Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1986 / 2010    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αναίρεση μερική, Συναυτουργία, Εξακολουθούν έγκλημα, Επεκτατικό αποτέλεσμα.




Περίληψη:
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για εξακολουθητική απάτη, από κοινού, κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία συνολικά άνω των 15.000 €. Λόγοι αναίρεσης: η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Γίνονται δεκτοί μόνο για "την κατ' εξακολούθηση" τέλεση της πράξεως της απάτης. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει. Επεκτείνει το αποτέλεσμα και ως προς τον συγκατηγορούμενο.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1986/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 15η Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 369/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Π, κάτοικο ..., και
με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 678/2010.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 280/22-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 55/3-5-2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό της από τον δικηγόρο Αθηνών Σωτ. Παγώνα (ΑΜ ΔΣΑ 9334) σύμφωνα με το 3074/2010 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Παγκράτη προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του 369/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 1198/2008 βούλευμά του : α) παρέπεμψε τον Π κάτοικο ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για εξακολουθητική απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημιά συνολικά άνω των 15.000 ευρώ και β) αποφάνθηκε να μη γίνει αντίστοιχη κατηγορία κατά της ήδη αναιρεσείουσας Χ για εξακολουθητική απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημιά συνολικά άνω των 15.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις τόσο ο παραπάνω κατηγορούμενος Π όσο και ο πολιτικώς ενάγων Ψ κάτοικος .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 369/2010 βούλευμά του : α) απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του κατηγορουμένου Π και β) δέχθηκε την έφεση του πολιτικώς ενάγοντα Ψ και παρέπεμψε την Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για εξακολουθητική απάτη από κοινού κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημιά συνολικά άνω των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα αυτή παραπέμφθηκε για να δικαστεί για το ότι στην Αθήνα τον Απρίλιο του έτους 2003 από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Π με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν με πρόθεση ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, διαπράττουν δε απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και ειδικότερα ενεργώντας από κοινού και έχοντας κοινό δόλο, υπό την ιδιότητα τους ως εκπροσώπων της ανώνυμης βιομηχανικής και εμπορικής εταιρείας συσκευασιών με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στο μηνυτή Ψ ότι η ανωτέρω εταιρεία ήταν φερέγγυα, με καλή εμπορική φήμη λόγω του ότι δεν είχε ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις, αφού ήταν συνεπής στην εξόφληση των οφειλών της, ότι είχε διαθέσιμα και μεγάλα χρηματικά ποσά σε εγχώριες τράπεζες, εμφανή περιουσιακά στοιχεία αξίας 200.000 ευρώ και καθημερινό υψηλό τζίρο, ότι οι παρακάτω επιταγές δεν είχαν κανένα πρόβλημα (προς πληρωμή), ενώ η αλήθεια ήταν ότι οι επιταγές αυτές δεν υπήρχε περίπτωση να πληρωθούν, διότι η εκδότρια εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα, ούτε είχε καλή εμπορική φήμη, αφού είχε οικονομικές εκκρεμότητες προς τρίτους, τις οποίες δεν εξοφλούσε εγκαίρως ούτε διέθετε επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των εκδιδομένων απ' αυτήν επιταγών προς εξόφληση των δανειστών της και τελικά η εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει της 679/28-5-2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και έτσι έπεισαν τον Ψ να πωλήσει και να παραδώσει στην ανωτέρω εταιρεία καύσιμα συνολικής αξίας 17.564,22 ευρώ και να δεχθεί για την εξόφληση του τιμήματος τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές έκδοσης της εταιρείας, πληρωτέες σε διαταγή του Ψ και δη 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 4.725,90 ευρώ, 2) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 5.593,32 ευρώ, 3) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Γενικής Τράπεζας, ποσού 3.245 ευρώ και 4) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Γενικής Τράπεζας, ποσού 4.000 ευρώ, που εσύροντο η 1η, η 2η των επιταγών επί του ... λογαριασμού, η 3η, η 4η των επιταγών επί του ... λογαριασμού, ωφελούμενοι παράνομα οι ίδιοι και η εταιρεία με αυτό τον τρόπο το συνολικό ποσό των 17.564,22 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του Ψ, καθόσον οι επιταγές δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της ως άνω εκδότριας εταιρείας. Το περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων και της "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΕ" και η προξενηθείσα ζημία του Ψ υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, διαπράττουν δε οι κατηγορούμενοι απάτες κατ' επάγγελμα καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης και από την υποδομή που έχουν διαμορφώσει με πρόθεση την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε : α) στην κατηγορουμένη στις 28-4-2010 με θυροκόλληση, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών ... και β) στον αντίκλητο δικηγόρο της Σ. Παγώνα στις 28-4-2010 με θυροκόλληση, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., και αυτή στις 3-5-2010 ημέρα Δευτέρα εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαή-μερης προθεσμίας από την επίδοση (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος η ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ άσκησε την 55/2010 αίτησή της αναιρέσεως επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των α. 45 και 386 παρ. 3 του ΠΚ. Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. " Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται εις το παρελθόν ή εις το παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωσιν της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης που έχει ήδη λάβει την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιούται το έγκλημα της απάτης (Α.Π. 1054/2005 Π Λογ 2005 σελ. 931 κ. ά). Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 974/2006, ΑΠ 1564/2006 , ΑΠ 2443/2003 ). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795). Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. AΠ 3/2008).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ... επί της οδού ..., είχε συναλλαγές με το μηνυτή Ψ, στο πλαίσιο προμήθειας υγρών καυσίμων από το πρατήριο που ο τελευταίος διατηρεί στην .... Ο κατηγορούμενος Π ήταν εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας και η κατηγορουμένη Χ ήταν υπάλληλος αυτής (γραμματεύς). Η παραπάνω ανώνυμη εταιρεία είχε ως αντικείμενο την παραγωγή, επεξεργασία και εμπορία υλικών ευκάμπτου - συσκευασίας (σελοφάν, πολυαιθυλενίου, πολυπροπυλενίου, PVC κλπ) και προέβαινε στις κατά τα ανωτέρω προμήθειες υγρών καυσίμων από τον Ψ για τις ανάγκες των οχημάτων και των μηχανών της. Με την με αριθμό 679/26-5-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κατόπιν δηλώσεως της στο γραμματέα του παραπάνω Δικαστηρίου η εταιρεία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, χρόνος δε παύσεως πληρωμών ορίσθηκε η 25/3/2003. Κατά το προ του Απριλίου 2003 διάστημα, η ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ είχε συναλλαγεί με τον Ψ (είχε αγοράσει καύσιμα και σε όλες αυτές τις συναλλαγές, η πληρωμή του τιμήματος τις πωλήσεις των καυσίμων εγένετο είτε τοις μετρητοίς είτε με την έκδοση ή μεταβίβαση επιταγών, οι οποίες επληρώνοντο άμα τη εμφανίσει τοις στις πληρώτριες Τράπεζες. Τον Απρίλιο έτους 2003 ο Πς εμφανίσθηκε στο πρατήριο του μηνυτή και του διαβεβαίωσε για την φερεγγυότητα της εταιρείας, την καλή εμπορική της φήμη, για το ότι δεν είχε ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις και ότι ήταν συνεπώς στην εξόφληση των οφειλών της. Του παρέστησε ακόμη ψευδώς ότι η εταιρεία αυτή διέθετε μεγάλη ακίνητη περιουσία και ότι είχε διαθέσιμα μεγάλα χρηματικά ποσά από εγχώριες Τράπεζες. Μαζί με τον Π παρούσα στις διαβεβαιώσεις ήταν και η υπάλληλος (γραμματέας) της εταιρείας Χ η οποία επιβεβαίωνε τα ανωτέρω ψευδή πραγματικά περιστατικά που ανέφερε ο Π. ’λλωστε και ενώπιον του μάρτυρος Μ η κατηγορουμένη Χ ανέφερε για την φερεγγυότητα της "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" και του Π, σε χρονικό σημείο προ της εκδόσεως των επιταγών και βέβαια κοντινό, αφού σκοπό είχαν την αγορά από τον Ψ υγρών καυσίμων και την πληρωμή του τιμήματος με επιταγές, οι οποίες βέβαια μεταχρονολογημένες δεν θα επληρώνοντο άμα τη εμφανίσει τους στις πληρώτριες τράπεζες. Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν το ψευδές των όσων για τη φερεγγυότητα της ΤΕΧΝΟΦΑΝ διαβεβαίωσαν τον Ψ αφού ολίγες ημέρες αργότερα και δη την 23/4/2003 ο εξ αυτών Π δήλωσε αδυναμία της εταιρείας να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της και ζήτησε την αναστολή των πληρωμών της. Βέβαια τη δήλωση την έκαμε μόνο ο Π, όμως και η κατηγορουμένη Χ ως εργαζομένη στην εταιρεία αυτή είχε αντιληφθεί την κακή πορεία της και παρά ταύτα, όπως ο μάρτυς Μ κατέθεσε, ανέφερε περί φερεγγυότητος της "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ". Με την ψευδή αυτή παράσταση των γεγονότων περί φερεγγυότητος της ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ πείσθηκε ο Ψ πώλησε και παρέδωσε σ' αυτήν καύσιμα αξίας 17.564,22€ και για την πληρωμή του τιμήματος έλαβε τέσσερις επιταγές όλες μεταχρονολογημένες, ενώ, αν γνώριζε την αληθή οικονομική κατάσταση της εταιρείας, δεν θα προχωρούσε στην σύμβαση πωλήσεως με τους πιο πάνω όρους. Ειδικότερα, παρέλαβε από τους κατηγορουμένους τις εξής επιταγές: 1) την με αριθμό ... επιταγή πληρωτέα από την Εμπορική Τράπεζα ΑΕ, ποσού 4.725,90€, 2) την με αριθμό ... επιταγή πληρωτέα από την Εμπορική Τράπεζα ΑΕ ποσού 5.593,23 €, 3) την με αριθμό ... επιταγή πληρωτέα από τη Γενική Τράπεζα ΑΕ ποσού 3.245 ευρώ και 4) τη με αριθμό ... επιταγή πληρωτέο από την Γενική Τράπεζα ΑΕ ποσού 4.000 €. Οι επιταγές αυτές είχαν όλες εκδότρια εταιρεία την ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΕΒΕΕ και είχαν υπογράψει ως δεσμεύοντα αυτήν φυσικά πρόσωπα ο Π και η Χ. Ο Π ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ. Από την ίδρυση της στο καταστατικό της άνω εταιρείας προβλεπόταν η δέσμευση της έναντι τρίτων με δύο υπογραφές, οι οποίες ετίθεντο κάτω από την εταιρική επωνυμία. Η μία υπογραφή ήταν του κατηγορουμένου Π και η άλλη του .... Λόγω θανάτου του τελευταίου ο Π ζήτησε από την Χ επειδή της είχε εμπιστοσύνη, να υπογράψει αυτή τις επιταγές που θα έδιναν στον Ψ, ώστε να υπάρχουν επί των επιταγών δύο υπογραφές, χωρίς να φαίνονται τα ονόματα αυτών που υπέγραψαν, έτσι ώστε γρήγορα και χωρίς ανάγκη τροποποίησης του καταστατικού να επιτευχθεί η συναλλαγή με τον Ψ. Η κατηγορουμένη υπέγραψε και τις τέσσερες επιταγές κάτωθι της επωνυμίας της εταιρείας. Οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν στις πληρώτριες τράπεζες και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου. Εμφανίσθηκαν η πρώτη και η τέταρτη την 21/5/2003 και 30/5/2003 αντίστοιχα από τον Ψ, η τρίτη από την τελευταία κομίστρια εταιρεία "... ΑΕ" την 21/4/2003 και η δεύτερη την 9/7/2003 από την επίσης τελευταία κομίστρια .... Με τις πιο πάνω δε πράξεις τους οι κατηγορούμενοι αποσκοπούσαν να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο προαναφερθέν ποσό των 17.564,22 ευρώ, το οποίο πράγματι απεκόμισαν με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή. Ο Ψ την 15/1/2004 κατέθεσε στην αρμόδια Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 30/12/2003 έγκληση κατά των Π και της Χ για έκδοση ακαλύπτων επιταγών. Ασκήθηκε ποινική δίωξη για το έγκλημα αυτό και με την με αριθμό 80119/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη για τις τρεις πρώτες επιταγές, όπως αυτές έχουν παραπάνω αναφερθεί, έπαυσε οριστικά η κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, επειδή η έγκληση υποβλήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο προς τούτο και ειδικότερα από πρόσωπο που δεν ήταν ο τελευταίος κομιστής, ενώ για την τέταρτη επιταγή οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι, λόγω του ότι η εκδότρια εταιρεία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως όταν η επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή την 30/5/2003. Στη συνέχεια ο Ψ κατέθεσε την ένδικη από 7/12/2005 μήνυση του με βάση την οποία την 9/10/2006 ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη, από κοινού, από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και συνολική ζημιά υπερβαίνουν το ποσό των 15.000€, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 1, 13 περ. στ', 14, 26 § Ια, 27, 45, 98, 386 § § 3α - 1 Π.Κ). Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο Ψ γνώριζε την πραγματική κατάσταση της ανωτέρω εταιρείας και ότι πάντα πληρωνόταν με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμος από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Ούτε άλλωστε αντέχει στη βάσανο της λογικής να γνωρίζει ο μηνυτής ότι η αγοράστρια βρίσκεται σε τόσο κακή οικονομική κατάσταση ώστε να επίκειται η πτώχευση της και παρά ταύτα να της πωλεί εμπορεύματα επί πιστώσει και με μεταχρονολογημένες επιταγές. Δεν αποδείχθηκε επίσης από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ο ισχυρισμός του κατηγο-ρουμένου, που περιέχεται τόσο στην απολογία όσον και στην έφεση του, περί του ότι οι ανωτέρω τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόθηκαν από την εταιρεία ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ και υπογράφηκαν από αυτόν και την Χ πολύ ενωρίτερον του Απριλίου 2003, τότε που η οικονομική κατάσταση της άνω εταιρείας ήταν τελείως διάφορος αυτής του 2003. Περαιτέρω και όσον αφορά την κατηγορουμένη Χ, η οποία δεν κατέθεσε βέβαια δήλωση στο Πρωτοδικείο περί παύσεως των πληρωμών της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ, η γνώση της για την κακή πορεία της εταιρείας αυτής και την μη πληρωμή των επιταγών συνάγεται μετά βεβαιότητος από την στενή φιλική σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο Π και το γεγονός ότι μόνη αυτή προτιμήθηκε από εκείνον να συνυπογράφει τις ανωτέρω επιταγές τον Απρίλιο 2003, μεταχρονολογημένες για τέλη Απριλίου μέχρι και Ιούλιο 2003, όταν η πορεία της εταιρείας ήταν τέτοια που επέβαλε την δήλωση παύσεως των πληρωμών την 23/4/2003 και συνακόλουθα την μη πληρωμή των επιταγών. Η ίδια ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε, διότι ασκούσε καθήκοντα γραμματέως και όχι λογίστριας, αυτό όμως το περιστατικό είναι ενισχυτικό της γνώσεως της διότι προτιμήθηκε αυτή, επειδή ενδεχομένως η λογίστρια δεν υπέγραφε τις επιταγές. Ισχυρίσθηκε ακόμη ότι η ίδια είχε και άλλες φορές υπογράψει επιταγές ή άλλα έγγραφα ως δήθεν εκπρόσωπος της εταιρείας και γι' αυτό ο Π της ζήτησε να υπογράψει και τις επιταγές αυτές. Όμως ουδεμία τέτοια επιταγή προσκομίσθηκε από αυτήν, ούτε βιβλίο της εταιρείας που να περιείχε περιγραφή κάποιας επιταγής, ούτε μαρτυρική κατάθεση, περί της υπάρξεως και άλλων εγγράφων στα οποία η κατηγορουμένη είχε υπογράψει ως εκπρόσωπος της εταιρείας. Μόνον η κατάθεση του Μ προσκομίσθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα στην οποία αναφερόταν ότι σε συζητήσεις τους η κατηγορουμένη αυτή βεβαίωνε για την φερεγγυότητα της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ. Επομένως και η κατηγορουμένη αυτή, όπως αυτό δείκνυται από το ότι μόνη αυτή από όλο το προσωπικό της εταιρείας υπέγραψε τις ανωτέρω επιταγές αν και δεν είχε προς τούτο δικαίωμα και ο κατηγορούμενος Π, όπως αυτό δείκνυται από την επακολουθήσασα της έκδοσης των επιταγών δήλωση περί παύσεως των πληρωμών, δεν ετέλεσαν ευκαιριακώς την πράξη της παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών με σκοπό παράνομο όφελος βλάπτοντας ξένη περιουσία αλλά βάσει σχεδίου, όπως αυτό συνάγεται από τα παραπάνω. Με βάση τις προηγούμενες σκέψεις και τα εκτεθέντα περιστατικά συνάγεται ότι και οι δύο κατηγορούμενοι προέβησαν στην σύναψη της συμβάσεως με τον Ψ (μηνυτή) κατά μήνα Απρίλιο 2003 και την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών αν και γνώριζαν ότι ήταν αδύνατο να πληρωθούν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και της υπαρκτής πλέον προ ικανού χρονικού διαστήματος κακής οικονομικής πορείας της εταιρείας. Σκόπευαν δε να βλάψουν τον μηνυτή και να αποκομίσουν οι ίδιοι και η εταιρεία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" το παράνομο περιουσιακό όφελος από την αξία των εμπορευ-μάτων που αγόρασε η εταιρεία ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ καθόσον παρίσταναν ότι αυτή η εταιρεία ήταν οικονομικά εύρωστη και με ικανά περιουσιακά στοιχεία. Από την επανειλημμένη δε τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων της αξιόποινης πράξεως της απάτης η οποία υπάρχει και επί εγκλήματος κατ' εξακο-λούθηση, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και από την υποδομή που οι κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής (όπως η κατ' εξακολούθηση έκδοση μεταχρονολογημένων ακάλυπτων επιταγών) προκύπτει σκοπός των κατηγορουμένων για πορισμό εισοδήματος και επομένως συντρέχει στο πρόσωπο τους η επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως αυτής. Συνακόλουθα και το εκκαλούμενο βούλευμα ορθά ως προς τον κατηγορούμενο Π αξιολό-γησε τα πραγματικά περιστατικά και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών αυτός κατηγορούμενος πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η έφεση του ανωτέρω κατηγορουμένου στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ποσού 220€ σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.ΠοινΔ σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α Δικαιοσύνης και Οικονομίας - Οικονομικών (58553/2006 ΦΕΚ 776/Β/2006) συμφώνως με όσα στο διατακτικό ορίζονται, ενώ απορριπτέο είναι και το υποβαλλόμενο αίτημα του κατηγορουμένου αυτού περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου αυτού, καθόσον με πληρότητα εξέθεσε τους ισχυρισμούς του, ώστε να μην υπάρχει ανάγκη συμπληρώσεων ή διευκρινήσεων με την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του. Όμως προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για να επιστηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον και της κατηγορουμένης Χ για την πράξη της απάτης από κοινού από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000€ κατ' εξακολούθηση.
Συνεπώς το εκκαλούμενο βούλευμα που έκρινε ότι τέτοιες ενδείξεις δεν υπήρξαν έσφαλε και για τον λόγο αυτό πρέπει να μεταρρυθμισθεί όσον αφορά την ανωτέρω κατηγορουμένη αφού η έφεση του πολιτικώς ενάγοντος γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν. Σύμφωνα δε με την διάταξη των άρθρων 309 παρ. 1 εδ. ε και 313 Κ.Π.Δ πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή και της κατηγορουμένης αυτής στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, που είναι καθύλην και κατά τόπον αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 1ε, 8 παρ. 1γ, 111 παρ. 1, 122 παρ. 1, 128, 129εδ. α Κ.Π.Δ για να δικασθεί και αυτή μαζί με τον κατηγορούμενο Π για την ανωτέρω πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ. στ' 14, 26 § Ια, 27, 45, 98, 386 § § 3α-1 Π.Κ., να επαναδιατυπωθεί δε το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος ως προς αμφότερους τους κατηγορουμένους, όπως ορίζεται στο διατακτικό του παρόντος". Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει : α) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση β) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά γ) τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο και δ) τις σκέψεις με τις οποίες έχει υπαγάγει ορθά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στην διάταξη περί απάτης του α. 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Συγκεκριμένα αυτό αναφέρει: α) τις ψευδείς παραστάσεις της αναιρεσείουσας προς τον παθόντα επιβεβαιώνοντας αντίστοιχες του συγκατη-γορουμένου της (φερεγγυότητα αγοράστριας εταιρείας - διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή των επιταγών που δόθηκαν στον παθόντα ) β) την αλήθεια που αυτή γνώριζε γ) την παραπλάνηση του παθόντα και δ) την διάθεση από αυτόν καυσίμων ύψους άνω των 15.000 ευρώ σε ένα μήνα. Ακόμα αυτό αναφέρει : α) ότι έλαβε υπόψη του τα έγγραφα γενικά που προσκομίστηκαν χωρίς να χρειάζεται να εξειδικεύσει καθένα από αυτά, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα β) την κοινή δράση της αναιρεσείουσας με τον συγκατηγορούμενό της καθώς και τον κοινό τους δόλο για την τέλεση της απάτης δόλου και γ) την συνδρομή και στο πρόσωπο της αναιρε-σείουσας της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τελέσεως (χορήγηση τεσσάρων ακάλυπτων επιταγών σε διάστημα ενός μηνός και παραλαβή καυσίμων αξίας 17.56422 ευρώ με σκοπό να ωφεληθεί παράνομα η εταιρεία στην οποία εργαζόταν της οποίας πρόεδρος ήταν ο συγκατηγορούμενός της). Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για εσφαλμένη αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού προσβάλει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Συμβουλίου και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (ΑΠ 474/2004 ΠΧ! 2005. 152, ΑΠ 151/2002 ΠΧ! 2002.884 ). Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:
Α) Να απορριφθεί η 55/3-5-2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ κατοίκου ...) κατά του 369/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
Β) Να επιβληθούν σε βάρος της αναιρε-σείουσας τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 21 Σεπτεμβρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 55/3/5/2010 αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατά του υπ' αριθμ. 369/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο (κατόπιν παραδοχής της εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του πρωτόδικου απαλλακτικού για την αναιρεσείουσα βουλεύματος) αυτή παραπέμφθηκε στο ακροα-τήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί από κοινού με τον Π, για εξακολουθητική απάτη, κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία συνολικά άνω των 15.000 ευρώ (άρθρα 13 στ, 45, 98, 386 παρ. 1-3α του ΠΚ). έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαι-τούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιηθεί στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι απαραίτητη και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, (3) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και γ) βλάβη ξένης, κατά το Αστικό Δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλή-ρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψεύτικη κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που είχε ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 α' του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουρ-γηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Από δε το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση τους αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεση τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης, όταν συνεπεία της άπαξ προσκληθείσας πλάνης ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διάφορους χρόνους επιζήμιες πράξεις. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικει-μενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύ-πτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Επί κατ' εξακολούθηση τέλεσης του εγκλήματος συντρέχει το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 του ΠΚ που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός", συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεση της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεση της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με την δράση των άλλων. Για τον έλεγχο από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ. πρέπει να αναφέρονται στο βούλευμα ή την απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στο βούλευμα ή την απόφαση και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους αυτουργούς. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού η ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλο-συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτί-μησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέ-σεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρε-τικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 Β του ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγμα-τικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλ-μένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιά-ζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του Συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 369/2010 βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε, ανελέγκτους, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων), ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ..., είχε συναλλαγές με το μηνυτή Ψ, στο πλαίσιο προμήθειας υγρών καυσίμων από το πρατήριο που ο τελευταίος διατηρεί στην .... Ο κατηγο-ρούμενος Π ήταν εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας και η κατηγορουμένη Χ ήταν υπάλληλος αυτής (γραμματεύς). Η παραπάνω ανώνυμη εται-ρεία είχε ως αντικείμενο την παραγωγή, επεξεργασία και εμπο-ρία υλικών ευκάμπτου-συσκευασίας (σελοφάν, πολυαιθυλενίου, πολυπροπυλενίου, PVC κλπ) και προέβαινε στις κατά τα ανωτέρω προμήθειες υγρών καυσίμων από τον Ψ για τις ανάγκες των οχημάτων και των μηχανών της. Με την με αριθμό 679/26-5-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κατόπιν δηλώσεως της στο γραμματέα του παραπάνω Δικαστηρίου η εταιρεία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, χρόνος δε παύσεως πληρωμών ορίσθηκε η 25/3/2003. Κατά το προ του Απριλίου 2003 διάστημα, η ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ είχε συναλλαγεί με τον Ψ (είχε αγοράσει καύσιμα}και σε όλες αυτές τις συναλλαγές, η πληρωμή του τιμήματος τις πωλήσεις των καυσίμων εγένετο είτε τοις μετρητοίς είτε με την έκδοση ή μεταβίβαση επιταγών, οι οποίες επληρώνοντο άμα τη εμφανίσει τοις στις πληρώτριες Τράπεζες. Τον Απρίλιο έτους 2003 ο Π εμφανίσθηκε στο πρατήριο του μηνυτή και τον διαβεβαίωσε για την φερεγγυότητα της εταιρείας, την καλή εμπορική της φήμη, για το ότι δεν είχε ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις και ότι ήταν συνεπής στην εξόφληση των οφειλών της. Του παρέστησε ακόμη ψευδώς ότι η εταιρεία αυτή διέθετε μεγάλη ακίνητη περιουσία και ότι είχε διαθέσιμα μεγάλα χρηματικά ποσά από εγχώριες Τράπεζες. Μαζί με τον Π παρούσα στις διαβεβαιώσεις ήταν και η υπάλληλος (γραμματέας) της εταιρείας Χ η οποία επιβεβαίωνε τα ανωτέρω ψευδή πραγματικά περιστατικά που ανέφερε ο Π. ’λλωστε και ενώπιον του μάρτυρος Μ η κατηγορουμένη Χ ανέφερε για την φερεγγυότητα της "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" και του Π, σε χρονικό σημείο προ της εκδόσεως των επιταγών και βέβαια κοντινό, αφού σκοπό είχαν την αγορά από τον Ψ υγρών καυσίμων και την πληρωμή του τιμήματος με επιταγές, οι οποίες βέβαια μεταχρο-νολογημένες δεν θα επληρώνοντο άμα τη εμφανίσει τους στις πληρώτριες τράπεζες. Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν το ψευδές των όσων για τη φερεγγυότητα της ΤΕΧΝΟΦΑΝ διαβεβαίωσαν τον Ψ αφού ολίγες ημέρες αργότερα και δη την 23/4/2003 ο εξ αυτών Π δήλωσε αδυναμία της εταιρείας να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της και ζήτησε την αναστολή των πληρωμών της. Βέβαια τη δήλωση την έκαμε μόνο ο Π, όμως και η κατηγορουμένη Χ ως εργαζομένη στην εταιρεία αυτή είχε αντιληφθεί την κακή πορεία της και παρά ταύτα, όπως ο μάρτυς Μ κατέθεσε, ανέφερε περί φερεγγυότητας της "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ". Με την ψευδή αυτή παράσταση των γεγονότων περί φερεγγυότητας της ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ πείσθηκε ο Ψ πώλησε και παρέδωσε σ' αυτήν καύσιμα αξίας 17.564,22€ και για την πληρωμή του τιμήματος έλαβε τέσσερις επιταγές όλες μεταχρονολογημένες, ενώ, αν γνώριζε την αληθή οικονομική κατάσταση της εταιρείας, δεν θα προχωρούσε στην σύμβαση πωλήσεως με τους πιο πάνω όρους. Ειδικότερα, παρέλαβε από τους κατηγορουμένους τις εξής επιταγές: 1) την με αριθμό ..,. επιταγή πληρωτέα από την Εμπορική Τράπεζα ΑΕ, ποσού 4.725,90€, 2) την με αριθμό ... επιταγή πληρωτέα από την Εμπορική Τράπεζα ΑΕ ποσού 5.593,23 €, 3) την με αριθμό ... επιταγή πληρωτέα από τη Γενική Τράπεζα ΑΕ ποσού 3.245 ευρώ και 4) τη με αριθμό ... επιταγή πληρωτέο από την Γενική Τράπεζα ΑΕ ποσού 4.000 €. Οι επιταγές αυτές είχαν όλες εκδότρια εταιρεία την ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΕΒΕΕ και είχαν υπογράψει ως δεσμεύοντα αυτήν φυσικά πρόσωπα ο Π και η Χ. Ο Π ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ. Από την ίδρυση της στο καταστατικό της άνω εταιρείας προβλεπόταν η δέσμευση της έναντι τρίτων με δύο υπογραφές, οι οποίες ετίθεντο κάτω από την εταιρική επωνυμία. Η μία υπογραφή ήταν του κατηγορουμένου Π και η άλλη του .... Λόγω θανάτου του τελευταίου ο Π ζήτησε από την Χ επειδή της είχε εμπιστοσύνη, να υπογράψει αυτή τις επιταγές που θα έδιναν στον Ψ, ώστε να υπάρχουν επί των επιταγών δύο υπογραφές, χωρίς να φαίνονται τα ονόματα αυτών που υπέγραψαν, έτσι ώστε γρήγορα και χωρίς ανάγκη τροποποίησης του καταστατικού να επιτευχθεί η συναλλαγή με. τον Ψ. Η κατηγο-ρουμένη υπέγραψε και τις τέσσερες επιταγές κάτωθι της επωνυμίας της εταιρείας. Οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν στις πληρώτριες τράπεζες και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου. Εμφανίσθηκαν η πρώτη και η τέταρτη την 21/5/2003 και 30/5/2003 αντίστοιχα από τον Ψ, η τρίτη από την τελευταία κομίστρια εταιρεία "... ΑΕ" την 21/4/2003 και η δεύτερη την 9/7/2003 από την επίσης τελευταία κομίστρια .... Με τις πιο πάνω δε πράξεις τους οι κατηγορούμενοι αποσκοπούσαν να αποκομίσουν οι ίδιοι και η ανωτέρω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο προαναφερθέν ποσό των 17.564,22 ευρώ, το οποίο πράγματι απεκόμισαν με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή. Ο Ψ την 15/1/2004 κατέθεσε στην αρμόδια Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 30/12/2003 έγκληση κατά των Π και της Χ για έκδοση ακαλύπτων επιταγών. Ασκήθηκε ποινική δίωξη για το έγκλημα αυτό και με την με αριθμό 80119/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη για τις τρεις πρώτες επιταγές, όπως αυτές έχουν παραπάνω αναφερθεί, έπαυσε οριστικά η κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, επειδή η έγκληση υποβλήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο προς τούτο και ειδικότερα από πρόσωπο που δεν ήταν ο τελευταίος κομιστής, ενώ για την τέταρτη επιταγή οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι, λόγω του ότι η εκδότρια εταιρεία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως όταν η επιταγή εμφα-νίσθηκε προς πληρωμή την 30/5/2003. Στη συνέχεια ο Ψ κατέθεσε την ένδικη από 7/12/2005 μήνυση του με βάση την οποία την 9/10/2006 ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη, από κοινού, από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και συνολική ζημιά υπερβαίνουν το ποσό των 15.000€, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 1, 13 περ. στ', 14, 26 § 1α, 27, 45, 98, 386 § § 3α - 1 Π.Κ). Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο Ψ γνώριζε την πραγματική κατάσταση της ανωτέρω εταιρείας και ότι πάντα πληρωνόταν με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμος από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Ούτε άλλωστε αντέχει στη βάσανο της λογικής να γνωρίζει ο μηνυτής ότι η αγοράστρια βρίσκεται σε τόσο κακή οικονομική κατάσταση ώστε να επίκειται η πτώχευσή της και παρά ταύτα να της πωλεί εμπο-ρεύματα επί πιστώσει και με μεταχρονολογημένες επιταγές. Δεν αποδείχθηκε επίσης από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, που περιέχεται τόσο στην απολογία όσον και στην έφεση του, περί του ότι οι ανωτέρω τέσσερες μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόθηκαν από την εταιρεία ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ και υπογράφηκαν από αυτόν και την Χ πολύ ενωρίτερον του Απριλίου 2003, τότε που η οικονομική κατάσταση της άνω εταιρείας ήταν τελείως διάφορος αυτής του 2003. Περαιτέρω και όσον αφορά την κατηγορουμένη Χ, η οποία δεν κατέθεσε βέβαια δήλωση στο Πρωτοδικείο περί παύσεως των πληρωμών της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ, η γνώση της για την κακή πορεία της εταιρείας αυτής και την μη πληρωμή των επιταγών συνάγεται μετά βεβαιότητας από την στενή φιλική σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο Π και το γεγονός ότι μόνη αυτή προτιμήθηκε από εκείνον να συνυπογράφει τις ανωτέρω επιταγές τον Απρίλιο 2003, μεταχρονολογημένες για τέλη Απριλίου μέχρι και Ιούλιο 2003, όταν η πορεία της εταιρείας ήταν τέτοια που επέβαλε την δήλωση παύσεως των πληρωμών την 23/4/2003 και συνακόλουθα την μη πληρωμή των επιταγών. Η ίδια ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε, διότι ασκούσε καθήκοντα γραμματέως και όχι λογίστριας, αυτό όμως το περιστατικό είναι ενισχυτικό της γνώσεως της διότι προτι-μήθηκε αυτή, επειδή ενδεχομένως η λογίστρια δεν υπέγραφε τις επιταγές. Ισχυρίσθηκε ακόμη ότι η ίδια είχε και άλλες φορές υπογράψει επιταγές ή άλλα έγγραφα ως δήθεν εκπρόσωπος της εταιρείας και γι' αυτό ο Π της ζήτησε να υπογράψει και τις επιταγές αυτές. Όμως ουδεμία τέτοια επιταγή προσκομίσθηκε από αυτήν, ούτε βιβλίο της εταιρείας που να περιείχε περιγραφή κάποιας επιταγής, ούτε μαρτυρική κατά-θεση, περί της υπάρξεως και άλλων εγγράφων στα οποία η κατηγορουμένη είχε υπογράψει ως εκπρόσωπος της εταιρείας. Μόνον η κατάθεση του Μ προσκομίσθηκε από τον πολιτικώς ενάγοντα στην οποία αναφερόταν ότι σε συζητήσεις τους η κατηγορουμένη αυτή βεβαίωνε για την φερεγγυότητα της εταιρείας ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ. Επομένως και η κατηγορουμένη αυτή, όπως αυτό δείκνυται από το ότι μόνη αυτή από όλο το προσωπικό της εταιρείας υπέγραψε τις ανωτέρω επιταγές αν και δεν είχε προς τούτο δικαίωμα και ο κατηγορούμενος Π, όπως αυτό δείκνυται από την επακολουθήσασα της έκδοσης των επιταγών δήλωση περί παύσεως των πληρωμών, δεν ετέλεσαν ευκαιριακώς την πράξη της παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών με σκοπό παράνομο όφελος βλάπτοντας ξένη περιουσία αλλά βάσει σχεδίου, όπως αυτό συνάγεται από τα παραπάνω. Με βάση τις προηγούμενες σκέψεις και τα εκτεθέντα περιστατικά συνάγεται ότι και οι δύο κατηγορούμενοι προέβησαν στην σύναψη της συμβάσεως με τον Ψ (μηνυτή) κατά μήνα Απρίλιο 2003 και την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών αν και γνώριζαν ότι ήταν αδύνατο να πληρωθούν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και της υπαρκτής πλέον προ ικανού χρονικού διαστήματος κακής οικονομικής πορείας της εταιρείας. Σκόπευαν δε να βλάψουν τον μηνυτή και να αποκομίσουν οι ίδιοι και η εταιρεία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ" το παράνομο περιουσιακό όφελος από την αξία των εμπορευ-μάτων που αγόρασε η εταιρεία ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ καθόσον παρίσταναν ότι αυτή η εταιρεία ήταν οικονομικά εύρωστη και με ικανά περιουσιακά στοιχεία. Από την επανειλημμένη δε τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων της αξιόποινης πράξεως της απάτης η οποία υπάρχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολού-θηση, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και από την υποδομή που οι κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημ-μένης τελέσεως της πράξεως αυτής (όπως η κατ' εξακο-λούθηση έκδοση μεταχρονολογημένων ακάλυπτων επιταγών) προκύπτει σκοπός των κατηγορουμένων για πορισμό εισοδή-ματος και επομένως συντρέχει στο πρόσωπο τους η επιβα-ρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για να επιστηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης Χ για την πράξη της απάτης, κατ' εξακολούθηση, από κοινού, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,13 στ', 34, 26 παρ. 1α, 27, 45, 98, 386 παρ. 3α -1 του ΠΚ, ακολούθως δε, αφού 1) δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του υπ' αριθμ. 1189/2008 απαλλακτικού για την αναιρεσείουσα βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθη-νών, και 2) απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση του εγκαλούντος Π κατά του παραπεμπτικού γι' αυτόν ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, μεταρρύθμισε το εκκαλούμενο βούλευμα και, επαναδιατυπώ-νοντας το διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος, παρέπεμψε την αναιρεσείουσα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργη-μάτων Αθηνών για να δικασθεί και αυτή μαζί με τον συγκατηγορούμενο της Π, ως υπαίτιοι του ότι: Στην Αθήνα, κατά το μήνα Απρίλιο 2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο και με άμεσο σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν με πρόθεση ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, διαπράττουν δε απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού και έχοντας κοινό δόλο, υπό την ιδιότητα τους ιός εκπροσώπων της ανώνυμης βιομηχανικής και εμπορικής εταιρείας συσκευα-σιών, με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΒΕΕ", εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στο μηνυτή Ψ, ότι η ανωτέρω εταιρεία ήταν φερέγγυα, με καλή εμπορική φήμη λόγω του ότι δεν είχε ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις, αφού ήταν συνεπής στην εξόφληση των οφειλών της, ότι είχε διαθέσιμα και μεγάλα χρηματικά ποσά σε εγχώριες τράπεζες, εμφανή περιουσιακά στοιχεία αξίας 200.000 ευρώ και καθημερινό υψηλό τζίρο, ότι οι παρακάτω επιταγές δεν είχαν κανένα πρόβλημα (προς πληρωμή), ενώ η αλήθεια ήταν ότι οι επιταγές αυτές δεν υπήρχε περίπτωση να πληρωθούν, διότι η εκδότρια εταιρεία δεν ήταν φερέγγυα, ούτε είχε καλή εμπορική φήμη. αφού είχε οικονομικές εκκρεμότητες προς τρίτους, τις οποίες δεν εξοφλούσε εγκαίρως, ούτε διέθετε επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των εκδιδομένων απ' αυτήν επιταγών προς εξόφληση των δανειστών της και τελικά η εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει της υπ' αριθμ. 679/28/5/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Έτσι έπεισαν τον Ψ να πωλήσει και να παραδώσει στην ανωτέρω εταιρεία καύσιμα συνολικής αξίας 17.564, 22 ευρώ και να δεχθεί για την εξόφληση του τιμήματος τέσσερις (4) μεταχρονολογημένες επιταγές, έκδοσης της εταιρείας, πληρω-τέες σε διαταγή του Ψ, και δη, 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 4.725,90 ευρώ, 2) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 5.593,32 ευρώ, 3) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Γενικής Τράπεζας, ποσού 3,245 ευρώ, και 4) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Γενικής Τράπεζας, ποσού 4.000 ευρώ, που εσύροντο η 1η, η 2η των επιταγών επί του ... λογαριασμού, η 3η, η 4η των επιταγών επί του ... λογαριασμού, ωφελούμενοι παράνομα οι ίδιοι και η εταιρεία με αυτό τον τρόπο το συνολικό ποσό των 17.564,22 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του Ψ, καθόσον οι επιταγές δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της ως άνω εκδότριας εταιρείας. Το περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων και της " ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΕ" και η προξενηθείσα ζημία του Ψ υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Διαπράττουν δε οι κατηγορούμενοι απάτες κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης και από την υποδομή που έχουν διαμορφώσει με πρόθεση την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδή-ματος.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του βασικού εγκλήματος της απάτης για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα στο ακροατήριο η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμο-σθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 , 45, και 386 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλείπεις ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η τέλεση του εγκλήματος της απάτης από την αναιρεσείουσα (γραμματέα της εταιρείας "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΕΒΕΕ"), καθώς και η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ, αφ' ενός μεν της απατηλής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας, συνεπεία της συμπεριφοράς της αυτής, πλάνης στον εγκαλούντα Ψ και αφ' ετέρου, μεταξύ της προκληθείσας ως άνω πλάνης, από τις εν γνώσει ψευδείς παραστάσεις και διαβε-βαιώσεις της αναιρεσείουσας, και της περιουσιακής ζημίας του εγκαλούντα, συνεπεία της οποίας αυτός (εγκαλών), προέβη στη συνιστώσα την περιουσιακή βλάβη, διάθεση, με την σύναψη με την ως άνω εταιρεία κατά μήνα Απρίλιο του έτους 2003 συμβάσεως πωλήσεως με τους διαλαμβανόμενους στο σκεπτικό όρους, ως προς την πληρωμή της ποσότητας καυσίμων αξίας 17.564,22 ευρώ που πώλησε και παράδωσε σ' αυτή (εταιρεία), στη οποία (σύναψη συμβάσεως) ο εγκαλών δεν θα προέβαινε, εάν δεν είχε παραπεισθεί από τις εν γνώσει της αναιρε-σείουσας και του συγκατηγορουμένου της Π ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της, ως προς την φερεγγυότητα της εταιρείας "ΤΕΧΝΟΦΑΝ ΑΒΕΕ". Επίσης προσδιορίζεται το ύψος της προξενηθείσας στον εγκαλούντα ζημίας, ανερχομένης στο ποσό των 17.564,22 ευρώ, που ήταν η αξία της πωληθείσας ποσότητας καυσίμων. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ λόγοι αναιρέσεως που τα αντίθετα υποστηρίζουν είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω όμως και αναφορικά με την "κατ' εξακολούθηση" τέλεση της απάτης για την οποία παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Π, νόμιμο εκπρόσωπο της προαναφερθείσας εταιρείας, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ παραβίασε εκ πλαγίου και την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ, και τούτο διότι, ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι η εν γνώσει παράσταση των ψευδών γεγονότων στον αναιρεσείοντα έλαβε χώρα κατά μήνα Απρίλιο του 2003. συνε-πεία της οποίας πλανηθείς ο εγκαλών πώλησε και παρέδωσε στην εταιρεία ποσότητα καυσίμων, αξίας 17.564,22 ευρώ, λαβών, με βάση τις παραδοχές του βουλεύματος ταυτόχρονα τέσσερις (4) μεταχρονολογημένες επιταγές, με χρόνο εκδόσεως ..., χαρακτηρίζει ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, και έτσι την παραπέμπει για να δικασθεί, αφήνοντας όμως αναιτιολόγητο και αδιευκρίνιστο αν κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του παθόντος, που έχει προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας (και του συγκατη-γορουμένου της) ή μήπως συνεπεία της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο παθών προέβη σε διαδοχικές απλώς επιζήμιες ενέργειες, οπότε δεν τίθεται θέμα κατ' εξακολούθηση τελέσεως της απάτης.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τούτο, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ). Ο λόγος δε αυτός ωφελεί και τον συγκατηγορούμενό της Π που δεν άσκησε αναίρεση και πρέπει, κατ' άρθρο 460 του ΚΠΔ, να επεκταθεί το αποτέλεσμα και ως προς αυτόν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθμ. 369/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά την διάταξή του περί παραπομπής της αναιρεσείουσας για την τέλεση του εγκλήματος της άπατης "ως κατ' εξακολούθηση".
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Επεκτείνει το αποτέλεσμα της από 3/5/2010 αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ κατά του υπ' αριθμ. 369/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ως προς τον κατηγορούμενο Π, και αναιρεί κατά τούτο και ως προς αυτόν το πιο πάνω βούλευμα.

Απορρίπτει την από 3/5/2010 αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή