Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 980 / 2013    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Στοιχεία εγκλήματος, γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, από την παραπλάνηση με το πλαστό, είναι και η μεταβολή δικαιώματος, η οποία επέρχεται και με την επίτευξη χορηγήσεως παρατάσεως εξοφλήσεως οφειλής. Με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ισχυρισμός για το αντίθετο, ο οποίος είναι όχι αυτοτελής, αλλά αρνητικός υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας. Απόρριψη αιτήσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 980/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοϊνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οββαδία Ναμία, περί αναιρέσεως της 3807/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 425/13.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, όπως είναι και η επίτευξη χορηγήσεως παρατάσεως της προθεσμίας εξοφλήσεως οφειλής, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ, 1 του άρθρου 216, στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3807/2012 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Ειδικότερα, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, στο ότι αυτός: "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 15.6.2009 μέχρι 22.6.2009, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Το έγγραφο δε αυτό στη συνέχεια το χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, κατάρτισε την με ημερομηνία εκδόσεως 22.12.2008 υπ' αριθμ. 353 Διάταξη της 2ης Ειδικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία συμπεριέλαβε και το δικό του ονοματεπώνυμο μεταξύ των προσώπων, κατά των οποίων φερόταν ότι είχε εκδοθεί η Διάταξη αυτή που απαγόρευε "την κίνηση των λογαριασμών των προσώπων αυτών που τηρούνται σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό της ημεδαπής, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων του θησαυροφυλακίου των προσώπων αυτών". Κάτω δε από αυτό το κείμενο αυτής της Διάταξης έθεσε χωρίς δικαίωμα την επίσημη στρογγυλή σφραγίδα του Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπογραφή της φερομένης ως εκδότριας, ανωτέρω Ανακρίτριας, Σ. Π., που από το 2006 είχε ήδη μετατεθεί από το ως άνω Ανακριτικό Γραφείο. Την πλαστογραφία αυτή την έκανε με σκοπό να παραπλανήσει τον Γ. Μ., πληρεξούσιο δικηγόρο, του κατοίκου Αυστραλίας R. H., στον οποίο όφειλε χρηματικό ποσό 107.000 ευρώ, ότι δήθεν οι τραπεζικοί του λογαριασμοί είχαν δεσμευθεί με την ανωτέρω Διάταξη της Ανακρίτριας και δεν μπορούσε να εξοφλήσει την ως άνω οφειλή του, ώστε να επιτύχει τη χορήγηση παρατάσεως εξοφλήσεώς της. Κατόπιν την ανωτέρω πλαστή Διάταξη της 2ης Ειδικής Ανακρίτριας Πρωτοδικείου Αθηνών την χρησιμοποίησε, παραδίδοντάς την στον ως άνω δικηγόρο Γ. Μ. για να δικαιολογήσει την άρνησή του να καταβάλει το ανωτέρω οφειλόμενο χρηματικό ποσό και να επιτύχει τη χορήγηση παρατάσεως εξοφλήσεώς του". Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, πρότεινε, δια του συνηγόρου του, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, τον ισχυρισμό ότι: "... Στην προκειμένη περίπτωση η σε βάρος μου κατηγορία της πλαστογραφίας δεν στοιχειοθετείται για νομικούς λόγους, δεδομένου ότι δεν υπήρχε σε μένα σκοπός παραπλάνησης για γεγονός δυνάμενο να δημιουργήσει, μεταβάλλει ή να καταργήσει δικαίωμα του μηνυτή. Και τούτο διότι ουδέποτε αρνήθηκα την ύπαρξη της συγκεκριμένης προς αυτόν οφειλής, για την οποία μάλιστα είχα αποδεχθεί και σχετικές συναλλαγματικές που πιστοποιούν την έμπρακτη αναγνώριση της οφειλής μου. Επομένως κατ' ουδένα τρόπο η υπό κρίση διάταξη ήταν πρόσφορη να αλλοιώσει ή να καταργήσει το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα του μηνυτή ως προς το οφειλόμενο ποσό. Η μοναδική αντικειμενική συνέπεια του εγγράφου αυτού ήταν να δικαιολογήσει σε επίπεδο επαγγελματικής δεοντολογίας την επιβαλλόμενη για άλλους προσωπικούς μου λόγους, καθυστέρηση καταβολής και του τελευταίου οφειλομένου ποσού η οποία εντέλει και επακολούθησε".
Ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι αυτοτελής, όπως υπολαμβάνει αυτός, αλλά αποτελεί άρνηση υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος της πλαστογραφίας, για το οποίο καταδικάσθηκε, και, συνεπώς, της κατηγορίας, δεν είναι νόμιμος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι έννομες συνέπειες, τις οποίες μπορεί να έχει η χρήση του πλαστού εγγράφου, είναι δυνατόν να συνίστανται και στη μεταβολή δικαιώματος, η οποία επέρχεται και με την επίτευξη χορηγήσεως παρατάσεως εξοφλήσεως μιας οφειλής, αφού, με τον τρόπο αυτό, μετατίθεται ο χρόνος, κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, τον απέρριψε, με την αιτιολογία ότι: "... ο κατηγορούμενος με την εξ υπαρχής κατάρτιση του άνω εγγράφου και τη χρήση του επιδίωκε την πλάνη του Γ. Μ., ως προς το γεγονός ότι αδυνατούσε, λόγω της δήθεν δέσμευσης των τραπεζικών του λογαριασμών, να εξοφλήσει την άνω ήδη ληξιπρόθεσμη οφειλή του, ώστε να επιτύχει τη χορήγηση παράτασης της προθεσμίας εξόφλησής της, η οποία συνεπαγόταν έννομες συνέπειες, αφού οδηγούσε στη μεταβολή (αλλοίωση) του χρόνου της οφειλόμενης παροχής του. Ο ισχυρισμός, επομένως, του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε εγγράφως και αναπτύχθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ότι δεν στοιχειοθετείται νομικά πλαστογραφία, διότι η άνω διάταξη δεν ήταν πρόσφορη να αλλοιώσει ή καταργήσει το δικαίωμα του R. H. ως προς το οφειλόμενο ποσό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Φεβρουαρίου 2013 (με αριθ. πρωτ. 1548/2013) αίτηση (δήλωση) του Ν. Σ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3807/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ