Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 607 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια από ιατρό και απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση της αμελούς συμπεριφοράς εκ μέρους της αναιρεσείσυσας και ως προς τη μη αξιολόγηση του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το είδος της αμέλειας. Αιτίαση ως προς την εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως, γιατί δεν προκύπτει ότι έγινε επίκληση ή αξιολόγηση της αναφερόμενης στο πόρισμα ΕΔΕ ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης της μετέπειτα κατηγορουμένης, ούτε ότι το δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση και στην κατάθεση αυτή. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων. Απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων στο σύνολο τους.




Αριθμός 607/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 1030/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2009, αίτησή της αναιρέσεως, ως και στο από 7 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 567/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεώς του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς της, προβάλλει την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στήριξε την καταδικαστική, σε βάρος της, κρίση, μεταξύ άλλων και στο από 14.9.01 πόρισμα, που συντάχθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης και στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην ένορκη κατάθεσή της ως μάρτυρα, πριν από την άσκηση της κατ' αυτής ποινικής διώξεως, ενώπιον της διενεργήσασας την ΕΔΕ ..., Προϊσταμένης Υποδιεύθυνσης Οικονομικού του "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ". Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού της αναιρεσείουσας. Το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για την κατηγορουμένη κρίση του, όλα τα έγγραφα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της δίκης, μεταξύ των οποίων και το αριθμούμενο με αριθμό 4 και περιγραφόμενο ως "το από 14.9.01 πόρισμα Ε.Δ.Ε. και τα συνημμένα έγγραφα". Δεν προκύπτει, όμως, από κάποιο στοιχείο του σκεπτικού ή του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι έγινε επίκληση ή αξιολόγηση της αναφερόμενης στο εν λόγω πόρισμα ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης της μετέπειτα κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, ούτε ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του και στην εν λόγω κατάθεση. Η δε φράση "και τα συνημμένα έγγραφα" έχει αναγραφεί εκ περισσού, αφού δεν προκύπτει ότι στο εν λόγω πόρισμα είχαν επισυναφθεί έγγραφα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη. Η αναφορά και μόνο ότι το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του το πιο πάνω πόρισμα, έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά το πόρισμα αυτό και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε και αξιολόγησε η συντάκτριά του (μεταξύ των οποίων και η ένορκη κατάθεση της κατηγορουμένης), προκειμένου να διατυπώσει το πόρισμα της έρευνάς της. Διαφορετικό θα ήταν το ζήτημα, αν στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως γινόταν ειδική μνεία της καταθέσεως αυτής. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγος αυτός της αιτήσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που το προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν με επάρκεια την ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο επακριβώς έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση και για το λόγο ότι στηρίχθηκε αυτή σε ορισμένα έγγραφα, που περιλαμβάνονται μεν στα αναγνωσθέντα, πλην δεν προκύπτει η ταυτότητά τους ούτε προκύπτει το περιεχόμενό τους από άλλα, νομίμως ληφθέντα υπόψη, αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα α. στα συνημμένα έγγραφα στο ως άνω πόρισμα της ΕΔΕ και β. στις ιατρικές εξετάσεις, των οποίων εγγράφων δεν αναφέρεται κανένα στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητάς τους, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα υπερασπιστικά της δικαιώματα που απορρέουν από τη διάταξη του άρθρου 358 ΚΠΔ. Και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί η φράση "συνημμένα έγγραφα" στο πόρισμα της ΕΔΕ αναγράφηκε, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, εκ περισσού, η δε ταυτότητα των ιατρικών εξετάσεων, που, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, προσκομίσθηκαν στο ακροατήριο, προσδιορίζεται επαρκώς, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποια ακριβώς έγγραφα αναγνώσθηκαν, αφού δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα που χαρακτηρίζονται ως "ιατρικές εξετάσεις", η δε αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προέβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από την έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν, γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1030/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα ανθρωποκτονίας από αμέλεια, πράξη που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά πλειοψηφίαν, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία της κατηγορουμένης στο ακροατήριο και την από 8-11-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Αναπληρωτή καθηγητή της Α' Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του ενεργήσαντος την προκαταρτική εξέταση πταισματοδίκου Ι' τμήματος Θεσσαλονίκης και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη ιατρός τέλεσε την αξιόποινη πράξη που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα από την συνεκτίμηση του προαναφερθέντος συνολικού αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη ως ιατρός ειδικευόμενη, εργαζόμενη στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, εκτελούσε εφημερία στα εξωτερικά ιατρεία του καρδιολογικού τμήματος της Β' προπαιδευτικής Κλινικής του ανωτέρω Νοσοκομείου από τις 28-3-2001 μέχρι και τις 8.00 π.μ. της 29-3-2001. Κατά την ώρα 5.30 πρωινή της ως άνω ημέρας διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β. στα εξωτερικά ιατρεία της παραπάνω κλινικής ο ασθενής ..., ηλικίας 39 ετών, με έντονο νυκτερινό προκάρδιο άλγος, αιμωδία (μούδιασμα) στα άνω άκρα, δύσπνοια και δυσφορία συνεπεία των οποίων ξύπνησε. Όλα δε αυτά τα συμπτώματα μαζί με την σύζυγό του τα ανέφεραν στην γιατρό κατηγορουμένη. Η τελευταία όμως δεν αντιμετώπισε το ως άνω περιστατικό με την δέουσα προσοχή που όφειλε διότι ήταν ειδικευόμενη γιατρός και ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει και να ζητήσει την συνδρομή του ειδικού ιατρού καρδιολόγου που εφημέρευε, σε περίπτωση που αντιμετώπιζε κάποιο σοβαρό περιστατικό, όπως στην προκειμένη περίπτωση διότι τα συμπτώματα που περιέγραψε ο ασθενής σε αυτήν από έναν μέσο συνετό ιατρό θα εκλαμβανόταν ως ενδεχόμενα συμπτώματα εμφράγματος του μυοκαρδίου ενόψει της ηλικίας του και της κληρονομικής του επιβάρυνσης και συνεπώς ήταν αναγκαία η εισαγωγή του σε θάλαμο βραχείας νοσηλείας ώστε να παρακολουθηθεί για μικρό χρονικό διάστημα από τους ιατρούς. Αντ' αυτού η κατηγορουμένη εξετίμησε μόνη της το περιστατικό και διέγνωσε εσφαλμένα αφού προέβη μόνο σε καρδιογράφημα και αιματολογικές εξετάσεις, ότι ο ασθενής είχε κάποιο μυοσκελετικό πόνο, συστήνοντάς του να αποχωρήσει από το νοσοκομείο να μεταβεί στην οικία του, να λάβει κάποιο αναλγητικό χάπι και να βάλει την θερμαντική αλοιφή Counterpain. Μετά την αποχώρηση του ανωτέρω ασθενούς από τα εξωτερικά ιατρεία της Β' προπαιδευτικής κλινικής του Νοσοκομείου Ιπποκράτειου που συνέπιπτε χρονικά με την λήξη της εφημερίας της κατηγορουμένης, μετέβη αρχικά στην οικία του όπου εξακολούθησε να έχει αφόρητους πόνους. Και μετά δεκάλεπτο από την εκ μέρους της συζύγου του επάλειψη με την θερμαντική αλοιφή, περί ώρα 9.00 - 9.30 σωριάσθηκε χάνοντας τις αισθήσεις του και μεταφέρθηκε αμέσως στο Νοσοκομείο Παπανικολάου όπου και περί την 12.00 μεσημβρινή απεβίωσε από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Εξαιτίας όλων αυτών των παραλείψεων της κατηγορουμένης, η οποία λόγω της ιδιότητάς της ως ειδικευόμενης εφημερεύουσας ιατρού είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος (ήτοι του θανάτου) του ασθενούς που προσήλθε στην ανωτέρω κλινική παρέχοντας σε αυτόν την μέγιστη ιατρική φροντίδα και φροντίζοντας για την εισαγωγή του στο νοσοκομείο όπου θα ετύγχανε της αναγκαίας μηχανικής και ιατρικής υποστήριξης σε περίπτωση εμφράγματος του μυοκαρδίου, επήλθε ο θάνατος του ασθενούς ... . Υπό τα περιστατικά αυτά πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη ...".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ιατρού πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται σαφώς το είδος της αμέλειας (ασυνείδητης), και παρατίθενται αναλυτικώς τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης περιστατικά, τα οποία περιέχονται στην παραδοχή ότι αυτή, ως ειδικευόμενη ιατρός, έπρεπε να ενημερώσει και να ζητήσει τη συνδρομή του ειδικού ιατρού καρδιολόγου που εφημέρευε και να μην εκτιμήσει μόνη της το περιστατικό, προβαίνοντας μόνο σε καρδιογράφημα και σε αιματολογικές εξετάσεις και συστήνοντας στον ασθενή να αποχωρήσει, να λάβει αναλγητικό χάπι και να βάλει θερμαντική αλοιφή, ενώ ένας μέσος συνετός ιατρός θα εκλάμβανε τα συμπτώματα του ασθενούς ως τοιαύτα εμφράγματος του μυοκαρδίου. Επίσης, κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της αποφάσεως, γίνεται δεκτό ότι, αν δεν μεσολαβούσε η περιγραφόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό αμελής συμπεριφορά της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας και δη αν αυτή μεριμνούσε για την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο, όπου θα ετύγχανε αυτός της αναγκαίας μηχανικής και ιατρικής υποστήριξης σε περίπτωση εμφράγματος του μυοκαρδίου, ο ασθενής θα είχε επιβιώσει και, επομένως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αμελή αυτής συμπεριφορά. Κατά συνέπειαν, οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το είδος της αποδιδόμενης στην αναιρεσείουσα αμέλειας και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση αμελούς συμπεριφοράς από μέρους της, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση ότι η απόφαση, με την παραδοχή, στο σκεπτικό, ότι η αναιρεσείουσα "εξετίμησε μόνη της το περιστατικό και διέγνωσε εσφαλμένα αφού προέβη μόνο σε καρδιογράφημα και αιματολογικές εξετάσεις, ότι ο ασθενής είχε κάποιο μυοσκελετικό πόνο, συστήνοντάς του να αποχωρήσει από το νοσοκομείο να μεταβεί στην οικία του, να λάβει κάποιο αναλγητικό χάπι και να βάλει την θερμαντική αλοιφή Counterpain", δέχεται ότι αυτή ενήργησε από ενσυνείδητη αμέλεια (ότι προέβλεψε ότι από τη συμπεριφορά της ήταν δυνατόν να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πίστευε, όμως, ότι αυτό δεν θα επερχόταν), ενώ στο διατακτικό δέχεται ότι συνέτρεξε στο πρόσωπό της άνευ συνειδήσεως αμέλεια και, έτσι, υπάρχει ασάφεια ως προς το είδος της αποδιδομένης σ` αυτήν αμέλειας, αφού, μάλιστα, στο σκεπτικό επί της ποινής αναφέρεται ότι το Δικαστήριο, για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, απέβλεψε, μεταξύ άλλων, και "στην ένταση του δόλου" του υπαιτίου, είναι αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, με σαφήνεια, ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ενήργησε από ασυνείδητη αμέλεια, χωρίς να συνάγεται το αντίθετο από την παραπάνω φράση, η δε μη διαγραφή από το τυποποιημένο σκεπτικό επί της ποινής της φράσης "στην ένταση του δόλου" οφείλεται σε παραδρομή. Η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και δη του αναγνωσθέντος βιβλίου εξωτερικών ιατρείων (ως προς το χρόνο ενάρξεως του πόνου του ασθενούς) και της μαρτυρικής καταθέσεως του Καθηγητή Καρδιολογίας ... είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, η αιτίαση, που προβάλλεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας γιατί το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε ούτε αντέκρουσε το πόρισμα της από 8.11.2002 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Αναπληρωτή καθηγητή της Α' Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί η έκθεση αυτή μνημονεύεται, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, από το σύνολο δε των παραδοχών της προκύπτει ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη και αξιολογήθηκε, χωρίς να ήταν απαραίτητο, όπως αναφέρθηκε, να γίνει μνεία του τι προκύπτει από αυτήν ούτε να συσχετισθεί αξιολογικά αυτή με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι παραδεκτώς ασκηθέντες, με το από 7/8.1.2010 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Δικαστική δαπάνη υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας Ψ δεν επιδικάζεται, γιατί αυτή, αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. από 25.9.2009 αποδεικτικό του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ...), δεν εμφανίσθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 2452/2009) αίτηση της Χ, μετά των από 7/8.1.2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1030/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή