Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2469 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Έγκληση.




Περίληψη:
Ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμιση. Έννοια στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως (ΑΠ 2005/2009 ΑΠ 141/2008, 187/2008). Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως εκείνοι αναγνωρίσεως ελαφρυντικών (ΑΠ 2038/2009). Έγκληση. Προθεσμία υποβολής. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση για πληρότητα αιτιολογίας επί εκπροθέσμου υποβολής εγκλήσεως (ΑΠ 431/2004). Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Πότε οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι ορισμένοι (ΑΠ Ολ 2/2002, ΑΠ 724/2006). Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2469/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Καρπαθάκη - Δανιήλ, περί αναιρέσεως της 1195/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 958/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτά είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε ως αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνο όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Περαιτέρω κατά το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Αυτοτελής ισχυρισμός με την ανωτέρω έννοια είναι και εκείνος περί αναγνωρίσεως στον καταδικασθέντα κάποιας από τις ελαφρυντικές περιστάσεις της παραγ. 2 άρθρου 84 ΠΚ, καθόσον η αναγνώρισή της έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση της επιβλητέας ποινής στο μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Από τις διατάξεις των άρθρων 363 και 368 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι η ποινική δίωξη του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκλημα για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι επί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, εφόσον αυτή υποβλήθηκε μετά παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, η δικαστική απόφαση πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο γνώσεως του δικαιούχου, αφού το στοιχείο αυτό αποτελεί δικονομική προϋπόθεση για την έναρξη και έγκυρη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας. Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης , ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας Όσον αφορά δε την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ., για την πληρότητα του δικογράφου της αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται η διάταξη που παραβιάσθηκε και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση δε με την εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης πρέπει να προσδιορίζονται οι ασάφειες, αντιφάσεις και τα λογικά κενά που εμφιλοχώρησαν στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση της δικαστικής απόφασης. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων - αναιρεσειουσών, οι οποίοι και εκπροσώπησαν την τρίτη απ αυτές στη δίκη, δεν πρόβαλαν αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στα πρόσωπά τους ελαφρυντικής περιστάσεως εκ των αναφερομένων στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ και δη στο πρόσωπο των 1ης και 3ης της ελαφρυντικής περιστάσεως της παραγ. 2α της ανωτέρω διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία επί του μη προβληθέντος αυτού ισχυρισμού και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, διότι ουδεμία διέλαβε αιτιολογία επί του ισχυρισμού αυτού, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του και τον τέταρτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους της αναίρεσης προσβάλλεται η ανωτέρω απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την κατηγορία και τα αποδεικτικά μέσα και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεως των άρθρων 224 παρ. 2 ΠΚ και 363 σε συνδυασμό με 362 ΠΚ και εκ πλαγίου παραβίαση αυτών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, συνεπεία των ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών που περιέχει στο σκεπτικό της, με αποτέλεσμα να στερείται νόμιμης βάσης. Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, προεχόντως είναι αόριστοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα δεν αναφέρεται ποιες είναι οι ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, ούτε σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, των οποίων ουδεμία γίνεται αναφορά, ούτε επισημαίνονται οι ασάφειες, αντιφάσεις και τα λογικά κενά που υπάρχουν στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση πάντοτε με την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στερούν την απόφαση νόμιμης βάσης.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί, κατά τα ανωτέρω μέρος τους τυγχάνουν απαράδεκτοι. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτά πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης οι συνήγοροι των αναιρεσειουσών πρόβαλαν το απαράδεκτο της σε βάρος τους ασκηθείσης ποινικής δίωξης, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, διότι, όταν υποβλήθηκε η έγκληση στις 17-4-2003, είχε παρέλθει τρίμηνο, από τότε που φέρονται ότι ισχυρίσθηκαν ψευδώς εν γνώσει του ψεύδους, με τις ένορκες καταθέσεις, που έδωσαν στις 7-1-2003 η πρώτη και τρίτη και στις 23-12-2002 η δεύτερη, στον Πταισματοδίκη - Ειρηνοδίκη Ακράτας, τα αναφερόμενα στις καταθέσεις συκοφαντικά για τον εγκαλούντα γεγονότα. Η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι ο εγκαλών έλαβε γνώση των καταθέσεων αυτών περί τα τέλη Μαρτίου 2003 και έκτοτε μέχρι την υποβολή της έγκλησης στις 17-4-2003 δεν παρήλθε τρίμηνο. Διέλαβε λοιπόν το Δικαστήριο αιτιολογία επί του ισχυρισμού αυτού, όπως υποχρεούταν, κατά τα εκτεθέντα στην νομική σκέψη, και οι τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν απάντησε επί του ισχυρισμού τους αυτού, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω η απόφαση δεν στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, εκ του ότι το σκεπτικό αποτελεί κατά μεγάλο μέρος επανάληψη του διατακτικού, στο οποίο παρατίθενται πέραν των κατά νόμο στοιχείων των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων και πραγματικά περιστατικά, αφού όπως λέχθηκε σκεπτικό και διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγου πλήττουν, υπό την επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και την κατ ουσία κρίση του Δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 12-5-2008 αίτηση των 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3 για αναίρεση της με αριθμ. 1195/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει κάθε μία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € για κάθε μία.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ