Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 467 / 2012    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.




ΑΡΙΘΜΟΣ 467/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Ι. Κ. ή Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αλεξανδρή. 2. Π. Σ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της 7385/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ζ. Τ., 2. Σ. Τ., κατοίκους ..., οι οποίοι παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αγγελή Μαργαρίτη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 και 18 Φεβρουαρίου 2011 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 386/11.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη για την δεύτερη αναιρεσείουσα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΚΠΔ με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα, μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη σημερινή εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως η από τους αναιρεσείοντες Π. Σ. εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως και υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της υποθέσεως, προκειμένου να συγκεντρώσει το απαιτούμενο ποσό χρημάτων για την αμοιβή του πληρεξουσίου της δικηγόρου. Ο επικαλούμενος, όμως λόγος δεν συνιστά ιδιαίτερα εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την αιτούμενη αναβολή της δίκης. Επομένως, το αίτημα είναι απορριπτέο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ γ' ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπολοίπους διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ίδιου κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 514 εδ. α' του ΚΠΔ, εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με συνήγορο ή ο παριστάμενος γι' αυτόν, ως εκπρόσωπος συνήγορος, δεν έχει νομίμως διορισθεί, οπότε ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη εκπροσωπούμενος από το συνήγορο και ως εκ τούτου απών, η αίτηση απορρίπτεται κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ α' του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογία 26-8-2011 και 29-8-2011 δύο αποδεικτικά επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... προς την αναιρεσείουσα Π. Σ. και τον αντίκλητο δικηγόρο της, αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νομότυπα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Αυτή, όμως, κατά την αναφερομένη συνεδρίαση, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, δεν εμφανίσθηκε προσηκόντως, δηλαδή δια συνηγόρου έχοντος ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση, αίτησή της για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7385/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Η από 16-2-2011, με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αριθμ πρωτ. 1634/21-2-2011), αίτηση αναιρέσεως του Ι. Κ. κατά της υπ' αριθμ 7385/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του τριμελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, της ανθρωποκτονίας, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προκλήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. Από δε την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την διέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει.
Εξάλλου κατά το άρθρο 5 του Ν 1369/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" ο εργολάβος και ο υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείτο ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. Περαιτέρω με τις διατάξεις των άρθρων 78 εδ. α', β', γ', δ' και 79 του Π.Δ 1073/12/16-9-1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και κάθε φύσεως έργων αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού" καθορίζονται λεπτομερώς τα μέτρα ασφαλείας για την πρόληψη ατυχημάτων από άμεση ή έμμεση επαφή ή προσέγγιση σε δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις πρέπει να λαμβάνονται από τους εκτελούντες το έργο και τον επιβλέποντα τούτο μηχανικό όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων σε ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία ασχέτως τάσης τους. Οι μεταφορές, χειρωνακτικές ή μη, σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων, τροχιών ανεβατήρων, πυραύλων κ.α ως και οι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πραγματοποιούνται μακρυά από ηλεκτροφόρους αγωγούς ασχέτως τάσης. Οποιαδήποτε απαιτούμενη επέμβαση στα δίκτυα της ΔΕΗ, όπως ανύψωση διακοπή ρεύματος κλπ, πραγματοποιείται μόνο από αυτήν, μετά από έγγραφη αίτηση του ενδιαφερομένου. Αν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος, ειδοποιείται εγγράφως από τον εκτελούντα το έργο, πριν από την έναρξη των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού από τη ΔΕΗ, τον εκτελούντα το έργο και τον επιβλέποντα τούτο μηχανικό. Μετά δε την έγγραφη έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωση ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων. Από τις προπαραταθείσες διατάξεις των άρθρων 5 του Ν 1396/1983 και 78 και 79 του ΠΔ 1073/1981 συνάγεται ότι ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση του οικοδομικού έργου (και ο τυχόν υπεργολάβος τμήματος αυτού) έχει επίσης νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από την προεκτεθείσα αιτία, ασχέτως αν του δόθηκαν ή μη, σχετικές οδηγίες από τον επιβλέποντα μηχανικό. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολόγησης συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ 1 στιχ Ε του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει επίσης λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε στο αιτιολογικό, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις ... ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Κ. είχε αναλάβει ως εργολάβος την ανέγερση τριώροφης οικοδομής με υπόγειο που βρίσκεται στην οδό ... αριθμός 31 στις ..., συνιδιοκτησίας αυτού (α' κατηγορουμένου) και του αδελφού του Ε. Κ.. Την επίβλεψη του όλου έργου είχε αναλάβει η δεύτερη κατηγορουμένη Π. Σ. αρχιτέκτονας- μηχανικός, η οποία είχε εκπονήσει και την αρχιτεκτονική μελέτη για την έκδοση της άδεια ανέγερσης της οικοδομής. Αυτοί, στις 1-3-2005, επέτρεψαν τη μεταφορά μεταλλικών ράβδων συγκεκριμένης διατομής, μήκους 5 μέτρων, που χρησίμευαν ως πλαίσιο για τη στήριξη των γυψοσανίδων, από το 2ο όροφο της οικοδομής στον 3ο όροφο αυτής, όπου γίνονταν εργασίες τοποθέτησης γυψοσανίδων από τον Π. Τ., ηλικίας 23 ετών και τον πατέρα του, Σ. Τ., από τα μπαλκόνια της οικοδομής, που βρίσκονταν σε ελάχιστη απόσταση από τα οποία διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ. Συγκεκριμένα επέτρεψαν η μεταφορά των μεταλλικών ράβδων να γίνεται με τον εξής τρόπο: Ο Σ. Τ. βρισκόταν στο μπαλκόνι του 2ου ορόφου και έδινε μία προς μία τις μεταλλικές ράβδους στον Π. Τ., ο οποίος βρισκόταν στο μπαλκόνι του 3ου ορόφου. Ειδικότερα ο Σ. Τ. κρατώντας την μία άκρη κάθε ράβδου έδινε την άλλη άκρη της στον Π. Τ., ο οποίος στη συνέχεια τις τοποθετούσε σε ένα μεγάλο δωμάτιο του 3ου ορόφου της οικοδομής. Οι κατηγορούμενοι επέτρεψαν τη μεταφορά των μεταλλικών ράβδων από το 2ο στον 3ο όροφο της οικοδομής με τον προαναφερόμενο τρόπο, παρόλο ότι τους ήταν γνωστό ότι σε ελάχιστη απόσταση από το έργο διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ, εξαιτίας των οποίων υπήρχε κίνδυνος ηλεκτροπληξίας για τον μεταφέροντα τις μεταλλικές ράβδους αν αυτές έρχονταν σε επαφή με τα ηλεκτροφόρα καλώδια και ενώ δεν είχαν προηγουμένως φροντίσει, όπως όφειλαν, λόγω της ιδιότητάς τους (άρθρα 78 και 79 του Π.Δ. 1937/1981) και μπορούσαν να πράξουν, να ειδοποιήσουν την αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ για να απομακρύνει τους ηλεκτροφόρους αγωγούς και δεν είχαν λάβει μόνοι τους ή από κοινού με τη ΔΕΗ κάθε ενδεικνυόμενο για την περίπτωση προστατευτικό μετρό για την αποφυγή ατυχήματος (κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων) και ακόμη παρέλειψαν να ενημερώσουν τους ανωτέρω εργαζόμενους ότι δεν είχαν λάβει κανένα από τα ανωτέρω μέτρα και ότι επομένως από τα προαναφερθέντα καλώδια διερχόταν ηλεκτρικό ρεύμα, όπως όφειλαν επίσης να πράξουν, ώστε να είναι αυτοί προσεκτικοί, δεδομένου μάλιστα ότι ο Π. Τ., ήταν ηλικίας μόλις 23 ετών και δεν είχε την απαραίτητη γνώση και εμπειρία για να αξιολογήσει τον κίνδυνο της ηλεκτροπληξίας. Εξαιτίας των παραλείψεων αυτών των κατηγορουμένων, οφειλομένων σε έλλειψη της προσοχής που αυτοί όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, κατά τη στιγμή που ο ανωτέρω Π. Τ. πραγματοποιούσε μεταφορά μιας μεταλλικής ράβδου, η άκρη αυτής (ράβδου) ήλθε σε επαφή με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς της ΔΕΗ, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτός (Π. Τ.) ηλεκτροπληξία, συνεπεία της οποίας επήλθε αμέσως ο θάνατος του.
Ο ισχυρισμός της δεύτερης κατηγορουμένης ότι η απόσταση του κτιρίου από το δίκτυο Μέσης Τάσης της ΔΕΗ ήταν εντός των ορίων που προβλέπει ο νόμος και οι κανονισμοί της ΔΕΗ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από το υπ' αριθμ. πρωτ. 50915/27-5-2005 έγγραφο της ΔΕΗ, που αναγνώστηκε, προκύπτει ότι το δίκτυο Μέσης Τάσης της ΔΕΗ απείχε από την εν λόγω οικοδομή μόλις 1,5 μέτρα, ενώ σύμφωνα με τους κανονισμούς εγκατάστασης και συντήρησης υπαίθριων γραμμών ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και το άρθρο 12 του Ν. 1672/1951, τα όρια ασφαλείας ορίζονται σε απόσταση από σταθερές εγκαταστάσεις, για τη μέση τάση μεταξύ 2-2,5 μέτρων. Τούτο δεν αναιρείται από τις τεχνικές εκθέσεις που αναγνώστηκαν, ήτοι την από 26-9-2008 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Σ. Α. και την από Ιανουαρίου 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Ε. Β.. Επίσης, ο ισχυρισμός της δεύτερης κατηγορουμένης περί πραγματικής πλάνης, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού η παραδοχή πραγματικής πλάνης αίρει μεν τον δόλο όχι όμως και την αμέλεια, στην προκειμένη δε περίπτωση στη δεύτερη κατηγορουμένη αποδίδεται η τέλεση της πιο πάνω πράξης όχι από δόλο αλλά από αμέλεια. Τέλος, ο ισχυρισμός της δεύτερης κατηγορουμένης ότι είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την ασφαλή εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών με το από 20-9-2002 "Σχέδιο Ασφαλείας και Υγείας" (ΣΑΥ), σύμφωνα με το Π.Δ. 305/1996, με το οποίο είχε οριστεί ως χώρος αποθήκευσης υλικών και αποκομιδής ο ακάλυπτος χώρος της οικοδομής, είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (ασυνείδητη). Να αναγνωρισθεί δε ότι στην πράξη αυτή ωθήθηκαν από όχι ταπεινά αίτια (άρθρο 84 παρ. 2β'του ΠΚ). Ακολούθως στο διατακτικό διέλαβε τα εξής: Στις ..., την 01/03/2005, από αμέλεια τους επέφεραν το θάνατο άλλου χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο, αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους και συγκεκριμένα υπό τις ιδιότητές τους ο, μεν Ι. Κ. ως ιδιοκτήτης - γενικός εργολάβος της επί της οδού ... αρ. 31 στις ... οικοδομής, η δε Π. Σ. ως αρχιτέκτονας - μηχανικός στην οποία είχε ανατεθεί η γενική επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών (και η οποία είχε-συντάξει την αρχιτεκτονική μελέτη για την έκδοση της οικοδομικής άδειας της εν λόγω τριώροφης οικοδομής), από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους και μπορούσαν ως μέσοι συνετοί άνθρωποι, και επαγγελματίας μηχανικός η δεύτερη κατηγορούμενη να καταβάλουν και μολονότι την ημέρα του ατυχήματος ο θανών Π. Τ. εκτελούσε με τον πατέρα του εργασίες τοποθέτησης γυψοσανίδων στην εν λόγω ημιτελή οικοδομή με συνέπεια να πρέπει να; μεταφέρουν μεταλλικές ράβδους συγκεκριμένης διατομής μήκους 5 μέτρων (που θα χρησίμευαν ως πλαίσιο για τη στήριξη των γυψοσανίδων) από τον 2° όροφο που βρίσκονταν αποθηκευμένες στον 3° όροφο της οικοδομής, η: δε μεταφορά των μεταλλικών ράβδων γινόταν από το μπαλκόνι του 2ου ορόφου που βρισκόταν ο πατέρας του θανόντος, ο οποίος έδινε μία προς μία τις μεταλλικές ράβδους στον θανόντα που βρισκόταν στο μπαλκόνι του 3ου ορόφου και εγνώριζαν οι κατηγορούμενοι ότι πλησίον του μπαλκονιού του 3ου ορόφου διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια χαμηλής και μέσης τάσης των της ΔΕΗ που δεν είχαν την προβλεπόμενη απόσταση ασφαλείας από την οικοδομή, παρέλειψε ο μεν 1ος ως γενικός εργολάβος να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων, όπως προστατευτικό σανίδωμα, προς αποφυγή επαφής με τα ηλεκτροφόρα καλώδια, επισήμανση αυτών με κατάλληλη ενημέρωση και κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο, ως και να ειδοποιήσουν εγγράφως, προ της ενάρξεως των άνω εργασιών, τη ΔΕΗ, ώστε να ληφθούν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας από κοινού μ' αυτήν και την 2η κατ/νη, η δε 2η κατ/νη, ως επιβλέπουσα μηχανικός της άνω οικοδομής, παρέλειψε να δώσει οδηγίες στο πρώτο κατ/νο για τη λήψη των προαναφερθέντων μέτρων ασφάλειας και να επιβλέπει την τήρηση αυτών καθώς και να τους υποδείξει την έγγραφη ειδοποίηση της ΔΕΗ για την εκτέλεση των άνω εργασιών πλησίον των ηλεκτροφόρων καλωδίων, ώστε από κοινού να μεριμνήσουν για τη λήψη των ενδεικνυόμενων προστατευτικών μέτρων, ως είχαν νομική υποχρέωση να προβούν σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 5 και 7 Ν. 1396/1983 και 78 και 79 πδ 1073/81 με αποτέλεσμα καθ'ον χρόνο ο θανών κρατούσε στα χέρια του μία-μεταλλική ράβδο που μόλις είχε δώσει ο πατέρας του να κεραυνοβοληθεί από το ηλεκτρικό ρεύμα και να καταλήξει λόγω ηλεκτροπληξίας καθόσον η μεταλλική ράβδος κατά τη μεταφορά της από το 2ο στον 3ο όροφο ήρθε σε επαφή ή πλησίασε πολύ κοντά στα ηλεκτροφόρα καλώδια, με συνέπεια το ηλεκτρικό ρεύμα να διοχετευθεί διαμέσου της ράβδου στον θανόντα, οι δε κατηγορούμενοι δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους. Αναγνωρίζει και για τους δύο κατηγορούμενους την ελαφρυντική περίσταση του ότι στην παραπάνω πράξη τους ωθήθηκαν από όχι ταπεινά αίτια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 302 Π.Κ., 78, 79 του ΠΔ 1073/1981 και 5 του Ν. 1396/1983, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται: 1) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργολάβου ο οποίος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, "είχε αναλάβει ως εργολάβος την ανέγερση της τριώροφης οικοδομής" 2) οι νομικές διατάξεις (άρθρα 78 και 79 ΠΔ 1073/1981 και άρθρο 5 Ν 1396/1983) από τα οποίες πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος ως εργολάβου να παρεμποδίσει το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του εκτελούντος εργασίες στην οικοδομή παθόντος, προβαίνοντας σε ενέργειες που τείνουν σε παρεμπόδιση του αποτελέσματος 3) οι συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες ήταν υποχρεωμένος να προβεί ο αναιρεσείων υπό την ιδιότητά του ως εργολάβου και τις οποίες παρέλειψε αυτός, παρά την εκ του νόμου υποχρέωσή του να πράξει τούτο, συνίστατο δε αυτές στο να μην επιτρέψει στον εκτελούντα εργασίες τοποθέτησης γυψοσανίδων στον γ' όροφο της οικοδομής παθόντα να μεταφέρει τις μεταλλικές ράβδους που χρησίμευαν ως πλαίσιο για τη στήριξη γυψοσανίδων από το δεύτερο όροφο της οικοδομής στον τρίτο όροφο αυτής κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, στο να ειδοποιήσει προηγουμένως την αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ να απομακρύνει τα ηλεκτροφόρα καλώδια και στο να λάβει τα μέτρα ασφάλειας που ήταν αναγκαία για την αποτροπή κινδύνου ηλεκτροπληξίας, όπως η κατασκευή προστατευτικού σανιδώματος, η επισήμανση των ηλεκτροφόρων καλωδίων και τέλος η ενημέρωση των εργαζομένων, ότι δεν είχε ληφθεί κανένα μέτρο ασφαλείας και ότι από τα προαναφερθέντα καλώδια διερχόταν ηλεκτρικό ρεύμα. 4) ο αιτιώδης σύνδεσμος που υπάρχει μεταξύ των ανωτέρω παραλείψεων του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του παθόντος. Και 5) το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος, η οποία ήταν μη συνειδητή, όπως τούτο μνημονεύεται στο διατακτικό και στο σκεπτικό της προσβαλλόμρενης απόφασης, στο οποίο ρητώς αναφέρεται, ότι ο αναιρεσείων δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του. Το ότι σε άλλο σημείο της απόφασης αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι πλησίον του μπαλκονιού του τρίτου ορόφου διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια δεν σημαίνει ότι αυτός προέβλεψε και το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου και ότι ως εκ τούτου συντρέχει ευσυνείδητη αμέλεια. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, διότι: α) ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται ως προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργολάβου από το ότι σε άλλα σημεία της απόφασης αναφέρεται ως συνιδιοκτήτης ή ιδιοκτήτης της οικοδομής και στο διατακτικό ως γενικός εργολάβος, αφού στο σκεπτικό της απόφασης διευκρινίζεται ότι αυτός, ήταν εργολάβος, ο οποίος είχε αναλάβει την ανέγερση της τριώροφης οικοδομής, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιδιότητα του αναιρεσείοντος "ως εργολάβου", αφού ο νομικός αυτός όρος είναι εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια 2) ο αναιρεσείων υπό την ιδιότητά του ως εργολάβος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας, ανεξαρτήτως του εάν του δόθηκαν ή όχι από την επιβλέπουσα μηχανικό οδηγίες για τη λήψη τέτοιων μέτρων ασφαλείας και γ)η ύπαρξη τυχόν ευθύνης του παθόντος δεν αίρει τη στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη του αναιρεσείοντος, ούτε διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του επελθόντος αποτελέσματος, δηλαδή του θανάτου του παθόντος και της παράλειψης του αναιρεσείοντος να λάβει τα αναφερόμενα παραπάνω μέτρα ασφαλείας. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από τα άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15 ΠΚ,78, 79 ΠΔ 1073/1981 και 5 Ν 1396/1983, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος Ι. Κ. και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Αμφότεροι δε οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2011 αίτηση της αναιρεσείουσας Π. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7385/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Απορρίπτει την από 16-2-2011 αίτηση του αναιρεσείοντος Ι. Κ. του Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7385/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον παραπάνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή