι αξιόπιστοι ("πιστοποίηση") και ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για vα καταβληθεί στον ανάδοχο το αναλογούν ποσό ("εντολή προς πληρωμή"). Με τη συμπεριφορά αυτή τέλεσε την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως και, μάλιστα, με την επιβαρυντική μορφή του ότι είχε το σκοπό να προσπορίσει σε τρίτο αθέμιτο όφελος και ταυτόχρονα να βλάψει παράνομα άλλον, το δε όφελος και η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ΠΚ 242 παρ. 1 και 3, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. β' του ν. 2408/1996) και, επί πλέον, [με την επιβαρυντική μορφή] τού ότι η πράξη στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και το συνολικό όφελος που πέτυχε ο κατηγορούμενος υπέρ του τρίτου και η αντίστοιχη ζημία που προκλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών και, επιπροσθέτως, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 1 του ν. 1608/1950, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. γ' του ν. 2408/1996). Περαιτέρω και κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, ο Χ1, που δεν υπήρξε ο εκδότης των ως άνω εγγράφων, αλλά προσυπέγραψε σ' αυτά και παρέσχε έρεισμα στον Χ2 για να τα εκδώσει και να βεβαιώσει τα ως άνω ψευδή περιστατικά, δεν έγινε αυτουργός ή συναυτουργός της ψευδούς βεβαιώσεως, αφού ο ίδιος δεν ήταν αρμόδιος για την έκδοση των εγγράφων αυτών, αλλά άμεσος συνεργός τού Χ2 σε όσες από τις επί μέρους πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως στηρίχθηκαν και στη δική του προσυπογραφή. Και ειδικότερα, η εν λόγω άμεση συνέργια παρασχέθηκε αφ' ενός με την προσυπογραφή στις πιστοποιήσεις και τις εντολές προς πληρωμή, τις οποίες εξέδιδε ο Χ2 και αφ' ετέρου με την προσυπογραφή επί των επιμετρήσεων, ΠΠΑΕ κλπ, που, όπως αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 5), δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της ΠΚ 242 παρ. 1 [γι' αυτό και με τη σύνταξη τους δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως], αλλά ως στοιχεία της εσωτερικής υπηρεσίας αποτέλεσαν την αποδεικτική βάση για την έκδοση των πιστοποιήσεων και των εντολών πληρωμής.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Η προαναφερθείσα αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και για όσο χρονικό διάστημα ο καθένας από αυτούς είχε, παράλληλα, την ως άνω υπαλληλική ιδιότητα. Ο Χ1 δεν είχε καμιά ανάμιξη κατά την εξέλιξη της δεύτερης σύμβασης, αφού τότε είχε αποβάλει την υπαλληλική ιδιότητα. Γι' αυτό και η περιγραφή των πράξεων, οι οποίες του αποδίδονται και για τις οποίες καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, δεν επεκτείνεται στη διάρκεια της δεύτερης εργολαβίας. Και κατά τη διάρκεια της πρώτης εργολαβίας, όμως, δεν προσυπέγραψε στις πιστοποιήσεις και εντολές προς πληρωμή με τους αύξοντες αριθμούς 28η, 38η, 42η, 44η, 49η και 50η, διότι κατά τη διαδικασία έκδοσης τους βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια. Γι' αυτές τις μερικότερες πράξεις, ως στοιχεία του εγκλήματος της άμεσης συνέργιας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, ο Χ1 πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Ο Χ2, με την εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε αθώος για την επί μέρους πράξη της ψευδούς βεβαίωσης που αναφέρεται στην έκδοση των δέκα Συγκριτικών Πινάκων της πρώτης εργολαβίας. Αυτό φαίνεται καθαρά στη σελ. 450 της εκκαλουμένης, όπου είναι καταχωρημένη η απαλλακτική διάταξη, η οποία υπερισχύει του προφανούς σφάλματος, που εμφιλοχώρησε στη σελ. 425 της εκκαλουμένης, όπου, μεταξύ των επί μέρους πράξεων της ψευδούς βεβαίωσης που περιλαμβάνονται στο καταδικαστικό σκέλος, αναγράφεται και η έκδοση των εν λόγω Συγκριτικών Πινάκων. Επομένως, πρέπει τώρα να απαλειφθεί από το κατηγορητήριο η εν λόγω μερικότερη πράξη. Η απαλλαγή του Χ2 από την εν λόγω μερικότερη πράξη πρέπει να οδηγήσει και στην αντίστοιχη απαλλαγή του Χ1 από την πράξη της συμμετοχής στην έκδοση των εν λόγω Συγκριτικών Πινάκων. Στον κατηγορούμενο Χ2, ως επί μέρους πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης αναφέρονται και η έκδοση των τριών Συγκριτικών Πινάκων της δεύτερης εργολαβίας, η έκδοση της ..... απόφασης περαίωσης των εργασιών α' και β' φάσεως και η έκδοση της ..... έκθεσης περαίωσης εργασιών, για τις οποίες καταδικάσθηκε πρωτοδίκως (βλ. σελ. 426 της εκκαλουμένης). Ο τρόπος συμμετοχής του κατηγορουμένου στην έκδοση των πράξεων αυτών, καθώς και η σημασία τους για την τέλεση του [βασικού] εγκλήματος της απάτης του αναδόχου, χάριν του οποίου τελέσθηκε και η ψευδής βεβαίωση, δεν διευκρινίσθηκε επαρκώς. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες και είναι υποχρεωμένο να κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο Χ2 για τις ως άνω μερικότερες πράξεις. Περαιτέρω, το αντικείμενο των πράξεων των κατηγορουμένων δεν εκτείνεται στο σύνολο του εκτελεσθέντος έργου. Διότι έργο εκτελέσθηκε και, κατά συνέπεια, οι επιμετρήσεις, τα ΠΠΑΕ κλπ και οι λογαριασμοί του αναδόχου, καθώς και οι πιστοποιήσεις και οι εντολές προς πληρωμή της Διευθύνουσας Υπηρεσίας δεν ήσαν ψευδείς στο σύνολο τους. Ψευδείς ήσαν μόνο κατά το μέρος, στο οποίο ο ανάδοχος διόγκωνε τις ποσότητες και εμφάνιζε ως εκτελεσθείσες, εργασίες, οι οποίες δεν είχαν εκτελεσθεί. Τα σπουδαιότερα από τα μεγέθη αυτά αναφέρθηκαν ήδη παραπάνω (βλ. σκέψεις αρ. 11, 12 και 13) και σ' αυτά πρέπει να εντοπισθεί η κατηγορία. Λόγω, όμως, του ότι οι λογαριασμοί συντάσσονταν πάντοτε ανακεφαλαιωτικός, δηλαδή κάθε νεότερος λογαριασμός περιλάμβανε περιληπτικώς και όλους τους προηγούμενους, σε όλες τις εγκρίσεις των επιμετρήσεων, των ΠΠΑΕ κλπ, σε όλες τις πιστοποιήσεις και σε όλες τις εντολές πληρωμής μεταφερόταν ή εμφιλοχωρούσε, κατά περίπτωση, το ανάλογο ψεύδος. Υπό αυτήν την έννοια, δηλαδή ως εν μέρει ψευδή, καταχωρούνται στο διατακτικό όλα τα έγγραφα αυτά.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Οι δύο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν εν γένει την κατηγορία και ειδικότερα το δόλο τους. Ειδικότερα, υποστήριξαν ότι οι ίδιοι, που ασκούσαν τα καθήκοντα τους στην Αθήνα, δεν είχαν σχεδόν καμιά επαφή με το έργο, το οποίο εκτελούνταν στη ..... . Και ότι για το λόγο αυτό, προκειμένου να δεχθούν τους λογαριασμούς του αναδόχου, βασίζονταν αποκλειστικά στις επιμετρήσεις, ΠΠΑΕ, ΠΖΣΟ κλπ, τα οποία συνέτασσε εκείνος και προσυπέγραψαν οι βοηθοί επιβλέποντες, που βρίσκονταν στον τόπο του έργου. Ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη, παράλληλη ευθύνη των βοηθών επιβλεπόντων, η οποία δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της δίκης [διότι εναντίον κάποιων από αυτούς δεν απαγγέλθηκε κατηγορία, ενώ οι βοηθοί επιβλέποντες Η και Θ έχουν αθωωθεί πρωτοδίκως], η προσωπική ευθύνη των κατηγορουμένων, με τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν, δεν αίρεται. Σύμφωνα με το νόμο (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 3), ο μεν προϊστάμενος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας έχει την υποχρέωση να ελέγχει την εκ μέρους των επιβλεπόντων άσκηση της επιβλέψεως του έργου, ο δε επιβλέπων έχει την υποχρέωση να ελέγχει την εκ μέρους του βοηθού επιβλέποντος άσκηση των καθηκόντων εκείνου, χωρίς κανένας από αυτούς να έχει τη δυνατότητα να μετακυλήσει την ευθύνη στους υφισταμένους του και να απαλλαγεί από αυτήν. Πέραν τούτου, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι αυτοί "δεν γνώριζαν" την πραγματική κατάσταση, διότι "παραπλανήθηκαν" από τους βοηθούς επιβλέποντες, ελέγχεται ως προσχηματικός και αβάσιμος, όπως αναφέρθηκε ήδη και συνοψίζεται στη συνέχεια. Ενώπιον του Δικαστηρίου, βέβαια, κατέθεσαν πολλοί μάρτυρες, οι οποίοι, όντας πρώην συνάδελφοι και συνεργάτες των κατηγορουμένων, είπαν γι' αυτούς ότι είναι ικανοί και έντιμοι άνθρωποι και απέκλεισαν την περίπτωση να ενήργησαν εκ δόλου (βλ. ενδεικτικώς, τις καταθέσεις των Ι, Κ, Λ και Μ, στις σελ. 74, 77, 79 και 84 των πρακτικών, αντιστοίχως). Για δόλο απέφυγαν να μιλήσουν, ευθέως, ακόμη και οι μάρτυρες κατηγορίας, στις καταθέσεις των οποίων στηρίζονται οι περισσότερες από τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν. Περιορίσθηκαν στο να πουν ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων κατά τη διοίκηση και διαχείριση του έργου οφειλόταν "τουλάχιστον σε βαριά αμέλεια" (βλ. ενδεικτικώς, την κατάθεση του Ν, στη σελ. 54 των πρακτικών). Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι οι μάρτυρες δεν είχαν [αλλά και ούτε θα μπορούσαν να έχουν] ευθεία γνώση περιστατικών, τα οποία στοιχειοθετούν κάποια "σχέση" μεταξύ των κατηγορουμένων και του αναδόχου, ως παραγωγικό αίτιο της πρόθεσης αυτών να τελέσουν τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται. Γι' αυτό και, μη μπορώντας να δικαιολογήσουν με άλλο τρόπο τις ενέργειες των κατηγορουμένων κατά τη διοίκηση και διαχείριση του έργου, μίλησαν "τουλάχιστον" για βαριά αμέλεια. Και πρόσθεσαν με ειλικρίνεια τον προβληματισμό ότι, βέβαια, "δεν μπορεί να υπάρχει απλώς αμέλεια, όταν πρόκειται για συνεχείς εγκρίσεις μη ειλικρινών λογαριασμών" και ότι "πρέπει οι κατηγορούμενοι να γνώριζαν ότι οι επιμετρήσεις είναι πλασματικές", διότι "οι υπερβάσεις θα μπορούσαν ευχερώς να διαπιστωθούν, αν γινόταν πραγματικός έλεγχος έστω και μια φορά" (βλ. τις καταθέσεις των Ξ, ΣΤ και Ζ, στις σελ. 29, 34 και 38 των πρακτικών, αντιστοίχως). Αυτή, μάλιστα, η απροθυμία τους να αποδώσουν, ευθέως, δόλο στους κατηγορουμένους αυξάνει την αξιοπιστία τους και καταρρίπτει τη μομφή, την οποία προσήψαν προς τους μάρτυρες αυτούς οι κατηγορούμενοι και σύμφωνα με την οποία οι μάρτυρες αυτοί, όπως και όλοι όσοι άσκησαν εκ των υστέρων ελεγκτικά καθήκοντα για λογαριασμό του ΥΠΕΠΘ στην υπόθεση του TEA ....., ενήργησαν [δήθεν] από ποταπά κίνητρα και ανεξήγητη εμπάθεια προς τους κατηγορουμένους. Παρά ταύτα, αναφέρθηκαν ήδη περιστατικά, τα οποία στηρίζουν, χωρίς αμφιβολία, το δόλο των κατηγορουμένων.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Τα περιστατικά αυτά μπορούν να συνοψισθούν στο ότι οι κατηγορούμενοι: Α) Όχι μόνο απέτρεψαν τη μεθόδευση του αναδόχου να ανασκάψει το οικόπεδο με τρόπο αντίθετο προς τις μελέτες και τα σχέδια, έτσι, ώστε να τα θέσει εκποδών, αλλά, αντίθετος, με δική τους πρωτοβουλία και με προσωπική φροντίδα του Χ1 προκάλεσαν την παρέμβαση του ΥΠΑΙ και την κατ' επίφαση απαίτηση της κατασκευής "καταφυγίων", τα οποία τελικώς μετατράπηκαν σε εργαστήρια, αλλά των οποίων η δημιουργία οδήγησε στη "νομιμοποίηση" και πληρωμή όλων των εκσκαφών (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 7). Β) Αν και με την εμπειρία που είχαν, αλλά και με τις περιοδικές επισκέψεις αυτών στον τόπο εκτέλεσης του έργου [μια ή δυο φορές το μήνα, στην αρχή ο Χ1 (βλ. τον αναγνωσθέντα πίνακα των μεταβάσεων του κατά τα έτη 1990 και 1991) και μετά την αποχώρηση του ο Χ2 (βλ. κατάθεση Ξ, σελ. 27 των πρακτικών)], μπορούσαν να διαγνώσουν ευχερώς τις "οφθαλμοφανείς" ανακρίβειες των επιμετρήσεων και να επιτιμήσουν την πονηρία του αναδόχου, που τις υπέβαλλε και την επιπολαιότητα των βοηθών επιβλεπόντων, που τις υπέγραφαν αδιακρίτως, αυτοί τις δέχονταν όλες ως καλώς έχουσες και με βάση αυτές πιστοποιούσαν τους ανακριβείς λογαριασμούς του αναδόχου (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ. 10). Γ) Με τον τρόπο αυτό προκάλεσαν την υπέρβαση του προϋπολογισμού της πρώτης εργολαβίας κατά 50% και την οδήγησαν τεχνηέντως σε φραγή, ενώ με την προσήκουσα διαχείριση θα ήταν δυνατό οι αναγκαίες πρόσθετες εργασίες να εκτελεσθούν κατά τη διάρκεια της, με τις πιστώσεις που διατέθηκαν για τις πλασματικές ποσότητες, έτσι, ώστε να αποφευχθεί η σύσταση δεύτερης εργολαβίας (βλ. παραπάνω, σκέψεις αρ. 8 και 11) και Δ) Ειδικώς ο Χ2, που από την αρχή εισηγήθηκε τον μη ορισμό Επιτροπής Παρακολούθησης, κατόρθωσε να έχει τον απόλυτο έλεγχο της διοίκησης και διαχείρισης του έργου και με τον τρόπο αυτό, παρά την ποιοτική ασυνέπεια και την οικονομική δολιότητα του αναδόχου, που ήσαν ευκόλως διακριτές από αυτόν, λόγω της ευφυΐας και της εμπειρίας που είχε και, επομένως, γνωστές σ' αυτόν, μεθόδευσε την κατάρτιση της δεύτερης εργολαβίας και την απ' ευθείας ανάθεση αυτής στον ίδιο ανάδοχο, κατά δε τη διάρκεια της, δήθεν για τα απαραίτητα "τελειώματα" του έργου, επέτυχε εκταμιεύσεις περίπου τριπλάσιες του αρχικού προϋπολογισμού αυτού. Όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί αν οι κατηγορούμενοι ήσαν απλώς αμελείς [πράγμα, το οποίο ούτε οι ίδιοι ισχυρίσθηκαν] ή αν στηρίζονταν, καλόπιστα, στις υπογραφές των βοηθών επιβλεπόντων της ..... [με τους οποίους είπαν ότι δεν είχαν προηγούμενη συνεργασία]. Αντιθέτως, συνέβησαν διότι οι κατηγορούμενοι είχαν αναπτύξει κάποια "σχέση" με τον ανάδοχο, η οποία, αν και δεν αποκαλύφθηκε από κανένα στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, υπήρξε [αυτό συνάγεται εξ αντιδιαστολής], λειτούργησε και αποτέλεσε το κίνητρο για να διαπράξουν υπέρ αυτού τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται [με τον ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό που προαναφέρθηκε].
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος Χ2 πρέπει να κηρυχθεί ένοχος α) του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, με σκοπό οφέλους, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη και β) του εγκλήματος της άμεσης συνέργιας σε απάτη κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον ανάδοχο σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό. Ο ίδιος πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τις επί μέρους πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης, όπως ειδικότερα αναφέρονται παραπάνω στη σκέψη αρ. 16. Ο κατηγορούμενος Χ1 πρέπει να κηρυχθεί ένοχος α) του εγκλήματος της άμεσης συνέργιας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον Χ2 με σκοπό οφέλους, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη και β) του εγκλήματος της άμεσης συνέργιας σε απάτη κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από τον ανάδοχο σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό. Ο ίδιος πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τις επί μέρους πράξεις της άμεσης συνέργιας σε ψευδή βεβαίωση, όπως ειδικότερα αναφέρονται παραπάνω στη σκέψη αρ. 16. Υπέρ αμφοτέρων των κατηγορουμένων πρέπει να αναγνωρισθεί ως ελαφρυντική περίσταση το γεγονός ότι μέχρι την τέλεση των πράξεων τους είχαν μετέλθει καθ' όλα έντιμη προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή (ΠΚ 84 παρ. 2 περ. α'), πράγμα που έχει γίνει δεκτό και πρωτοδίκως.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας στην απάτη κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάσθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων, της άμεσης συνέργειας δε στην ψευδή βεβαίωση και την απάτη, για τα οποία καταδικάστηκε ο πρώτος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13, 242 παρ. 1, 386 παρ. 1 και 98 του Π.Κ. και 1 του ν. 1608/1950, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα δε, αναφέρεται στην απόφαση, σε τι συνίστανται τα καθήκοντα του δεύτερου ως αρμόδιου δημοσίου υπαλλήλου, τα ψευδή περιστατικά τα οποία, έχοντας την καθ'ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα, βεβαίωσε επί των επιμετρήσεων, των ΠΠΑΕ, ΤΠΖΟ και των λογαριασμών που υπέβαλε κάθε φορά ο ανάδοχος του έργου, η έννομη συνέπεια των ψευδών αυτών βεβαιώσεων, οι ψευδείς παραστάσεις του αναδόχου του δημοσίου έργου, η παραπλανητική δηλαδή συμπεριφορά του, οι ενέργειες των παραπλανηθέντων υπαλλήλων και η ζημία του δημοσίου, καθώς και η αντίστοιχη ωφέλεια των τρίτων, η γνώση αμφοτέρων των κατηγορουμένων για την αναλήθεια των ψευδών περιστατικών, η συνδρομή του πρώτου στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης που τελέστηκε από το δεύτερο, η συνδρομή αμφοτέρων στην πράξη της απάτης που τέλεσε ο ανάδοχος του δημοσίου έργου, ο τρόπος κατά τον οποίο επήλθε η ζημία του Δημοσίου. Περαιτέρω με ειδική αιτιολογία της απόφασης γίνεται δεκτό, ότι με την ψευδή βεβαίωση, την οποία, με τη συνδρομή του πρώτου τέλεσε ο δεύτερος, κατ' εξακολούθηση, αλλά και με τη συνδρομή, κατ' εξακολούθηση και των δύο στην πράξη της απάτης του αναδόχου, επιδίωξαν να προσπορίσουν στον ανάδοχο του δημόσιου έργου το παράνομο περιουσιακό όφελος που αναφέρεται στη απόφαση, ότι η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και μάλιστα σε βάρος του δημοσίου και όχι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες, αιτιολογώντας, επαρκώς, γιατί ζημιώθηκε τούτο, καθώς και ότι οι ίδιοι γνώριζαν αυτό και το επεδίωξαν. Αναφορά της τελέσεως της πράξεως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, δεν ήταν αναγκαία, για την αιτιολόγηση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής (της πράξεως), αφού το Δικαστήριο δέχεται συνδρομή των περιστάσεων του ν. 1608/1950. Αναφέρονται επίσης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να είναι αναγκαία και αναφορά του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, εκ του γεγονότος δε ότι εξαίρονται ορισμένες αποδείξεις, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι άλλες, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται, αφού μάλιστα βεβαιώνεται στην. απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα γενικώς τα αποδεικτικά μέσα. Οι αιτιάσεις του Χ2, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και δεν συνεκτιμήθηκαν, μεταξύ των οποίων και η απολογία του, διότι δεν αναφέρονται οι απαντήσεις του επί των υποβληθεισών ερωτήσεων, δεν έγινε αξιολογική συσχέτιση των μαρτυρικών καταθέσεων, υπάρχει αντίφαση στη σελ. 128, ελλείπει η αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη του ισχυρισμού του περί εφαρμογής του Ν. 2803/2003, την ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και το ψευδές των πιστοποιήσεων, είναι αβάσιμες δοθέντος ότι, από καμιά διάταξη δεν επιβάλλεται να καταχωρούνται ιδιαιτέρως οι απαντήσεις του κατηγορουμένου στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, οι οποίες περιέχονται στο σύνολο της απολογίας του, η οποία ρητά αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη, δεν απαιτείται να αναφέρεται ειδικά ότι επιδείχθηκαν οι φωτογραφίες, αλλά αρκεί ότι αναγνώσθηκαν, υπό την έννοια της επιδείξεως των και λήφθηκαν υπόψη, δεν απαιτείται να γίνεται ρητή αναφορά στην αξιολόγηση και εκτίμηση συγκεκριμένων μαρτυρικών καταθέσεων, αρκεί ότι ελήφθησαν όλες υπόψη, γεγονός το οποίο βεβαιώνεται και προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν υπάρχει η επικαλούμενη αντίφαση, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, όπως προαναφέρθηκε, ειδικά αιτιολογείται και κατά τρόπο σαφή το δικαστήριο με την απόφασή του δέχεται ότι οι πράξεις τελέστηκαν σε βάρος του Δημοσίου. Επομένως, εκ του πράγματος προκύπτει ότι αιτιολογείται, γιατί δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ο ν. 2803/2000. Αλλά και η αιτίαση των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με την οποία, εσφαλμένα το δικαστήριο δέχθηκε ότι oι επιμετρήσεις και λογαριασμοί του έργου, τα ΠΠΑΕ και τα ΠΖΣΟ είναι δημόσια έγγραφα, αφού, κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκτέλεση δημοσίων έργων, συντάσσονται από τον ιδιώτη ανάδοχο και συνεπώς είναι ιδιωτικά, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δημόσιο έγγραφο και σώμα του εγκλήματος, στην συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελούν μόνο οι επί των εγγράφων αυτών βεβαιώσεις του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου, που αναφέρονται στην αλήθεια του περιεχομένου των, oι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν δημόσια έγγραφα. Περαιτέρω η αιτίαση του Χ1, ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού της απόφασης, ως προς το εν μέρει ψευδές των εγγράφων και ότι η προσυπογραφή από αυτόν των ίδιων εγγράφων δεν ήταν αναγκαία για την καταβολή της αμοιβής και συνεπώς η ενέργεια του αυτή ήταν δίχως έννομο αποτέλεσμα, είναι αβάσιμες και τούτο γιατί, από την επισκόπηση της απόφασης δεν προκύπτει η αντίφαση και ασάφεια που επικαλείται ο αναιρεσείων, η προσυπογραφή δε των εγγράφων με το ψευδές περιεχόμενο αποτελεί συνδρομή, ανεξαρτήτως του αναγκαίου ή μη αυτής, αφού είναι αδιάφορο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος το έγκυρο ή όχι του εγγράφου. Τέλος η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι τα παραπάνω εγκλήματα στρέφονται σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι απαράδεκτη, γιατί ανάγεται στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από το Δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα δε με τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε, θεμελιώνονται τα εγκλήματα που τελέστηκαν σε βάρος του Δημοσίου. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος λόγος αναιρέσεως του Χ1 και δεύτερος και τρίτος λόγος της αναίρεσης του Χ2, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας καl εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 περ. γ, 46 παρ. 1, 242 παρ. 1 του ΠΚ, 386 παρ. 1 του ΠΚ, άρθρ. 1 του Ν. 1608/1950, 4, 5, 6 του Ν. 2803/2000 και παραβίαση αυτών εκ πλαγίου, είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1. εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται το έγγραφο αυτό, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι παραπάνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο και τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης του ο πρώτος και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ο δεύτερος, πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα, που προκλήθηκε από τη συνεκτίμηση εγγράφων, μη αναγνωσθέντων στο ακροατήριο και των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα. Ειδικότερα επικαλούνται ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε: 1) το από 7-9-1992 πρωτόκολλο, δίχως να έχει αναγνωσθεί στο ακροατήριο 2) το από 30-3-1995 Πόρισμα της Τριμελούς Επιτροπής ελέγχου, στις συνταχθείσες 50η πιστοποίηση της πρώτης εργολαβίας και 19η πιστοποίηση της δεύτερης εργολαβίας και σε όλες τις επιμετρήσεις, πίνακες, φωτογραφίες κλπ έγγραφα που επισυνάπτονται σ'αυτό 3) αγνώστου αριθμού, ταυτότητας και περιεχομένου έγγραφα, που φέρονται ότι αναγνώστηκαν με τον αόριστο προσδιορισμό "κλπ." 4) βεβαίωση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και 5) σχεδιάγραμμα το οποίο δείχνει τον αρχικό σχεδιασμό του έργου. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης τα παραπάνω με αριθμούς 2 και 4 έγγραφα, αναγνώστηκαν με τα στοιχεία που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες. Με αυτά όμως επαρκώς προσδιορίζεται καθένα και δεν υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά τους, τούτο δε διότι 1) το με αριθμό 2 έγγραφο προσδιορίζεται από την χρονολογία έκδοσής του, την αρμόδια επιτροπή που το συνέταξε και το αντικείμενο του, τα δε έγγραφα που αναφέρονται σ'αυτό (πιστοποιήσεις, επιμετρήσεις, πίνακες κλπ.) δεν ήταν αναγκαίο να εξατομικεύονται ειδικότερα, γιατί η ταυτότητα τους προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του πορίσματος, στο οποίο γίνεται μνεία αυτών και 2) το με αριθμό 4 έγγραφο (σχεδιάγραμμα), όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης (σελίδα 23), κατέθεσε ο μάρτυρας Ξ κατά την εξέτασή του και αναγνώστηκε, αναφέρεται δε στον αρχικό σχεδιασμό της εκτέλεσης του έργου και συνεπώς από την έλλειψη αναγραφής σ'αυτό του χρόνου, τόπου και του συντάκτη του δεν προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητα του. Περαιτέρω από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε και αόριστος αριθμός εγγράφων. Εξάλλου από τα παραπάνω πρακτικά προκύπτει ότι η βεβαίωση που προαναφέρθηκε προσδιορίζεται επαρκώς με τα στοιχεία "από 28.3.1997 και με αριθμ. Πρωτ. ..... Βεβαίωση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας & Θρησκ/των". Τέλος είναι αληθές ότι στα ίδια πρακτικά δεν αναφέρεται ότι αναγνώστηκε και το από 7-9-1992 πρωτόκολλο, η παράλειψη όμως αυτή οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Ειδικότερα, από τη σελίδα με αριθμό 93 των πρακτικών προκύπτει ότι αναγνώστηκαν μεταξύ των άλλων εγγράφων και τα από 19.9.1992, 31.10.1992, 14.10.1992 Πρωτόκολλα Διοικητικής παραλαβής προς χρήση και στη σελίδα 131 της απόφασης, στην οποία περιέχεται μέρος του σκεπτικού, διαλαμβάνεται η παρακάτω αιτιολογία: [Στην παραλαβή συνέπραξαν οι διευθυντές των μονάδων αυτών και είναι χαρακτηριστικό το ότι στα σχετικά πρωτόκολλα γίνεται, στερεότυπα, μνεία ότι οι "οι εργασίες συνεχίζονται" (βλέπε τα από 7-9-1992, 19-9-1992, 31-10-1992 και 14-12-1992 πρωτόκολλα)].
Συνεπώς, εφόσον αναφέρεται στα πρακτικά ότι τα τρία τελευταία πρωτόκολλα αναγνώστηκαν και μάλιστα στο ίδιο σημείο αυτών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αναγνώστηκε και το ταυτόσημο, κατά περιεχόμενο, από 7-9-1992 πρωτόκολλο, η παράλειψη δε του δικαστηρίου να βεβαιώσει τούτο στα πρακτικά του οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, δικαιολογημένη άλλωστε και από τον μεγάλο αριθμό των εγγράφων που αναγνώστηκαν. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.
Οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ (όπως ισχύει μετά το άρθρο 2 παρ. 5 ν. 2408/1996) επιβάλλουν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στην διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Επομένως η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, απαιτείται και στην παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για την αναβολή ή τη διακοπή της δίκης προκειμένου να προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι το αίτημα αυτό ήταν ορισμένο, υποβλήθηκε δε κατά τρόπο σαφή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος Χ2 υπέβαλε το παρακάτω αίτημα: "να εφαρμοστεί στην περίπτωση μου ο ν. 2803/2000 και να μετατραπεί το κατηγορητήριο σε απάτη και ψευδή βεβαίωση εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης). ’λλως και επικουρικώς και εφόσον υπάρχει στο δικαστήριο σας οποιαδήποτε αμφιβολία για την προέλευση των χρημάτων με τα οποία χρηματοδοτήθηκε το έργο, αιτούμαι όπως το Δικαστήριο σας με απόφαση του ζητήσει αφ' ενός από το ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και από το ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ (Τομέας Ελέγχου Δαπανών) να του γνωστοποιήσουν εγγράφως ΤΟ ΑΚΡΙΒΕΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟ ΠΟΣΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΕΛ ..... ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ (ήδη ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ) έως ΤΗΝ 31.12.1993, καθώς επίσης και κάθε μία από τις καταβολές ποσών από της ενάρξεως του άνω έργου έως την άνω ημεροχρονολογία. Σημειωτέον ότι μέχρι την αποστολή της απαντήσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των άνω αρμοδίων οργάνων της επί του άνω ζητήματος είναι αδήριτος ανάγκη και πρέπει να διακοπεί η παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 3 του ΚΠΔ, για 30 ημέρες". Έτσι όπως διατυπώθηκε το αίτημα διακοπής της δίκης ήταν ασαφές, αφού εξαρτήθηκε από προϋποθέσεις, για το λόγο δε αυτό το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, κατά συνέπεια δε και να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Εξάλλου το ίδιο αίτημα είχε υποβληθεί επικουρικώς και είχε σχέση με το νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων, για τον οποίο το δικαστήριο απάντησε με την περί ενοχής απόφαση του. Επομένως είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και παρ. 2 στοιχ. β' λόγοι της αναιρέσεως, που προβάλλονται από τον παραπάνω αναιρεσείοντά με τον πρώτο λόγο αυτής.
Απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δημιουργείται στην περίπτωση που το δικαστήριο εκδίδει απόφαση επί οποιουδήποτε αιτήματος ή ισχυρισμού του κατηγορουμένου χωρίς να ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 στοιχ. β' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι τα έγγραφα με τα οποία φέρονται ότι τελέσθηκαν οι ψευδείς βεβαιώσεις δεν είναι δημόσια και γιαυτό δεν θεμελιώνεται το έγκλημα αυτό. Στη συνέχεια δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα, ο οποίος επιφυλάχθηκε να προτείνει κατά τη διάρκεια τής δίκης. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν την έκδοση της περί ενοχής απόφασης, ο Εισαγγελέας έλαβε το λόγο και πρότεινε την απαλλαγή των κατηγορουμένων. Επομένως δεν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, αφού στην πρόταση περί απαλλαγής ενυπάρχει και εκείνη που αναφέρεται στον παραπάνω ισχυρισμό, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν άγει στην άρση του αξιοποίνου, όπως, αβάσιμα, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αλλά συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Επομένως ο συναφής πρώτος λόγος της αναίρεσης του Χ1 είναι αβάσιμος. Τέλος απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, είναι ο τελευταίος λόγος της αναίρεσης του Χ2, που αναφέρεται στην υπέρβαση εξουσίας.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου για έρευνα, πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολο τους οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, να καταδικαστούν δε οι αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (176, 182 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως κατ' άρθρ. 22 ν. 3693/1957.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, τις υπ' αρίθ. 864/2008 και 889/2008 αιτήσεις αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους, που ασκήθηκαν, αντίστοιχα, από τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, για αναίρεση της με αριθμούς 2893Α, 2929/2007 και 59/2008 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, συνολικά.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή