Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1595 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία η εν μέρει επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της απόφασης και η παραπομπή σ' αυτό, αν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης με την αιτίαση ότι δεν αναγνώσθηκε έγγραφο αν και προσκομίσθηκε στο ακροατήριο και είχε επισημειωθεί επ' αυτού από τον Πρόεδρο η λέξη "αναγνωστέο", εφόσον από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του το έγγραφο αυτό, ούτε ότι έγινε προσφυγή στο Δικαστήριο σε άρνηση του διευθύνοντος τη συζήτηση να αναγνώσει αυτό. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1595/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δρακούλη Δρακουλόγκωνα, και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 1224/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12.11.2008 και 20.11.2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1790/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 12.11.2008 και 20.11.2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1224/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς, πρέπει ως συναφείς να συνεκδικασθούν.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 19 του ΠΚ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα, β) διάπραξη από τον άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή, ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτή, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν αναγκαία, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, η ύπαρξη δηλαδή άμεσου δόλου (μη αρκούντος του ενδεχόμενου) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και τον σκοπό. Ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 1224/2008 απόφασή του που εξέδωσε, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ2, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Πειραιώς κατά την δικάσιμο της 11.3.2002, όπου εκδικάζετο η από 6.2.2002 ανακοπή που άσκησε ο εγκαλών εναντίον της υπ' αριθμ. 43/2002 διαταγής πληρωμής και κατέθεσε τα παρακάτω: "Είμαστε φίλοι και συνεργάτες με τον καθού. Το καράβι βγήκε σε πλειστηριασμό. Ο κ. Χ1 ενδιαφέρθηκε για την αγορά του και το κτύπησε στον πλειστηριασμό. Είχε παρευρεθεί και ο Ψ1 και του λέει το θέλω και εγώ το καράβι. Δέχθηκαν να το πάρουν μαζί το πλοίο, έδωσε ο κ. Χ1 2.000.000 δρχ. Οι επίδικες συναλλαγματικές έγιναν μετά. Ο κ. Χ1 αρρώστησε και ο κ. Ψ1 το μεταβίβασε σε ξένη εταιρεία. Οι συναλλαγματικές δόθηκαν έναντι των ποσών που είχε χαλάσει ο κ. Χ1, υπήρχε συναλλαγή. Από πλειστηριασμό το απέκτησε. Στον πλειστηριασμό ο κ. Χ1 εμφανίσθηκε, προς το τέλος εμφανίσθηκε ο Ψ1. Τα έξοδα αφορούσαν την αξιοπλοΐα του πλοίου. 'Ηταν φίλοι χρόνια και είχαν συμφωνήσει να το πάρουν μισό-μισό. Συμψηφίσθηκαν τα 2.000.000 δρχ. Την έκανε την εταιρεία ο ανακόπτων μόνος του. Έχουν μετοχές οι εταιρείες Ονδούρας με απλή παράδοσή τους. Μεταβιβάζεται αυτόματα και το μισό του πλοίου. Το έχει αγοράσει ο κ. ... και την μισή εταιρεία, έτσι συνηθίζεται. Δεν τον έβαλε μεσίτη ο ανακόπτων. Τα γνωρίζω άμεσα αυτά. Εγώ εκεί τους είδα στον πλειστηριασμό. Δεν γνωρίζω για προηγούμενο πλειστηριασμό. Το ήθελε ο Χ1 το πλοίο". Όλα δε τα παραπάνω κατατατεθέντα ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος αυτός το γνώριζε, δεδομένου ότι τα αντίστοιχα αληθινά περιστατικά ήταν ότι το εν λόγω πλοίο, το οποίο εκτέθηκε σε πλειστηριασμό στις 12.7.2000, είχε αποκτηθεί κατά κυριότητα από τον εγκαλούντα κατόπιν διενέργειας δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού που είχε λάβει χώρα στις 10.4.1996 και είχε συμμετάσχει κατόπιν υποδείξεως του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος είχε λάβει και αμοιβή για την μεσολάβησή του. Στη συνέχεια, ο εγκαλών απώλεσε την κυριότητα του πλοίου, διατήρησε όμως την νομή και κατοχή μέχρι τις 12.7.2000, όπου έλαβε χώρα ο δεύτερος πλειστηριασμός επιβαρυνόμενος μέχρι τότε με τα έξοδα συντηρήσεως και τα τέλη ελλιμενισμού του. Ο εγκαλών συμμετείχε στον ανωτέρω πλειστηριασμό, καταβάλλοντας ως εγγύηση το ποσό των 2.000.000 δρχ. και συμφωνήθηκε με τον πρώτο κατηγορούμενο να ενεργήσει ως αντιπρόσωπός του στον πλειστηριασμό, ο οποίος, όταν συνετάγη η σχετική πράξη κατακύρωσης και αποδοχής πλειοδοσίας, δήλωσε ότι ενεργεί για λογαριασμό του εγκαλούντα και εισέπραξε και την ανάλογη αμοιβή από τον τελευταίο. Ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ τους η κατ' ισομοιρία κτήση της κυριότητας του πλοίου και οι επίμαχες συναλλαγματικές δόθηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο ως εγγύηση, με την συμφωνία ότι θα εξοφληθούν υπό τον όρο της πωλήσεως του πλοίου, ήτοι όταν εκπληρωνόταν η μεσιτεία του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος τον είχε πείσει ότι είχε βρεί αγοραστή και ότι έπρεπε να δοθούν οι συναλλαγματικές ως ένδειξη φερεγγυότητας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ως άνω αναιρεσείων προέβη στην ως άνω ψευδή κατάθεση ύστερα από προτροπές και παραινέσεις του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος είχε συμφέρον από την έκβαση της δίκης επί της πιο πάνω ανακοπής, αφού ήταν διάδικος (δηλαδή καθ' ού η ανακοπή). Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, τον μεν δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2 ψευδορκίας μάρτυρα, τον δε πρώτο τούτων Χ1, ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν και επέβαλε σ' αυτούς ποινή φυλάκισης έξ (6) και τεσσάρων (4) μηνών, αντιστοίχως, τις οποίες ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1 α και 229 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται τα ψευδή περιστατικά, τα οποία κατέθεσε ενόρκως εξεταζόμενος ο αναιρεσείων Χ2, και η απ' αυτόν γνώση του ψεύδους αυτών, η οποία προέκυπτε από το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσής του που αναφέρεται αυτούσιο στο διατακτικό της απόφασης, και ότι ήταν παρών στον διενεργηθέντα στις 12.7.2000 πλειστηριασμό του πλοίου, και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να μην είχαν υποπέσει στην αντίληψή του ότι ήσαν αναληθή τα όσα κατέθεσε.
Περαιτέρω, με την παραδοχή του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον συγκατηγορούμενό του να διαπράξει το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο κατηγορούμενος προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον πιο πάνω φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εξάλλου, όπως προκύπτει με σαφήνεια από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και από τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι και δεν απαιτείτο ειδική αναφορά στο περιεχόμενο κάθε μαρτυρικής κατάθεσης και κάθε εγγράφου ξεχωριστά, ούτε η ιδιαίτερη αξιολόγησή τους, αλλά αρκούσε η στο προοίμιο του σκεπτικού γενική αναφορά των κατά το είδος τους μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο. Η εν μέρει επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της αποφάσεως και η παραπομπή σ' αυτό δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση και περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ ταυτόσημοι λόγοι αναιρέσεως και των δύο δικογράφων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και, καθ'ό μέρος βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ως απαράδεκτοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Η παράλειψη ανάγνωσης εγγράφων από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, που προσκομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, δεν συνιστά, μόνη αυτή, έλλειψη ακρόασης κατά τα άρθρα 9, 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους, κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων Χ1 ή ο συνήγορός του υπέβαλε στο ακροατήριο έτερη ένορκη κατάθεση του 2ου αναιρεσείοντος Χ2, ούτε ότι έγινε προσφυγή στο Δικαστήριο σε άρνηση του διευθύνοντος τη συζήτηση Προέδρου ν' αναγνώσει αυτή. Συνακόλουθα και δεδομένου ότι δεν προσβάλλονται τα ως άνω πρακτικά ως πλαστά, ούτε ζητείται η διόρθωσή τους κατ' άρθρο 145 ΚΠοινΔ, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' κατ' εκτίμηση των δικογράφων των αιτήσεων συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης από την μη ανάγνωση "έτερης ένορκης κατάθεσης του 2ου αναιρεσείοντος" αν και προσκομίσθηκε στο ακροατήριο και είχε επισημειωθεί επ' αυτής από τον Πρόεδρο η λέξη "αναγνωστέο", είναι, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 12.11.2008 και 20.11.2008 αιτήσεις των 1) Χ1, και 2) Χ2, για αναίρεση της 1224/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ