Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1525 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Έννοια κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Απόρριψη ισχυρισμών από τα άρθρο 84 παρ. 2ε ΠΚ και 24 του ν. 1729/1987 (άρθρο 27 του ΚΑΝ 3459/2006) -.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1525/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κακαράντζα, περί αναιρέσεως της 241/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1779/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. ζ του ν. 1729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 του ν. 3161/1993 και ισχύει με τον ΚΝΝ 3459/2006 (ήδη άρθρο 20 του τελευταίου νόμου), προκύπτει ότι ο δράστης των εγκλημάτων της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2900) έως διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι: α) η κατοχή ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση τους από το δράστη, ώστε να μπορεί να διαπιστώσει σε κάθε στιγμή την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τις εξουσιάζει πραγματικά και β) μεταφορά είναι η μετακίνηση των ναρκωτικών ουσιών από τόπο σε τόπο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε με πτήση στο Ελληνικό εναέριο χώρο. Προς στοιχειοθέτηση όμως του εγκλήματος της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών απαιτείται η μετακόμιση τους να τελείται προς διευκόλυνση ή πραγματοποίηση της κυκλοφορίας αυτών με οποιαδήποτε αιτία από τόπο σε τόπο. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου (5 του ν. 1729/1987 - ήδη άρθρο 20 του ν. 3459/2006) αν η πράξη έχει τελεσθεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί του δράστη κάποιου από τα εγκλήματα του άρθρου 5 του ν. 1729/1987 περί της συνδρομής στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 24 του ίδιου νόμου (μεταμέλειας) - (βλ. ήδη άρθρο 27 του ν. 3459/2006) και για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Oταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 241/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α) κατείχε ποσότητα αποξηραμένης ινδικής κάνναβης συνολικού βάρους 15480 γραμμαρίων. Β) Μετέφερε την ως άνω ποσότητα με το υπ' αριθμ. ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί) του πρώτου κατηγορουμένου από ... στην ..., όπως ομολογεί και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν αποδείχθηκε ότι είναι τοξικομανής ούτε κατείχε την ως άνω ποσότητα προς ιδία αποκλειστική χρήση, αν ληφθεί υπόψη και η μεγάλη ποσότητα αυτής το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό Στρατολογικού Γραφείου Σερρών και η υπ' αριθμ. ... ιατρική βεβαίωση ΓΚΚ Τρικάλων, δεν αποδεικνύουν έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών από τον κατηγορούμενο που δεν μπορεί να αποβάλει με δικές του δυνάμεις, γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί του ιδίου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως πρωτοδίκως, να απορριφθούν δε οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί του περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ και 27 ΚΝΝ (ν. 3459/2006), διότι δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε για μεγάλο χρονικό διάστημα καλή συμπεριφορά, η δε εντός των φυλακών καλή συμπεριφορά επιβεβλημένη και επιτηδευμένη μικρής διάρκειας δεν αρκεί προς τούτο. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 27 ΚΝΝ, αφού πέραν των άλλων, δεν προκύπτει καταδίκη των προσώπων, τα οποία επικαλείται ότι συνέλαβαν τα όργανα της Υποδ/σης Δίωξης Ναρκωτικών ουσιών με δική του πρωτοβουλία". Ακολούθως, το Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 5 παρ. 1 περ. ζ και παρ. 2 και 4 παρ. 1, 3 πιν. Α περ. 6 του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. ζ και παρ. 2 του ν. 3459/2006), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του παρόντος κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω το Δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία απέρριψε κατ' ουσίαν τους από το άρθρο 24 του ν. 1729/2987 (ήδη άρθρο 27 του ν. 3459/2006) και το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου με τους οποίους επιχείρησε τον μετριασμό της προβλεπόμενης για τα εγκλήματα που τέλεσε ποινής του, με την ορθή παραδοχή ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση σ' αυτόν κάποιας από τις δύο ως άνω ελαφρυντικές περιστάσεις (μεταμέλεια και σύμπραξης με τις διοικητικές αρχές για την αποκάλυψη δραστών - παραβατών του νόμου περί ναρκωτικών και παραμονή του εκτός φυλακής για μεγάλο χρονικό διάστημα επιδεικνύοντας απλή διαγωγή). Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω δύο αυτοτελών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά το μέρος δε πλήττεται με τον ίδιο ως άνω λόγο η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτό πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-10-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις φυλακές ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 241/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ