Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 335 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Δικαστηρίου σύνθεση.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου γιατρού. Δήλωση αποχής δικαστή. Αρμόδιο να αποφασίσει επ' αυτής είναι το δικαστήριο συνεδριάζοντας ως συμβούλιο. Κακή σύνθεση δικαστηρίου στο οποίο οι συνθέσεις καταρτίζονται με κλήρωση. Ο σχετικός ισχυρισμός για κακή σύνθεση πρέπει να προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 335/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 922/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικτσίρη, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικτσίρη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.4.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 606/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 171 στοιχ. ι περ. Α του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του. Περαιτέρω, στο άρθρο 17 στοιχ. Β παρ. 1, 3 εδ. β, 4, 5, 7 εδ. α και 10 του Ν. 1756/1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών) ορίζεται ότι σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1).Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου, που διευθύνει το δικαστήριο, και ο εισαγγελέας, που διευθύνει την εισαγγελία, καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αλφαβητική σειρά τα ονόματα των νεοτέρων προέδρων εφετών και των αρχαιοτέρων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων (παρ. 3 εδ. β). Με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός (παρ. 4). Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς (παρ. 5). Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα δεν επιτρέπεται παρά μόνον από τον αναπληρωματικό δικαστή που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παραγράφων 4 και 5 για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου (παρ. 7 εδ. α). Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 15 και 23 του ΚΠΔ, κάθε δικαστικός λειτουργός είναι εξαιρετέος, μεταξύ άλλων, και αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία του, οφείλει δε να δηλώσει στον πρόεδρο του δικαστηρίου όπου υπηρετεί τον γνωστό σ' αυτόν λόγο για τον οποίο αποκλείεται ή εξαιρείται από τα καθήκοντά του σε ορισμένη υπόθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15, με σκοπό να του επιτραπεί η αποχή. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο συνεδριάζοντας ως συμβούλιο, αφού ακούσει τη γνώμη του εισαγγελέα, χωρίς την παρουσία διαδίκων αποφασίζει αν εκείνος που υπέβαλε τη δήλωση πρέπει να απέχει ή όχι από την άσκηση των καθηκόντων του.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 9222/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι δύο (22) μηνών για ανθρωποκτονία από αμέλεια, πάσχει απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, η οποία συνίσταται στο ότι, αφενός για τη δήλωση αποχής της Προεδρεύουσας του Δικαστηρίου Εφέτη Πηνελόπης Παρτσαλίδου έπρεπε να αποφασίσει το δικαστικό συμβούλιο και να εκδώσει σχετικό βούλευμα και αφετέρου έπρεπε στα πρακτικά της συνεδριάσεως να αναφέρεται ότι η Εφέτης Αθηνών Αντιγόνη Καραΐσκου, που προέδρευσε στην συνέχεια, ορίστηκε σε αντικατάσταση της αρχικώς ορισθείσης Προεδρεύουσας Πηνελόπης Παρτσαλίδου. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η Προεδρεύουσα του Δικαστηρίου Εφέτης Πηνελόπη Παρτσαλίδου δήλωσε στον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών ότι, για τον λόγο που αναφέρει στη δήλωση, εξαιρείται από τα καθήκοντά της στην υπόθεση αυτή με σκοπό να της επιτραπεί η αποχή. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο συνεδριάζοντας ως συμβούλιο και αφού άκουσας τον εισαγγελέα, αποφάσισε ότι η ανωτέρω Δικαστής πρέπει να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων της ως Προεδρεύουσας του Δικαστηρίου και αντικαταστάθηκε από την Εφέτη Αθηνών Αντιγόνη Καραΐσκου. Επομένως, ορθά αποφάσισε για την αποχή το Δικαστήριο ως Συμβούλιο και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του (μη αναφορά στα πρακτικά της αντικατάστασης της Προεδρεύουσας) είναι προεχόντως απαράδεκτος γιατί, αφού δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε ο σχετικός λόγος ακυρότητας πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης, η τυχόν ακυρότητα καλύφθηκε. Από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς την διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προσβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικώς, προκειμένου περί αντιφάσεως, αυτή μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, γιατί, προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προαναφερθείσα απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Η Θ1, σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος, υπέρβαρη (100 κιλά περίπου), παρακολουθείτο από τον πρώτο κατηγορούμενο (εννοείται ο αναιρεσείων), ο οποίος είναι και ενδοκρινολόγος, για την παχυσαρκία της, ο ιατρός δε αυτός της είχε συστήσει και κάποια αγωγή για το πρόβλημά της αυτό (παχυσαρκία). Σε κάποιο υπερηχογράφημα κάτω κοιλίας βρέθηκε ότι η άνω ασθενής είχε ινομύωμα μήτρας και τότε ο πρώτος κατηγορούμενος της συνέστησε ότι αυτό έπρεπε να αφαιρεθεί, για να μην μεταλλαχθεί. Η ασθενής τότε θορυβήθηκε, γιατί είχε ιστορικό στην οικογένειά της με καρκίνο και δη ο πατέρας της απεβίωσε από την αρρώστια αυτή και γι' αυτό αποφάσισαν μαζί με τον σύζυγό της ότι έπρεπε να υποστεί την επέμβαση που της συνέστησε ο πρώτος κατηγορούμενος. Έτσι, συμφώνησαν με τον πρώτο κατηγορούμενο, που είναι και χειρουργός - μαιευτήρας γυναικολόγος, να την χειρουργήσει στην ιδιωτική κλινική ..."...", ορίστηκε δε ως ημέρα χειρουργείου η 17.6.2003. Πράγματι λοιπόν, κατά την ημερομηνία αυτή και περί ώρα 12.00 και αφού είχε προηγηθεί ο απαιτούμενος προεγχειρητικός και αναισθησιολογικός έλεγχος, η άνω Θ1 εισήχθη στο χειρουργείο για την εγχείριση, κατά την οποία παρίστατο και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως αναισθησιολόγος, ο οποίος θα της χορηγούσε την αναισθησία και τον οποίο είχε επιλέξει ο πρώτος κατηγορούμενος. Η επέμβαση άρχισε περί ώρα 12.45' και τελείωσε στις 14.30'. Διήρκεσε περίπου δύο ώρες. Ο πρώτος κατηγορούμενος αρχικά επεχείρησε την υστερεκτομή δια της κολπικής οδού, κάνοντας ήδη μία τομή κατά μήκος του κόλπου, αλλά στην συνέχεια, λόγω της αποτυχίας της προσπάθειας αυτής να αφαιρέσει την μήτρα από την τομή του κόλπου, (ο πρώτος κατηγορούμενος) αποφάσισε να προχωρήσει στην αφαίρεσή της από πάνω, κάνοντας δηλαδή άλλη τομή στην κοιλιακή χώρα και να προβεί, δηλαδή, σε κοιλιακή υστερεκτομή, όπως στις καισαρικές τομές. Όταν τελείωσε, κατά τα άνω, στις 14.30' περίπου η επέμβαση υστερεκτομής, η ασθενής μεταφέρθηκε στον χώρο ανάνηψης του χειρουργείου, όπου παρέμεινε για παρακολούθηση επί 2,5 ώρες, δεδομένου του ότι ήθελε αυξημένη φροντίδα προς τούτο, που επιβαλλόταν λόγω της παχυσαρκίας της. Στον χώρο αυτόν ανάνηψης παρέμεινε περίπου μέχρι τις 16.55', οπότε ο δεύτερος κατηγορούμενος διεπίστωσε ότι ανένηψε η ασθενής, αφού ανταποκρινόταν στις ερωτήσεις του, ανοίγοντας όταν της το ζητούσε τα μάτια, κινώντας τα πόδια, και στην συνέχεια έδωσε εντολή να μεταφερθεί στον θάλαμο νοσηλείας, έχοντας αρτηριακή πίεση 120/70 mm Hg και 87 σφίξεις, την ώρα εκείνη. Το γεγονός ότι είχε ανανήψει όταν η ασθενής μεταφέρθηκε στον θάλαμο νοσηλείας της αποδεικνύεται τόσον από την κατάθεση της μάρτυρος - προϊσταμένης επίβλεψης της άνω κλινικής Μ1, όσο και από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος. Ειδικότερα, σαφέστατα η πρώτη εξ αυτών (μαρτύρων) κατέθεσε ότι, όταν της μίλησε μπροστά της ο δεύτερος κατηγορούμενος (αναισθησιολόγος), αυτή απάντησε, ο δε δεύτερος (πολιτικώς ενάγων) ότι, όταν της φώναξε μέσα στον θάλαμο νοσηλείας που την μετέφεραν "...μου ξύπνα", αυτή άνοιξε λίγο τα μάτια της, τον κύτταξε λίγο και μετά τα έκλεισε πάλι. Απ' αυτά δε τα σημάδια, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων ιατρών - αναισθησιολόγων, αποδεικνύεται, κατ' αυτούς, ότι έχει επιτευχθεί η ανάνηψη του ασθενούς, με την έννοια ότι έχουμε ανάνηψη όταν ο ασθενής μπορεί να απαντήσει σε παραγγέλματα και να τα εκτελέσει, σε συνδυασμό με το ότι όλοι οι εξετασθέντες μάρτυρες ιατροί κατέθεσαν ότι ο ως άνω χρόνος που η ασθενής παρέμεινε στον χώρο ανάνηψης θεωρείται υπεραρκετός και ότι αν δεν έχει ανανήψει κάποιος ασθενής δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να απομακρυνθεί από τον χώρο αυτόν, ο οποίος βρίσκεται μάλιστα κοντά στο χειρουργείο για κάθε ενδεχόμενο. Όταν δε παραλήφθηκε η ασθενής στον θάλαμο νοσηλείας από την άνω μάρτυρα (Μ1), προϊσταμένη επίβλεψης, στις 5 η ώρα, αυτή είχε αρτηριακή πίεση 110/75 mm Hg, 86 σφίξεις και ούρα από το χειρουργείο 2000 cc, τα περιστατικά αυτά ανέφερε αυτή στις από 17.6.2003 νοσηλευτικές παρατηρήσεις, που υπογράφει αυτή ως γενική προϊσταμένη. Στο ίδιο αυτό έγγραφο αναφέρεται ότι εστάλη αίμα για διασταύρωση και ότι, κατόπιν εντολής των ιατρών της ως άνω ασθενούς, όταν το αίμα αυτό θα είναι έτοιμο, δηλαδή την ίδια ημέρα, θα της χορηγούνταν δύο μονάδες αίμα και μία μονάδα πλάσμα. Εξάλλου, στις, με την ίδια ημερομηνία, ιατρικές οδηγίες που δόθηκαν και από τους δύο κατηγορουμένους ιατρούς, όπως κατέθεσε η άνω μάρτυρας, ρητά δίδεται εντολή παρακολούθησης της ασθενούς για αιμορραγία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, όταν η ασθενής μεταφέρθηκε στον θάλαμο νοσηλείας της, ήταν εξαιρετικά ωχρή, πράγμα που ανησύχησε πολύ την προϊσταμένη άνω μάρτυρα (Μ1), όσο και τους συγγενείς της, ήτοι τον σύζυγό της πολιτικώς ενάγοντα και την αδελφή της, που παρευρίσκοντο. Η προϊσταμένη μάλιστα, πολύ ανήσυχη, τους είπε: "δεν την βλέπω καλά, θα μας την αφήσετε έτσι;". Όμως, όπως κατέθεσε αυτή ενώπιόν μας, είναι έμπειρη προϊσταμένη, έχει παραλάβει πολλά χειρουργεία, αλλά η όψη της συγκεκριμένης ασθενούς αυτής διέφερε, γι' αυτό ανησύχησε και το επεσήμανε στους ιατρούς και αυτοί την καθησύχασαν. Το ίδιο ανήσυχοι από την όλη όψη της ήσαν και ο σύζυγος και η αδελφή της. Η τελευταία, όταν έφευγε ο πρώτος κατηγορούμενος, του είπε "δεν την βλέπω καλά την αδελφή μου, καθείστε" και αυτός της απάντησε "θα συνέλθει, δεν θα κάτσω, έχω και άλλη δουλειά να κάνω". Συνεχίζοντας, όταν η ώρα έφθασε 17.15', η πίεση της ασθενούς κατέβηκε στο 10,5 και, όπως κατέθεσε η προϊσταμένη, ήταν ακόμη ωχρή η ασθενής σε σημείο ανησυχητικό και δεν της άρεσε η αναπνοή της και η εν γένει κατάστασή της, που και πάλι επεσήμανε στους κατηγορουμένους, λέγοντάς τους να μην φύγουν, οι τελευταίοι όμως και πάλι την καθησύχασαν, λέγοντάς της ότι είναι ταλαιπωρημένη από την νάρκωση και ότι θα συνέλθει και τελικώς, περί τις 17.20 η ώρα, έφυγαν από την κλινική. Περί ώρα 17.45', η ασθενής εμφάνισε συμπτώματα καταπληξίας (σοκ, δύσπνοια και πτώση της αρτηριακής πίεσης στο 7,5 mm Hg), καθώς και καρδιακή ανακοπή, κλήθηκε δε αμέσως από την προϊσταμένη ο εφημερεύων ιατρός - παθολόγος Ι1, ο οποίος κάλεσε για βοήθεια και τον ιατρό, χωρίς ειδικότητα τότε, Ι2, ενώ συγχρόνως δόθηκε εντολή να ειδοποιηθούν τηλεφωνικώς οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, είχαν φύγει από την κλινική. Οι προστρέξαντες άνω ιατροί (που βρίσκονταν στην κλινική), ήτοι οι Ι1 και Ι2, άρχισαν την διαδικασία καρδιοαναπνευστικής ανάταξης της ασθενούς, με μαλάξεις, τοποθέτηση αεραγωγού και χορήγηση οξυγόνου και διαφόρων φαρμάκων που χορηγούνται στις περιπτώσεις αυτές, όπως ξυλοκαΐνης, αδρεναλίνης, ναρκάν, ατροπίνης και διϊττανθρακικών, κατόπιν εντολής του δευτέρου κατηγορουμένου, με τον οποίο επικοινωνούσαν μέσω τηλεφώνου, καθόσον ευρίσκετο καθ' οδόν προς επιστροφή στην κλινική, ενώ ακόμη δεν είχε διασταυρωθεί και έλθει το παραγγελθέν αίμα. Περί ώρα 18.20' και ενώ συνεχίζονταν οι προσπάθειες ανάταξης της ασθενούς, επέστρεψε στην κλινική ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος συμμετείχε στην ως άνω διαδικασία ανάταξης, κάνοντας μαλάξεις στην ασθενή, μετά δεν την επιστροφή και του δευτέρου κατηγορουμένου, περί ώρα 18.45', μεταφέρθηκε η ασθενής στον χώρο ανάνηψης του χειρουργείου, όπου συνεχίσθηκε η προσπάθεια ανάταξής της, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού αυτή φαίνεται, ήδη από ώρα 18.30', είχε αποβιώσει. Όταν δε είχε αποβιώσει, διασωληνώθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο (ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, επανήλθε στην κλινική 18.45' περίπου, μετά τον θάνατό της δηλαδή) και μεταφέρθηκε περί ώρα 20.00' με ασθενοφόρο στην μονάδα εντατικής θεραπείας της Ευρωκλινικής, καθόσον η άνω "...", όπου έγινε η επέμβαση της ασθενούς, δεν διέθετε τέτοια μονάδα, όπου εκεί διαπιστώθηκε ο θάνατός της, που στην ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται ως τέτοιος χρόνος γύρω στις 18.30' της 17.6.2003. Μετά ταύτα, διενεργήθηκε στο πτώμα της Θ1 νεκροψία - νεκροτομή από τον ιατροδικαστή Αθηνών ..., κατόπιν σχετικής παραγγελίας του Α.Τ. ..., ο οποίος συνέταξε την αναγνωσθείσα υπ' αριθ. 1991/4.9.2003 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, εξετάστηκε δε ως μάρτυρας τόσο στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και στο παρόν και ο οποίος αναφέρει στην άνω έκθεσή του ότι διαπιστώθηκε ενδοκολπική χειρουργική τομή προς επέμβαση υστερεκτομής χειρουργικώς συρραφείσα, καθώς και υπογάστρια χειρουργική τομή προς υστερεκτομή και ότι τα ζωτικά όργανα της θανούσας (εγκέφαλος, πνεύμονες, μυοκάρδιο, ήπαρ, σπλήνας, νεφροί) ήσαν έξαιμα. Αναφέρει, ακόμη, ότι εντός της περιτοναϊκής κοιλότητας υπήρχαν αιματοπήγματα, συνολικού βάρους 2.900 γρ., που είναι χαρακτηριστικό, κατά την έκθεση πάντοτε, εύρημα στάγδην (βραδείας) ενδοπεριτοναϊκής αιμορραγίας. Στην συνέχεια αναφέρει, ότι η πλήρης σχεδόν απουσία αίματος από το σύνολο των σπλάχνων και ιδιαίτερα του ήπατος και των νεφρών και η παρουσία ευμεγέθων αιματοπηγμάτων στην κοιλία, είναι τα παθογνωμικά ευρήματα, με τα οποία διαπιστώνεται ότι ο θάνατος της ασθενούς προήλθε από στάγδην (βραδεία) αιμορραγία και καταλήγει αναφέροντας ως αιτία θανάτου "ενδοπεριτοναϊκή αιμορραγία μετά από χειρουργική γυναικολογική επέμβαση". Στην ίδια έκθεση αναφέρονται ότι η τοξικολογική εξέταση που έγινε στο ληφθέν από την θανούσα αίμα ήταν αρνητική, αποδεικνύεται δε τούτο και από την υπ' αριθ. ... εργαστηριακή έκθεση του τοξικολογικού εργαστηρίου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών. Εξάλλου και ο αναπληρωτής καθηγητής ... που επίσης εξετάστηκε ως μάρτυρας τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο παρόν δικαστήριο, στην από 16.7.2003 έκθεση της ιστολογικής εξέτασης που διενεργήθηκε στο εργαστήριο παθολογικής ανατομίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κατόπιν παραγγελίας της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, αναφέρει ότι διαπιστώθηκε αδενομύωση μήτρας, ικανού βαθμού λίπωση ήπατος και τριχοειδικές αιμορραγικές διηθήσεις εξωτερικής επιφανείας κολοβώματος τραχήλου μήτρας και παραμητρίων, ενώ δεν βρέθηκε τρώση μεγάλου εγγείου. Από τα αναφερόμενα στις άνω εκθέσεις, σαφώς αποδεικνύεται κατά την κρίση του δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε τρώση μεγάλου αγγείου, αλλά ότι υπήρξε στάγδην (βραδεία) αιμορραγία, η οποία οδήγησε με την πάροδο της ώρας στον θάνατο της ασθενούς. Ειδικότερα, η αιμορραγία, που προκάλεσε τον θάνατο της ασθενούς, ήταν μετεγχειρητική και αργή, οφειλόταν σε τρώση μικρών αγγείων, ήταν μεγάλη δηλαδή σε έκταση και όχι σε ένταση. Δικαιολογείται δε αυτή η αιμορραγία από τρώση πολλών μικρών αγγείων και όχι ενός μεγάλου, διότι η εγχείριση που έγινε ονομάστηκε από όλους σχεδόν τους γιατρούς ως "εργώδης" και τούτο, κατ' αυτούς, σημαίνει ότι δεν ήταν μια απλή επέμβαση με μία τομή, αλλά είχε αρκετές τομές. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, έκανε αρχικώς τομή στον κόλπο και προσπάθησε ανεπιτυχώς να προβεί στην υστερεκτομή από εκεί. Ύστερα, προέβη σε τομή στο υπογάστριο (με τον κλασσικό δηλαδή τρόπο) και έκανε την υστερεκτομή από την κοιλιά. Το ότι έκανε τομή στον κόλπο, αρχικά προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας και από την ιατροδικαστική έκθεση, που το αναφέρει ρητά "παρατηρείται ενδοκολπική χειρουργική τομή προς επέμβασιν υστεροκτομής, χειρουργικώς συρραφείσα", αναφέρονται επίσης στην συνέχεια ότι έγινε και υπογάστρια χειρουργική τομή προς υστερεκτομή. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ερωτηθείς κατ' επανάληψη, απάντησε αρνητικά, ότι προέβη και σε τομή στον κόλπο, περιοριζόμενος να καταθέτει ότι προσπάθησε να προβεί σε υστερεκτομή από τον κόλπο ανεπιτυχώς, χωρίς να δέχεται ότι προέβη και σε τομή του κόλπου, ισχυρισμός που διαψεύδεται κατηγορηματικά από τα άνω ευρήματα του ιατροδικαστή, αλλά και από την λογική, γιατί πώς θα μπορούσε χωρίς τομή να φθάσει ως την μήτρα και να προσπαθήσει να την "μετακινήσει", όπως κατέθεσε. Τέλος, ο κατηγορούμενος αυτός, αφού χειρούργησε την ασθενή με τον κλασσικό τρόπο, κάνοντας τομή στο υπογάστριο, αφαίρεσε την μήτρα και έκανε συρραφή στο επάνω μέρος του κόλπου, εκεί όπου ενωνόταν με την μήτρα, κλείνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο κάθε δίοδο από την κοιλία προς τον κόλπο της ασθενούς χωρίς, όπως συνηθίζεται και κατατέθηκε από τους εξετασθέντες χειρουργούς, να τοποθετήσει παροχέτευση, που θα έβγαινε δια του κόλπου έξω από το σώμα. Έτσι, από την εργώδη, με πολλές τομές, αυτήν εγχείριση και από την τρώση πολλών μικρών αγγείων, που σιγά - σιγά (στάγδην) άρχισαν να αιμορραγούν, άδειασαν όλα τα εσωτερικά όργανα της ασθενούς σιγά - σιγά από αίμα, το οποίο συσσωρεύθηκε, με έχοντας κατά τα άνω τοποθετήσει παροχέτευση ο πρώτος κατηγορούμενος, στην περιτοναϊκή κοιλότητα και βρέθηκε υπό μορφήν αιματοπηγμάτων, συνολικού βάρους 2.900 cc από τον ιατροδικαστή κατά την νεκροψία - νεκροτομή, ο οποίος χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι τα αφαίρεσε (αιματοπήγματα) με τα χέρια από την κοιλιά, που ήσαν στερεά, αποκρούοντας κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου, ότι τα αιματοπήγματα στην περιτοναϊκή χώρα ήσαν αίμα μαζί με ορό, που έβαλε για να μην δημιουργηθούν συμφύσεις, αφού σ' αυτήν την περίπτωση ο ορός δεν θα έπηζε, αλλά θα ήταν σε υγρή μορφή, ενώ σαφώς ο ιατροδικαστής κατέθεσε ότι αυτά ήσαν στερεά και ήσαν περίπου το μισό αίμα του σώματος του ανθρώπου, που είναι ανάλογα με το βάρος του, 5,5 με 6 κιλά. Γι' αυτό, όπως επίσης κατέθεσε ο άνω ιατροδικαστής, και φαινόταν η ασθενής κάτωχρη, διότι έχανε διαρκώς αίμα, ενώ αν ο θάνατός της οφειλόταν σε δηλητηρίαση, λόγω μη ανάνηψής της, τότε αυτή θα είχε λόγω ελλιπούς οξυγόνωσης, δυσκολίες στην αναπνοή και το χρώμα της θα ήταν "κυανούν" και όχι κάτασπρο και ότι πάντοτε το κάτωχρο χρώμα μας παραπέμπει σε αιμορραγία εσωτερική. Και το δικαστήριο, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, πείθεται ότι τα συμπεράσματα για τα αίτια θανάτου, που αναφέρονται στην άνω ιατροδικαστική έκθεση, είναι απολύτως ασφαλή και ανταποκρίνονται στην αλήθεια, σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τους μάρτυρες ιατρούς που εξετάσθηκαν. Και επειδή η αιμορραγία ήταν αργή - στάγδην, γι' αυτό η ασθενής ανένηψε, όταν ήταν στον θάλαμο κοντά στο χειρουργείο, αλλά, όταν κατέβηκε στον θάλαμο νοσηλείας της, δεν καλυτέρευε, αλλά άρχισε να έχει ρόγχο, να κατεβαίνει η πίεσή της και να μην ξυπνάει, καίτοι περνούσε η ώρα, διότι η αιμορραγία αυτή, αντίθετα με την πάροδο της ώρας, την οδηγούσε σε αδυναμία κινήσεως και λήθαργο και στο τέλος στον θάνατο. Ο θάνατος, κατά την κρίση του δικαστηρίου, της άνω ασθενούς Θ1 οφείλεται σε αμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου, συνισταμένη στην έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει. Ειδικότερα αυτός, παρά το γεγονός ότι, μόλις η ασθενής μεταφέρθηκε από τον χώρο ανάνηψης στον θάλαμο νοσηλείας, ήταν εξαιρετικά ωχρή, σε τέτοιο σημείο που δημιούργησε ανησυχία τόσο στους συγγενείς της, αλλά κυρίως στην προϊσταμένη της βάρδιας, η οποία δεν ήταν μεν γιατρός, σίγουρα όμως λόγω της θέσης της είχε δει τόσους χειρουργημένους και είχε τέτοια εμπειρία, που της επιτρεπόταν να εκφράσει την ανησυχία της για την κατάσταση της ασθενούς και μόνον από την οπτική εικόνα της και δη από την ασυνήθιστη κατ' αυτήν ωχρότητά της, αυτός (πρώτος κατηγορούμενος), καίτοι του επεσήμανε (η προϊσταμένη) "πώς θα την αφήσετε έτσι" και η αδελφή της ασθενούς του είπε "καθείστε", αυτός έφυγε, αφήνοντας την ασθενή σ' αυτήν την κατάσταση. Αν ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν επιμελής και διέθετε την "υψηλή" υποψία που πρέπει να διαθέτει κάθε ιατρός, βλέποντας την ωχρότητα της ασθενούς που, κατά γενική ομολογία, ήταν εξαιρετική, σε συνδυασμό με την "εργώδη" εγχείριση, στην οποία είχε υποβάλει την ασθενή με πολλές τομές, που επιδεινώθηκε έτι περαιτέρω λόγω της ανεπιτυχούς κολπικής υστερεκτομής, θα έπρεπε να υποψιασθεί ότι μπορεί να υπάρχει αιμορραγία, μη έχοντας δε κάνει παροχέτευση, θα έπρεπε να παραμείνει μέχρι η ασθενής να συνέλθει καλά. Αντ' αυτού αυτός, καίτοι είχε κάνει συμφωνία να φέρει εις πέρας με όλους τους κανόνες της επιστήμης την επέμβαση και την όλη μετεγχειρητική διαδικασία, έφυγε αφήνοντας αβοήθητη την ασθενή, σε μία κλινική όπου δεν υπήρχε, φεύγοντας αυτό, πίσω του εφημερεύων χειρουργός - αναισθησιολόγος και εντατική μονάδα θεραπείας και χωρίς να έχει προβλέψει, για την περίπτωση αιμορραγίας, να έχει έτοιμο αίμα, ήτοι διασταυρωμένο, ώστε, αν παραστεί ανάγκη, να το χορηγήσει στην ασθενή οποιοσδήποτε αμέσως. Ο ισχυρισμός του ότι δεν έφυγε από την κλινική, αλλά ότι ήταν εντός αυτής δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 17.20 μέχρι 18.20 έλειπε από την κλινική και, όταν επέστρεψε, ήταν πλέον αργά, αφού εκείνη την ώρα, παρά την προσπάθεια των ιατρών Ι1 και Ι2, κατέληξε τελικά η ασθενής. Οι δε μαλάξεις και η διασωλήνωση και μεταφορά της ασθενούς σε εντατική μονάδα στην Ευρωκλινική έγιναν, όπως προαναφέρθηκε, μετά τον θάνατό της. Αν είχε παραμείνει στην ...Κλινική κοντά στην ασθενή και διερευνώντας έγκαιρα για τα αίτια της ιδιαίτερης ωχρότητάς της, που θα έπρεπε να υποψιασθεί, ως ιατρός - χειρουργός επιστήμων, ότι οφείλεται πιθανώς σε αιμορραγία και βλέποντας ότι κατεβαίνει η αρτηριακή πίεση και ότι η ασθενής πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο και έχοντας φροντίσει εκ των προτέρων, όπως συνηθίζεται και επιβάλλεται, πριν μπει στο χειρουργείο η ασθενής να έχει διασταυρωθεί το αίμα, που γι' αυτήν την εγχείριση συνηθίζεται να υπάρχουν δύο φιάλες αίμα, σε πρώτη φάση θα χορηγούσε αίμα στην ασθενή, για να κερδίσει χρόνο και να μην πεθάνει η ασθενής από αιμορραγία, και σε δεύτερη φάση αυτός, ως χειρουργός και μόνος αρμόδιος να μπει στο χειρουργείο, πρωτίστως θα οδηγούσε την ασθενή του στο χειρουργείο, θα την άνοιγε πάλι, για να δει αν υπάρχει αιμορραγία, αφού δεν είχε φροντίσει να δει κάτι τέτοιο κάνοντας παροχέτευση στην ασθενή, που συνηθίζεται σ' αυτές τις εγχειρήσεις (υστερεκτομής) προληπτικώς για τέτοιου είδους φόβους. Ανεξαρτήτως του γεγονότος, ότι θα έπρεπε, λόγω και του ότι η ασθενής ήταν υπέρβαρη, να έχει φροντίσει να υπάρχει μετά την επέμβαση εξασφαλισμένο κρεββάτι σε εντατική μονάδα θεραπείας για παν ενδεχόμενο, πράγμα που, αν δεν είχε παραλείψει να πράξει και είχε οδηγηθεί η ασθενής αμέσως μετά την επέμβαση σε τέτοιο κρεββάτι (εντατικής), και πάλι εκεί ίσως ανακάλυπταν, λόγω της πτώσης της πίεσής της και της ωχρότητάς της, την αιμορραγία της και οδηγείτο η ασθενής στο χειρουργείο από άλλον χειρουργό, ή της χορηγείτο αίμα με πρωτοβουλία των ιατρών της εντατικής μονάδας, ως έκτακτο περιστατικό, και πιθανώς να εσώζετο. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος με την άνω αμελή συμπεριφορά του, συνισταμένη σε όλες τις προαναφερθείσες παραλείψεις δράσης εκ μέρους του, καταδίκασε την ασθενή, που είχε αφεθεί κατόπιν συμφωνίας στα χέρια του, σε βέβαιο θάνατο. Είχε, δηλαδή, ο πρώτος κατηγορούμενος, μετά από την συμφωνία που είχε κάνει με την θανούσα και τον σύζυγό της πολιτικώς ενάγοντα, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποφύγει τις παραλείψεις που προαναφέρθηκαν και να παρεμποδίσει την επέλευση του θανάτου της, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης του. Αν, δηλαδή, είχε επιμελώς χειρισθεί την αναληφθείσα έναντι της ασθενούς Θ1 υποχρέωσή του, χωρίς δηλαδή τις άνω παραλείψεις, αυτή θα ζούσε".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 1 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 και 28 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα, αναφέρει τα περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του κατηγορουμένου, η οποία, κατά τις παραδοχές του, συνίσταται στο ότι: α) ενώ προέβη σε όχι απλή επέμβαση, αλλά σε "εργώδη" με δύο τομές (μία στον κόλπο και μία στο υπογάστριο), δεν είχε τοποθετήσει παροχέτευση για να παρακολουθεί την αιμορραγία που προκαλείται σ' αυτού του είδους τις επεμβάσεις και έτσι η προκληθείσα αργή (στάγδην) αιμορραγία δεν διαπιστώθηκε, ώστε να χορηγηθεί αίμα σε πρώτη φάση και ακολούθως επέμβαση για την αντιμετώπισή της, β) δεν είχε φροντίσει να έχει διασταυρωθεί το αίμα της ασθενούς, ώστε να χορηγηθεί αμέσως αίμα με την διαπίστωση της αιμορραγίας, ούτε να υπάρχει διαθέσιμο κρεββάτι σε μονάδα εντατικής θεραπείας, γ) ενώ διαπιστώθηκε, μετά την ανάνηψη της ασθενούς, εξαιρετική ωχρότητα αυτής, η οποία συνεχώς επιδεινούτο, και ενώ είχε επισημανθεί στον κατηγορούμενο ότι η ασθενής είναι εξαιρετικά ωχρή και δεν έπρεπε να την αφήσει έτσι, αυτός, λέγοντας ότι είναι ταλαιπωρημένη από τη νάρκωση και ότι θα συνέλθει, την εγκατέλειψε και αποχώρησε από την κλινική, ενώ ώφειλε να συμπεράνει ότι η εξαιρετική ωχρότητα παραπέμπει σε εσωτερική αιμορραγία και να προβεί σε ενέργειες διαπίστωσης της εντάσεώς της και αντιμετώπισής της. Επίσης, αναφέρεται και αιτιολογείται και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ανωτέρω ενεργειών και παραλείψεων του κατηγορουμένου και του αποτελέσματος του θανάτου της ασθενούς, ο οποίος οφείλεται στην προαναφερθείσα εσωτερική αιμορραγία. Περαιτέρω, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι αρχικά ανένηψε η ασθενής και της παραδοχής ότι η ωχρότητά της συνεχώς επιδεινούτο, αφού, όπως δέχεται η απόφαση, επειδή η αιμορραγία ήταν αργή, δεν επηρέασε την ανάνηψη, αλλά επιδεινούτο σταδιακά και παράλληλα επιδεινούτο αντιστοίχως και η ωχρότητα. Τέλος, η απόφαση αφενός αιτιολογεί την υποχρέωση του κατηγορουμένου ως επιστήμονα ιατρού - χειρουργού, να συμπεράνει εσωτερική αιμορραγία με βάση την εξαιρετική ωχρότητα και να επέμβει και αφετέρου δικαιολογεί την εμφάνιση συμπτωμάτων καταπληξίας την 17.45 ώρα και την επέλευση του θανάτου την 18.20 ώρα, καθώς και την απώλεια 2,900 λίτρων αίματος από την αργή αιμορραγία κατά το διάστημα από την 14.30 ώρα, που ολοκληρώθηκε η επέμβαση, μέχρι την εμφάνιση καταπληξίας και τον θάνατο. Επομένως, οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 302 και 28 του ΑΚ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), καθώς και τα έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 183, 176 του ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.4.2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 9222/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και τα έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή