Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1948 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει την αίτηση.




Αριθμός 1948/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, περί αναιρέσεως της 130/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 631/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 308 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή, και αν είναι ασήμαντη τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητάς της, σε απλή (ή ελαφρά), σε εντελώς ελαφρά, η οποία, χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει όλως επιπόλαιες συνέπειες και σε ασήμαντη, η οποία είναι αυτή που έχει ήπιες συνέπειες. Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδάφ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Ποινικού Κώδικα, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ως άνω Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 31 και 32 παρ. 1 και 2 του ν. 3346/2005, 2 και 114 ΠΚ και 568 ΚΠΔ, προκύπτει ότι οι επιβληθείσες μέχρι την 17.6.2005 ποινές έως έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία εκτιθεί, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο, ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τις 17 Ιουνίου 2005, σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 του άρθρου 32 του ν. 3346/2005 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέως ή δημόσιου κατηγόρου κατά περίπτωση.
Εν προκειμένω, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 130/2007 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση δύο μηνών για σωματική βλάβη από αμέλεια και ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής για μία τριετία. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε την ένσταση περί υφ' όρον παύσεως της ποινικής διώξεως (άρθρο 31 του ν. 3346/2005), ισχυριζόμενος ότι "η πράξη φέρεται ότι τελέστηκε στις 9 Μαΐου 2004. Από το κατηγορητήριο φέρεται ότι η πράξη είναι εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη και τελέστηκε πριν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου. Οπότε, σύμφωνα με το νόμο 3346/2005, ζήτησε την παύση της ποινικής δίωξης". Το Δικαστήριο, απαντώντας στην ένσταση αυτή, στο σκεπτικό του δέχεται ότι "κατά του κατηγορουμένου Χ1 ασκήθηκε νόμιμα ποινική δίωξη, ύστερα από την υποβολή της από 12.5.2004 εγκλήσεως του Ψ1, για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση, η οποία είναι πλημμέλημα, προβλέπεται δε και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. εδ. α του Π.Κ., με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αφού διενεργήθηκε η προανάκριση, εισήχθη η υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κομοτηνής και συντάχθηκε το από 22.7.2004 κατηγορητήριο, στο οποίο αναφέρεται η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο (απλή από πρόθεση σωματική βλάβη) και μνημονεύεται η διάταξη του οικείου άρθρου του Ποινικού Κώδικα (308 παρ. 1 α'), με την οποία καθορίζονται οι προϋποθέσεις της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως (οι εξ υποκειμένου και αντικειμένου όροι αυτής) καθώς και η επιβλητέα ποινή. Από προφανή όμως παραδρομή στο κείμενο του κατηγορητηρίου, όπου αναγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αναφέρεται ότι οι σωματικές κακώσεις είναι εντελώς ελαφρές, χωρίς όμως εξ αυτού του λόγου να στοιχειοθετείται η πράξη της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης από πρόθεση (άρθρο 308 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ.). Στον κατηγορούμενο κατέστη γνωστή με επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος η πράξη για την οποία κατηγορείται και για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και αυτός στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου εμφανίστηκε και διόρισε συνήγορο υπερασπίσεως, δεν εναντιώθηκε, ούτε προέβαλε αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κομοτηνής, μετά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας, εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία, αφού προέβη στη μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση στην πράξη της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη αυτή και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα εφαρμογής της διατάξεως τού άρθρου 31 παρ. 1 εδ. α' περ. β' του Ν.3346/2005, σύμφωνα με το οποίο παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη υφ' όρον των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλακίσεως μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές, και που έχουν τελεσθεί μέχρι τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου (17.6.2005), αφού, σύμφωνα με τα προρρηθέντα, ούτε η πράξη που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο ούτε η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος τιμωρούνται με τις προαναφερόμενες ποινές του Ν. 3346/2005, ώστε να παύσει υφ' όρον η δίωξη λόγω παραγραφής τού αξιοποίνου. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει η σχετική ένσταση, που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, διά τής συνηγόρου υπερασπίσεως του, να απορριφθεί ως αβάσιμη, κατ' ουσίαν και να προχωρήσει το Δικαστήριο στην εκδίκαση τής υποθέσεως". Ακολούθως, το Δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν καί κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Από όλη τη σχετική με την απόδειξη κυρία διαδικασία, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, την χωρίς όρκο κατάθεση τού πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις στο ακροατήριο τών μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν ένορκα, την απολογία του κατηγορουμένου και απ' όλη τη συζήτηση τής υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον τόπο και κατά το χρόνο που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό, από αμέλεια προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση. Συγκεκριμένα, στον επίδικο τόπο και χρόνο, κατά τη διάρκεια ενός έντονου φραστικού επεισοδίου, μεταξύ αυτού και τής συζύγου του, ..., και ενώ οι γονείς τής τελευταίας είχαν προσέλθει για βοήθεια τής θυγατέρας τους, εισελθόντες στην οικία της, από έλλειψη τής απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής που όφειλε υπό τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, έσπρωξε τον παθόντα Ψ1, στην προσπάθειά του να τον απωθήσει, για να εξέλθει τής οικίας. Η ενέργειά του, όμως αυτή, λόγω του τρόπου που εκδηλώθηκε, αφού η ώθηση με τα χέρια τού πεθερού του πραγματοποιήθηκε με μεγαλύτερη της επιβαλλόμενης δύναμη, είχε ως αποτέλεσμα, ο παθών πεθερός του να χάσει την ισορροπία του και να καταπέσει στον υαλοπίνακα της πόρτας τής κουζίνας και κατόπιν στο δάπεδο της οικίας και έτσι να υποστεί κάκωση κρανίου και θλαστικό τραύμα δεξιού αντιβραχίου, όπως διαπιστώθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ..., στο οποίο, αμέσως μετά το συμβάν μεταφέρθηκε για την παροχή των πρώτων βοηθειών. Το παραπάνω δε αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος όφειλε να προβλέψει ότι θα επήρχετο, ιδιαίτερα λόγω της διαφοράς τής ηλικίας μεταξύ αυτού και τού παθόντα, της ψυχικής υπερδιεγέρσεώς του, υπό την ένταση του προηγηθέντος επεισοδίου με τη σύζυγό του και τού οξύθυμου χαρακτήρα του, αφού και κατά το παρελθόν είχε δημιουργήσει βίαιο επεισόδιο σε βάρος τής συζύγου του, ενώ και οι μεταξύ τους σχέσεις διέπονταν από έριδες, φιλονικίες, εντάσεις και βιαιότητες. Κατόπιν όλων αυτών, που εκτέθηκαν και τα οποία αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των εξετασθεντων μαρτύρων κατηγορίας, Ψ1, ... και ..., καθώς και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε σε βάρος του παθόντα -πολιτικώς ενάγοντος την πράξη της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος γι' αυτήν". Οι παραπάνω παραδοχές περιέχουν την απαιτούμενη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία που απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 129 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και στις δύο ως άνω αποφάσεις, δηλαδή α) σε εκείνη που απέρριψε την ως άνω προβληθείσα ένσταση και β) σε εκείνη που δέχθηκε την ενοχή του αναιρεσείοντος, αφού κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που σωστά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν, χωρίς να παραβιασθούν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθενται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος με τον οποίο επήλθε ο τραυματισμός του πολιτικώς ενάγοντος - παθόντος και η έκταση των σωματικών κακώσεων, τις οποίες αυτός υπέστη. Περαιτέρω δεν υπάρχει αντίφαση στο αιτιολογικό τής αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση της υφ' όρον παραγραφής και τής παύσεως τής ποινικής διώξεως, με την αναφορά στην απόφαση αυτή ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα τής απλής σωματικής βλάβης και εισήχθη η υπόθεση στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κομοτηνής και όχι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, στο οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι θα έπρεπε να εισαχθεί εάν επρόκειτο για απλή σωματική βλάβη (με πρόθεση), αφού από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. α' του Ποινικού Κώδικα και 114 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση της αξιόποινης πράξεως της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση ήταν το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κομοτηνής. Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν έγινε δεκτή η ένσταση της ως άνω ειδικής παραγραφής είναι αβάσιμη, διότι η διάταξη του άρθρου 31 του ν. 3346/2005 αφορά αδικήματα για τα οποία η απειλούμενη ποινή φυλακίσεως είναι μέχρις ενός έτους, ενώ η απειλούμενη ποινή, τόσο για την απλή σωματική βλάβη (άρθρο 308 παρ. 1 α' Π.Κ.) για την οποία ασκήθηκε εν προκειμένω η ποινική δίωξη, όσο και για τη σωματική βλάβη από αμέλεια (άρθρο 314 παρ. 1 Π.Κ.) υπερβαίνει κατ' ανώτατο όριο το ένα έτος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Ε' και Η' λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο καταδίκασε και επέβαλε ποινή στον αναιρεσείοντα αν και είχε παραγραφεί το αξιόποινο της πράξεώς του, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 2/28 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 130/8.2.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή