Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 588 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 588/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 κατοίκου ... που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2)Χ2 κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Φωτεινή Μαυρίδου, για αναίρεση της 1893/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις 18 Απριλίου 2008 και 29 Απριλίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 879/2008.

Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 18 Απριλίου 2008 αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος και να γίνει δεκτή εκείνη του δευτέρου των αναιρεσειόντων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες 1) υπ'αριθμ. 31/18 Απριλίου 2008 και 2) από 29 Απριλίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως, στρεφόμενες κατά της υπ'αριθμ. 1893/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ασκηθείσαι νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 §1 ΚΠΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπολοίπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και κατά τη διάταξη του άρθρου 515 § 1 ΚΠΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέως μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο, σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις' στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά την δημοσίευση της αναβλητικής αποφάσεως. Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 514 εδ. α' ΚΠΔ, αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 10 Ιουνίου 2008 και 19 Ιουνίου 2008 αποδεικτικά επιδόσεως των Δικαστικών Επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και .... αντιστοίχως, ο αναιρεσείων Χ1 εκλητεύθη νομίμως και εμπροθέσμως για να εμφανισθεί κατά την συνεδρίαση της 12 Δεκεμβρίου 2008. Τότε ανεβλήθη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για την συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως. Ο αναιρεσείων όμως δεν ενεφανίσθη κατ' αυτήν και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Χ1 πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί αυτός στο δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 με τις εις την διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές τιμωρείται όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) ασχέτως ποσού, προς τους υπαγομένους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους οργανισμούς αυτούς εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές κατά δεν την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις εις την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων εις αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεώς των στους ανωτέρω κατά την παράγραφο 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφ' ότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 26 παράγραφοι 1, 5 του ΑΝ 1846/1951 ως ετροποποιήθη και ισχύει, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις άνω διατάξεις και κατά το άρθρο 8 παράγραφος 5 του ιδίου ΑΝ 1846/1951 νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρεσχέθη η εργασία ή η υπηρεσία, κατά δε το χρόνο 26 παράγραφος 3 του ΑΝ 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρεσχέθη η εργασία ή υπηρεσία... Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο.
Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 § 1 και άρθρο 2 ΑΝ 86/1967 ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήσαν αυτοί και πόσο χρόνον ηργάσθη έκαστος αυτών στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές εκάστου αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Εξάλλου καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, μόνη η αποδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως ύστερα από την εκτίμηση των αποδείξεων ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη αιτιολογίας αυτής, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές, σαφές και πλήρες ως προς τα περιστατικά της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση όμως της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Κατ' ακολουθίαν αυτών για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 1 §§ 1, 2 ΑΝ 86/1967, εγκλημάτων τα οποία είναι γνήσια παραλείψεως, συντελούμενα με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπροθέσμου καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός που παρεσχέθη η εργασία, πρέπει να περιέχονται σ' αυτή τα κρίσιμα περιστατικά για την θεμελίωση των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων, τα οποία είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότου ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ 1893/2008 αποφάσεως, που παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζον ως Εφετείο, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα εξής περιστατικά: "Αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο και συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη την 1-3-2002 ως εργοδότες της ενταύθα εδρεύουσας επιχείρησης Γυμναστηρίου με την επωνυμία "Ποιότητα Ζωής ΑΕ", της οποίας ήταν Διευθύνων Σύμβουλος ο Χ1 (1ος κατηγ.) και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής ο Χ2 (2ος κατηγ.) υπεύθυνοι για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της δεν προέβησαν για το προσωπικό που απασχολήθηκε στην ως άνω επιχείρηση με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κατά τον μήνα Ιανουάριο 2003, στην καταβολή προς το ΙΚΑ ήτοι τον οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης που υποχρεωτικά κάλυπτε ασφαλιστικά το προσωπικό αυτό, των ασφαλιστικών εισφορών (ΠΕΕ 168/03), συνολικού ποσού 6.562,36 ευρώ, καθόσον ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση να καταβάλουν τις βαρύνουσες αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές), ποσού, 4.374,91 ευρώ και ενώ παρακράτησαν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (εργατικές), ποσού 2.187,45 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στον παραπάνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα σ' ένα μήνα από τότε που πραγματοποιήθηκε η εργασία και ως εκ τούτου κατέστησαν απαιτητές και έτσι έγιναν υπαίτιοι υπεξαίρεσης των ποσών αυτών, πράξεις για τις οποίες και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό". Μετά ταύτα το δικαστήριο εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα Χ2 και τον συγκατηγορούμενό του Χ1 του ότι: "Στη ... κατά το χρονικό διάστημα πό 1η-3-2003σαν εργοδότες της επιχείρησης Ποιότητα Ζωής Α.Ε. ΑΜ ..., Δνση επιχείρησης Λαγκαδά 134 καθυστέρησαν την αγορά των ενσήμων για καταβολή εισφοράς των μισθωτών που απασχόλησαν κατά την χρονική περίοδο από 1/03 (ΠΕΕ ή ΚΔ 168/03) ύψους 6.526,36 € στην επιχείρησή τους σε εξαρτημένη με αμοιβή εργασία, προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ δηλ. στον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Υγείας - Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προς το οποίο έπρεπε να καταβάλουν για την ασφάλιση του προσωπικού τις παρακάτω εισφορές (μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία) τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις, δηλαδή: Α) ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση να καταβάλουν τις βαρύνουσες αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) ύψους 4.734,91 € δεν τις κατέβαλαν στον ανωτέρω Οργανισμό μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές.
Β) ενώ παρακράτησαν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ύψους 2.187,45 € με σκοπό να τις αποδώσουν στον παραπάνω Οργανισμό δεν τις κατέβαλαν αυτές μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και έτσι έγιναν υπαίτιοι για υπεξαίρεση των ποσών αυτών". Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδηαναιρεσείων (όπως και ο συγκατηγορούμενός του Χ1) εκρίθη ένοχος των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες, όπως εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ.1 του ΠΚ και 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από τον Ν.2113/52 και του επεβλήθη ποινή φυλακίσεως 4 μηνών και χρηματική ποινή 300 ευρώ, για α' πράξη και ποινή φυλακίσεως 6 μηνών και χρηματική ποινή 300 € για β' πράξη, συνολική ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, καθώς και συνολική χρηματική ποινή 400 ευρώ. Με τις άνω παραδοχές του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπήγετο στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", και ήταν υπόχρεος, για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της ανώνυμης αυτής εταιρείας που απασχολήθηκε κατά το μήνα Ιανουάριο του 2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως συνάγεται και από την παραδοχή αυτής, εις το διατακτικό της, του οποίου εντεύθεν, δεν αποτελεί αντιγραφή το αιτιολογικό. Εκτός από τα άνω στοιχεία, δεν ήτο απαραίτητο να προσδιορίζονται για την επάρκεια της αιτιολογίας, επιπλέον και τα αναφερόμενα στην αίτηση του αναιρεσείοντος περιστατικά, όπως, από πού προκύπτει η γνώση του αναιρεσείοντος για τις εταιρικές υποχρεώσεις και από πού προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του στην ανώνυμη εταιρία, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωσή του, για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Όπως δε σαφώς συνάγεται από τις ως άνω παραδοχές της αποφάσεως και γίνεται δεκτό και με την κρινομένη αίτηση, ο αναιρεσείων είχε την άνω υποχρέωση καταβολής της εισφορών, κατά το καταστατικό της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, ως πρόεδρος του διοικητικού αυτής συμβουλίου, και ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται εκ του ότι στο διατακτικό της δεν επαναλαμβάνεται η ιδιότητά του αυτή (του προέδρου του Δ.Σ.), αλλά αναφέρεται μόνο ως "εργοδότης", ενώ, εξάλλου, κατά τις σαφείς, επίσης, παραδοχές της αποφάσεως την ρηθείσα υποχρέωση την είχε, αυτοτελώς και ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι της κρινομένης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις αντίθετες ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Τέλος ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δη την από 10-8-2004 εξώδικη δήλωση (που του εκοινοποιήθη με δικαστικό επιμελητή) ως και την κατάθεση της μάρτυρος ..., αποδεικνύεται ότι για ολόκληρο το επίμαχο διάστημα του Ιανουαρίου 2003 δεν προέκυψε καμμία απολύτως ενεργός συμμετοχή του (αναιρεσείοντος) εις την διοίκηση και διαχείριση των θεμάτων της οφειλέτιδος εταιρίας απέναντι στο ΙΚΑ. Η αιτίαση αυτή, με την οποίαν επιχειρείται από τον αναιρεσείοντα διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων πρέπει να απορριφθεί, ως απαραδέκτως προβαλλομένη, διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις 1) υπ'αριθμ. 31/18 Απριλίου 2008 και 2) από 29 Απριλίου 2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1893/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, δι' έκαστον.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή