Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2476 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2476/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ περί αναιρέσεως της 669/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 228/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' Π.Κ. και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες αναγόμενες στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι'αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων Αρχών.
ΙΙ.-'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Η απαιτούμενη κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 669/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά:
Με την υπ' αριθ. πρωτ. 13670/882/24-5-2001 απόφαση του Δημάρχου Πειραιώς, ορίστηκε αρμόδια για να παραλαμβάνει και να προωθεί στη συνέχεια στην Περιφέρεια τις αιτήσεις για τις άδειες παραμονής και ανανέωσης στους αλλοδαπούς για το Δήμο του Πειραιώς, η Διεύθυνση Ειδικής Υπηρεσίας (Δημοτική Αστυνομία) διευθύντρια της οποίας ήταν κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον από τις αρχές του Ιουνίου 2001 μέχρι και το τέλος Φεβρουαρίου 2002 η κατηγορουμένη Χ. Κατά το χρονικό διάστημα από 2-6-2001 έως 2-8-2001 οι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Ειδικής Υπηρεσίας που ορίστηκαν αρμόδιοι για το παραπάνω έργο (κατηγορουμένη Χ, ....., ....., ..... και .....), με το από 29-5-2001 υπηρεσιακό σημείωμα του Γενικού Γραμματέα του Δήμου Πειραιώς, στεγάστηκαν στο κτίριο επί της οδού Ερμουπόλεως στα Καμίνια όπου και τηρούσαν Ειδικό Βιβλίο Πρωτοκόλλου αποκλειστικά και μόνον για τους αλλοδαπούς. Στη συνέχεια οι ως άνω υπάλληλοι επέστρεψαν στο κτίριο της οδού Ευριπίδου αρ. 66 στο οποίο και στεγάζεται η Διεύθυνση Ειδικής Υπηρεσίας και εκεί πλέον χρησιμοποιούσαν το Γενικό Πρωτόκολλο της Ειδικής Υπηρεσίας στο οποίο κατεχωρείτο οποιαδήποτε πράξη αφορούσε τις επιμέρους υπηρεσίες που υπάγονταν στη Διεύθυνση Ειδικής Υπηρεσίας συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων των αλλοδαπών. Την 13-5-2002 προσήλθε στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής, η Ουκρανή υπήκοος Α και κατέθεσε ότι προσέφυγε στον ..... Σουδανό υπήκοο γνωστό με το προσωνύμιο "....." επί της οδού ..... στον Πειραιά, προκειμένου να τακτοποιήσει με την κατοχή εγγράφων τα παιδιά της Α-1 και Α-2, ότι του ζήτησε για την εργασία αυτή τριακόσιες πενήντα χιλιάδες (350.000) δραχμές κατά άτομο και της υποσχέθηκε ότι όλα θα γίνουν νόμιμα και ότι προς τούτο την πήγα και τη σύστησε στη Διευθύντρια του Τμήματος Αλλοδαπών της Διεύθυνσης της Δημοτικής Αστυνομίας Πειραιώς και ότι η τελευταία την διαβεβαίωσε ότι δεν θα έχει κανένα πρόβλημα με τον ".....". Μετά από ένα μήνα ο ..... της παρέδωσε τρεις (3) βεβαιώσεις οι οποίες ανέγραφαν τα στοιχεία των παιδιών της που προαναφέρθηκαν και βεβαίωναν ότι αυτά είχαν καταθέσει αίτηση συνοδευόμενη από τα νόμιμα δικαιολογητικά για την έκδοση προσωρινής άδειας παραμονής τις οποίες υπέγραφε η κατηγορουμένη. Η Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής ζήτησε από το Δήμο Πειραιώς να της παραδοθούν όλα τα δικαιολογητικά των φακέλλων των αλλοδαπών υπηκόων Α, Α-1 και Α-2. Το γραφείο της Γενικής Διευθύντριας του Δήμου Πειραιώς μετά από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει κάποιο παραστατικό έγγραφο η αίτηση για προσωρινή άδεια παραμονής για τους ως άνω αλλοδαπούς. Τέτοιες βεβαιώσεις τις οποίες υπέγραφε η κατηγορουμένη Χ με την ιδιότητά της ως Διευθύντρια της Ειδικής Υπηρεσίας του Δήμου Πειραιώς και στις οποίες βεβαιωνόταν ότι είχαν κατατεθεί σε σχετικές αιτήσεις συνοδευόμενες από τα αντίστοιχα νόμιμα δικαιολογητικά, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαν υποβληθεί στην Ειδική Υπηρεσία του Δήμου Πειραιώς οι αντίστοιχες αιτήσεις και τα απαιτούμενα νόμιμα δικαιολογητικά, είχαν χορηγηθεί και στους αλλοδαπούς υπηκόους ....., υπήκοο Αλβανίας και στον ....., υπήκοο Μολδαβίας. Τις μεσημβρινές ώρες της 18-4-2002, η Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής έκανε νομότυπη έρευνα στο γραφείο τακτοποίησης αλλοδαπών που διατηρούσε τότε ο ..... επί της οδού ..... στον Πειραιά όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν διαβατήρια τρίτων προσώπων και συγκεκριμένα δώδεκα (12) διαβατήρια αλλοδαπών, έγγραφα που αφορούσαν αιτήσεις, δύο (2) βεβαιώσεις απασχόλησης εργοδότη, δύο (2) πιστοποιητικά υγείας, μία (1) βεβαίωση ΑΦΜ, μία ασφαλιστική ταυτότητα μία (1) αίτηση προς την Νομαρχία Αθηνών, ένδεκα (11) αιτήσεις προς τη Νομαρχία Πειραιώς, οκτώ (8) βιβλιάρια υγείας, πέντε (5) βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών, λευκές βεβαιώσεις με φωτογραφίες ασυμπλήρωτες, πέντε (5) αιτήσεις προς τη Διεύθυνση Εργασίας Πειραιώς, επτά (7) υπεύθυνες δηλώσεις κατοικίας, μία (1) προσωρινή άδεια και ένα (1) αντίγραφο γραμματίου είσπραξης της Εμπορικής Τράπεζας με στοιχεία Χ, καθώς και φωτοτυπίες που αφορούσαν πέντε (5) διαβατήρια, δεκαπέντε (15) πιστοποιητικά, πέντε (5) πράσινες κάρτες και τρεις (3) βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών. Κατά την ως άνω έρευνα, εντός του γραφείου του ....., ευρέθηκε και η κατηγορουμένη Χ, διευθύντρια τότε της Ειδικής Υπηρεσίας του Δήμου Πειραιώς. Η τελευταία στον Πειραιά, στις 17-12-2001, 4-1-2002, 9-1-2002, 18-1-2002 και 26-2-2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος όντας υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α ΠΚ που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων με πρόθεση ψεδώς βεβαίωσε σε τέτοια έγγραφα ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνος, ενεργώντας με πρόθεση, τυγχάνοντας διευθύντρια της Ειδικής Υπηρεσίας του Δήμου Πειραιώς που στα καθήκοντά της αναγόταν η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων και συγκεκριμένα η έκδοση και η σύνταξη βεβαιώσεων ότι αλλοδαπή υπήκοοι είχαν καταθέσει στο Δήμο Πειραιώς αίτηση και τα νόμιμα δικαιολογητικά για την έκδοση προσωρινής εξάμηνης άδειας παραμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2910/2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος από πρόθεση βεβαίωσε σε τέτοια δημόσια έγγραφα ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα εξέδωσε την από 17-12-2001 βεβαίωση που αφορούσε την ....., υπήκοο Αλβανίας, την από 4-1-2002 βεβαίωση που αφορούσε τον ....., υπήκοο Γεωργίας, την από 9-1-2002 βεβαίωση που αφορούσε τον ....., υπήκοο Αλβανίας, την από 18-1-2002 βεβαίωση που αφορούσε τον ....., υπήκοο Μολδαβίας, την από 26-2-2002 βεβαίωση που αφορούσε τον Α-1, υπήκοο Ουκρανίας, την από 26-2-2002 βεβαίωση που αφορούσε την Α, υπήκοο Ουκρανίας και την από 26-2-2002 βεβαίωση που αφορούσε τον Α-2, υπήκοο Ουκρανίας, βεβαιώνοντας από πρόθεση στις βεβαιώσεις αυτές ψευδής ότι οι προαναφερόμενοι αλλοδαποί έχουν καταθέσει αίτηση και τα νόμιμα δικαιολογητικά για την έκδοση προσωρινής εξάμηνης άδειας παραμονής τους στη χώρα μας]. Η κατηγορουμένη μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αμφισβητώντας για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου τη γνησιότητα των υπογραφών της επί των ως άνω βεβαιώσεων, ζήτησε την αναβολή της δίκης προκειμένου να διεξαχθεί για το ζήτημα αυτό γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, διότι το δικαστήριο από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα μορφώνει πλήρη δικανική πεποίθηση ότι οι άνω επίδικες βεβαιώσεις φέρουν την γνησία υπογραφή της κατηγορουμένης Χ. Η μάρτυς Β, Γενική Διευθύντρια κατά το επίδικο χρονικό διάστημα του Δήμου Πειραιώς, εξεταζομένη ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ρητά κατέθεσε ότι γνωρίζει την υπογραφή της κατηγορουμένης και ότι και στις επτά (7) επίδικες βεβαιώσεις η υπογραφή έχει χαραχθεί από την ίδια. Η δε κατηγορουμένη τέτοιον ισχυρισμό ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προέβαλε ούτε κατά την απολογία της υποστήριξε. Περαιτέρω, η κατηγορουμένη αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έγινε διάρρηξη στο γραφείο της και εκλάπη όγκος φακέλλων από το γραφείο της λόγος για τον οποίον δεν έχουν ευρεθεί τα δικαιολογητικά, που συνόδευαν τις αιτήσεις των προαναφερομένων αλλοδαπών για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι επίδικες βεβαιώσεις. Το δικαστήριο δεν κρίνει πειστικό τον ισχυρισμό αυτό της κατηγορουμένης διότι α) η εξετασθείσα στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου Γενική Διευθύντρια τότε του Δήμου Πειραιώς Β, ρητά κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη δεν έκανε αναφορά ότι έγινε διάρρηξη στο γραφείο της β) η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι διαμαρτυρήθηκε προφορικά για το γεγονός αυτό στο Δήμαρχο Πειραιώς. Όμως, αν αλήθευε το γεγονός να έχει κλαπεί από το γραφείο της "όγκος φακέλλων όπως η ίδια υποστηρίζει, ώφειλε να έχει κάνει έγγραφη αναφορά στην Προϊσταμένη της αρχή με συγκεκριμένα στοιχεία για μια τέτοια κλοπή, αφού αυτή ως Διευθύντρια της Ειδικής Υπηρεσίας του Δήμου Πειραιώς, έφερε την ευθύνη για την τύχη των φακέλλων αυτών γ) με την υπ' αριθ. πρωτ. ..... πορισματική έκθεση ένορκης διοικητικής εξέτασης που διενήργησε η Γενική Διευθύντριας του Δήμου Πειραιώς Β, προτείνεται η παραπομπή της κατηγορουμένης στο αρμόδιο Πειθαρχικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο για τις δικές του ενέργειες με την κρίση ότι η συμπεριφορά της κατηγορουμένης εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 166 ν. 1188/1981 και δ) η μάρτυς Β ρητά κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ότι η κατηγορουμένη εξέδωσε ψευδώς τις επίδικες βεβαιώσεις χωρίς να λάβει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά από τους προαναφερομένους αλλοδαπούς. Πρέπει επομένως η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση. Πρέπει όμως να αναγνωρισθεί στην κατηγορουμένη η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ διότι αυτή έχωσα λευκό ποινικό μητρώο, έζησε ως το χρόνο τελέσεως της ως άνω πράξεως έντιμο ατομικό, επαγγελματικό, κοινωνικό και οικογενειακό βίο... ".
Περαιτέρω, το δικαστήριο με ταυτάριθμη παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε αίτημα της κατηγορουμένης να προσέλθει και να εξετασθεί ως μάρτυρας η αλλοδαπή Α, με την ακόλουθη αιτιολογία. "... Κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν θεωρείται αναγκαία η προσέλευση και η εξέταση της μη γνωστοποιηθείσης ως μάρτυρος Ουκρανής υπηκόου Α εν όψει του ότι το δικαστήριο δύναται να μορφώσει πλήρη δικανική πεποίθηση από την εξέταση των ως άνω μαρτύρων και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και συνεπώς το ως άνω αίτημα της κατηγορουμένης είναι απορριπτέο ως αβάσιμο..." Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο την κήρυξε ένοχη, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή της αναιρεσείουσας, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 242 παρ.1 του Π.Κ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι η κατηγορούμενη ήταν υπάλληλος στον Δήμο Πειραιώς και με την ιδιότητα της Διευθύντριας της ειδικής υπηρεσίας του Δήμου ήταν λειτουργικά αρμόδια να συντάσσει και να εκδίδει βεβαιώσεις για την κατάθεση από αλλοδαπούς υπηκόους των κατά το νόμο δικαιολογητικών για την εν συνεχεία και με βάση τις συντασσόμενες βεβαιώσεις, έκδοση από τις αρμόδιες υπηρεσίες άδειας προσωρινής παραμονής στην χώρα, ότι στις περιπτώσεις των αναφερομένων προσώπων εν γνώσει της ότι δεν είχαν κατατεθεί τα απαραίτητα δικαιολογητικά, συνέταξε αντίστοιχο αριθμό βεβαιώσεων στις οποίες ψευδώς βεβαίωνε περί του αντιθέτου. Περαιτέρω, διαλαμβάνονται στην απόφαση οι σκέψεις από τις οποίες το δικαστήριο πείσθηκε ότι τα παραπάνω έγγραφα είναι πλαστά κατά το περιεχόμενο και ότι συντάκτης των βεβαιώσεων είναι η αναιρεσείουσα. Τέλος, με επαρκή αιτιολογία απορρίπτεται το αίτημα της κατηγορουμένης για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί και εξετασθεί η από αυτή προταθείσα μάρτυρας, αφού δέχεται το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που εκτίμησε έχει μορφώσει δικανική πεποίθηση για την ενοχή της κατηγορουμένης.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπή αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 5/23-1-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ.669/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή