Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1023 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1023/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου, για αναίρεση της 3606/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλονόμο.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1351/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 εδ. α' του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής δυσφημήσεως απαιτούνται, αντικειμενικώς, ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι πρόσφορο (κατάλληλο, επιτήδειο) κατ' αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στον τοιούτο βλαπτικό της τιμής ή της υπολήψεως ισχυρισμό ή διάδοση. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών, που προτείνονται είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, αλλιώς είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε από την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "από την χωρίς όρκο εξέταση του εγκαλούντος- πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την εκκαλουμένη απόφαση που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών, αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας, υπηρετούσε από 9-1-1996 ως διοικητής στο Αστυνομικό Τμήμα ... . Στην ίδια περιοχή η σύζυγος του κατηγορουμένου διατηρούσε πρατήρια υγρών καυσίμων. Ο κατηγορούμενος το ίδιο χρονικό διάστημα ήταν πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Πετρελαιοειδών. Με την Γ2069/14-17-3-2000 Κ.Υ.Α., η οποία ίσχυσε μέχρι την ακύρωση της με την 921/2002 απόφαση του ΣτΕ, ρυθμιζόταν το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων διανομής πετρελαιοειδών. Με βάση αυτή' την απόφαση εκδόθηκε η 4310/27-4-2001 απόφαση της τότε Νομάρχου Αθηνών, με τη οποία εγκρίθηκε ο πίνακας για την εκ περιτροπής λειτουργία των καταστημάτων κατά τις Κυριακές και αργίες του έτους 2001. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με τη ΔΑΑ37785/23-7-2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της περιφέρειας Αττικής, μετά από προσφυγή πρατηριούχων πετρελαιοειδών. Ο κατηγορούμενος από την αρχή της εκδόσεως των ως άνω αποφάσεων ήταν αντίθετος με την εφαρμογή ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων λειτουργίας πετρελαιοειδών. Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Γραμματέα της Περιφέρειας ο κατηγορούμενος με το από 14-8-2001 έγγραφο του προς το Διοικητή του Α.Τ. ... του δήλωνε ότι τα μέλη του σωματείου του θα εφαρμόζουν ελεύθερο ωράριο τόσος κατά τις Κυριακές και αργίες όσο και κατά τις καθημερινές, για όλα τα πρατήρια. Ο εγκαλών θεωρούσε ότι η ως άνω απόφαση αφορούσε τη λειτουργία μόνο των πρατηρίων που διαθέτουν υγραέριο αυτοκινήτων ειδικών προδιαγραφών. Έτσι πολλές φορές μεταξύ άλλων παρέπεμψε στο αρμόδιο Δικαστήριο και τον κατηγορούμενο, ο οποίος εργαζόταν και ήταν προσωρινά υπεύθυνος στο πρατήριο της συζύγου, το οποίο δεν ήταν μικτό, δεν πωλούσε δηλαδή και υγραέριο αυτοκινήτων. Ο κατηγορούμενος, όπως και άλλοι συνάδελφοι του αθωώνονταν με τις αποφάσεις που αναγνώστηκαν, χωρίς να προκύπτει από αυτές το σκεπτικό της αθωωτικής κρίσεως, αφού προσκομίζονται σε απόσπασμα. Ο εγκαλών οπωσδήποτε ελάμβανε γνώση των αθωωτικών αποφάσεων. Όμως πιστεύοντας ότι εξακολουθεί να ισχύει η ως άνω υπουργική απόφαση για τα αμιγή πρατήρια [χωρίς υγραέριο] συνέχιζε να την εφαρμόζει, παραπέμποντας στον Εισαγγελέα τους παραβάτες της. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος υπέβαλε κατά του τώρα εγκαλούντος την από 18-9-2001 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε με την 25/2002 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Κατ' αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή με την 355/2002 Διάταξη του και παραγγέλθηκε η άσκηση ποινικής διώξεως για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 259 και 363 ΠΚ. Για την υποστήριξη της προσφυγής του ο κατηγορούμενος κατέθεσε στον Εισαγγελέα Εφετών το από 8-4-2002 υπόμνημα με το περιεχόμενο που αναφέρεται, προς αποφυγή επαναλήψεων στο διατακτικό. Τα γεγονότα, που αναφέρει σε αυτό, αφορούν στην άσκηση των καθηκόντων του εγκαλούντος ως διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος ... και επιχειρεί να τον παρουσιάσει ότι τον καταδιώκει παράνομα, ότι εφαρμόζει παράνομες αποφάσεις, ότι συσκέπτεται παράνομα στο Τμήμα προκειμένου να επιτύχει καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος του και ότι επιδεικνύει συμπεριφορά αδίστακτου και αχρείου ανθρώπου. Τα γεγονότα αυτά, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό, είναι ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, όπως και την έβλαψαν ενώπιον των συναδέλφων του και των δικαστικών αρχών που έλαβαν γνώση αυτού. Το ότι θίχτηκε η τιμή και η υπόληψη του εγκαλούντος προκύπτει με σαφήνεια από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο. Πρέπει να σημειωθεί ότι με το 5715/2003 βούλευμα του, που είναι αμετάκλητο, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε, κατ' ουσία να μην γίνει κατηγορία του εγκαλούντος για παράβαση των άρθρων 259 και 363 ΠΚ. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα θεμελιώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως δυσφημήσεως του άρθρου 362 Π.Κ. και όχι αυτής του άρθρου 363 ΠΚ για την οποία ασκήθηκε η κατ' αυτού ποινική δίωξη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας "Ακολούθως, το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο απλής δυσφημήσεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 5 ευρώ ημερησίως. Ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης αναφέρεται ότι, ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος του ότι "Στην ... στις 8-4-2002 με πρόθεση ενώπιον τρίτου ισχυρίστηκε για άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του και συγκεκριμένα στο από 8-4-2002 έγγραφο υπόμνημα του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα "ο σκληρός διώκτης μου Διοικητής του Α.Τ. ...και εν τούτοις ως νέος Ιαβέρης επέμενε να διώκει τα πρατήρια της συζύγου μου και των άλλων πρατηριούχων... και μάλιστα διωκόμενος σκόπιμα από το Διοικητή με αποφάσεις παράνομες... όπου ο Διοικητής μου επιτέθηκε με σκαιό τρόπο και με απείλησε ότι θα ερχόταν στον Εισαγγελέα για νου πει όσα τους έχω κάνει... ακολούθως το κονκλάβιο ανέβηκε στον πρώτο όροφο ήτοι ο Διοικητής.... Έτσι βρήκε την ευκαιρία ο Διοικητής να με στολίσει καταλλήλως προς τον κ. Εισαγγελέα ποινικής διώξεως.... Ο Διοικητής του Α.Τ. ...ανέφερε σωρεία ψευδολογιών και συκοφαντικών ισχυρισμών με αποκλειστικό σκοπό και στόχο να εξασφαλίσει την δυσμενή εντύπωση των κρινόντων την υπόθεση μου... αν αυτό δεν αποδίδει τον χαρακτήρα ενός αδίστακτου και αχρείου ανθρώπου τότε τι αποδίδει.... Να με διαβάλει ο Διοικητής... απλά για να δικαιολογηθεί ο Διοικητής και να του δοθεί η ευκαιρία να με εμφανίσει ούτε λίγο ούτε πολύ γκάνγκστερ.... έλπιζε ότι θα κατάφερνε να με καταδικάσει αφού διατύπωνε μόνο ψευδείς ισχυρισμούς αλλά ανέπτυσσε και νομικής επιχειρηματολογία εναντίον μου για να δικαιολογήσει τις μέχρι τότε παράνομες συλλήψεις που κατ εντολή του είχαν διενεργηθεί... δόλος του κ. Διοικητή αποδεικνύεται... και τώρα μου τους χορηγεί ως ακυρωμένους... προσπάθησε να με διαβάλει ως κατηγορούμενο προς το Δικαστήριο...όταν μέσα στη δικογραφία υπάρχουν ψευδείς και χαλκευμένες μηνύσεις τότε είναι παρακινδυνευμένο να λέμε ότι δεν είχε δόλο τάχα για τα υπόλοιπα ο Διοικητής του ΑΤ ... με τα εγκλήματα που τέλεσε σε βάρος μου ο Διοικητής... ως ισχυρισμοί αυτοί είναι καθαρά συκοφαντικοί και δυσφημιστικοί. Τα παραπάνω γεγονότα είναι ικανά να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 και 362 του ΠΚ, που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, χωρίς να είναι αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους και η μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος και η απολογία του κατηγορουμένου. Αναφορικώς με τη σιωπηρή απόρριψη του εκ του άρθρου 367 παρ. 1 εδ. γ' του ΠΚ προβληθέντος ισχυρισμού περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως της δυσφημήσεως, λόγω του ότι τα δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα που ισχυρίστηκε με το υπόμνημά του, τα ισχυρίστηκε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την εφαρμογή ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων πετρελαιοειδών, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι δεν υποβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την παραδοχή του και αν όχι, να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Περαιτέρω, η αιτίαση ότι το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με το να προβεί στη μετατροπή της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα... ποινής των πέντε μηνών χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και να αποκλείσει την αναστολή αυτής, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν δικαστήριο βασίστηκε σχετικώς, στην επισκόπηση του ποινικού μητρώου (από το οποίο προφανώς προέκυπτε ότι ο αναιρεσείων έχει προηγουμένως καταδικαστεί σε ποινή πάνω από έξι μήνες) και στο αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντος) να μετατραπεί η ως άνω επιβληθείσα ποινή .
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν . Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρθηκε το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο εκτός άλλων και τα ακόλουθα έγγραφα ".........6) υπ'αριθμ.πρωτ.... και ...από 2001 ΦΑΔΑ ΤΓΑ 7)Απόφαση Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας με αριθμ.πρωτ.ΔΔΑ ..., 9)Δημοσίευμα της Εφημερίδας "ΑΘΗΝΑΪΚΗ" με ημερομηνία ..., 14)υπ'αριθμ.πρωτ.... του Α.Τ. ..., 25)Δέκα εννέα (19) αθωωτικά αποσπάσματα Μονομελούς Πλημμμελειοδικείου Αθηνών, 27)Από 17-5-2000 του Α.Τ. ... προς τη Νομαρχία Αθηνών ". Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή στα πρακτικά της ταυτότητας των με αριθμούς 6, 7, 9, 14, 25 και 27 παραπάνω εγγράφων, δεν νοείται ότι είχε ως συνέπεια τη στέρηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά, αφού τα εν λόγω έγγραφα αναγνώσθηκαν. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω του μη επακριβούς κατά τα ανωτέρω προσδιορισμού των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 329 παρ.1 εδ.α' του ΚΠοινΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως, γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια. Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Η έλλειψη δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, εν όψει και του άρθρου 331 του ΚΠοινΔ, πρέπει να αποδεικνύεται μόνο από τα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η συνεδρίαση του Δικαστηρίου και η απαγγελία της αποφάσεως έγιναν δημόσια στο ακροατήριο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι απαγγέλθηκε κεκλεισμένων των θυρών, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η αίτηση αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Ιουλίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ.3606/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ..., που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή