Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 946 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Επίδοση.




Περίληψη:
Ο παραστάς κατά τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο μπορεί να ασκήσει μόνο το ένδικο μέσο. Εάν όμως δεν είναι διορισμένος και ως αντίκλητος με την έφεση ή με το άρθρο 96 ΚΠΔ δεν απαιτείται ούτε επιτρέπεται να του επιδοθεί αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου. Δεν υπάρχει ακυρότητα εκ του ότι καλείται να υποστηρίξει την έφεσή του, ενώ πρόκειται περί εφέσεως Εισαγγελέως. Δεν επικαλείται ότι υπάρχει και άλλη έφεση. Για να προβεί το Δικαστήριο στην μετατροπή της ποινής, πρέπει πρότερον να αιτιολογήσει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής. Δεν συνιστά αιτιολογία ότι δεν υπάρχει ΔΠΜ. Αναιρεί μόνο ως προς τη διάταξη της μετατροπής ποινής.




Αριθμός 946/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρίνα Ρεπούση, περί αναιρέσεως της ΑΤ3672/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1652/09.

Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής, και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ'άρθρον 96 παρ.1 ΚΠΔ ο διορισμός συνηγόρου του κατηγορουμένου ή άλλου διαδίκου γίνεται, επί λέξει α)με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά....ή β)με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ.2 εδαφ.β' και γ'. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν την συγκεκριμένη ποινική υπόθεση...., κατ'άρθρον δέ 465 παρ.1 ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου του που έχει εντολή κατά τους όρους του άνω άρθρου 96 παρ.1...και παρ. 2. Το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σε εκείνον που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση...Περαιτέρω κατ'άρθρον 155 παρ.1 ιδίου Κώδικος η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου από ποινικό ή δικαστικό επιμελητή....και παρ.2. Αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ.1 εδ.β'και γ' αρνήθηκαν να πάρουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου κατηγορουμένου...Εκ του συνδυασμού των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι ο νομίμως παραστάς συνήγορος κατά την συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο μπορεί μόνο να ασκήσει το ένδικο μέσο, όπως είναι και η έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, ενώ ούτος εάν δεν είναι διορισμένος, ή με την έφεση ή κατά το άνω άρθρο 96 αντίκλητος, δεν μπορεί ούτε επιτρέπεται, ούτε απαιτείται να του επιδοθεί αντίγραφο του θυροκολληθέντος κατά το άρθρο 155 εγγράφου, δια τον απουσιάζοντα εκ της κατοικίας του ενδιαφερόμενο κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται με τον σχετικό λόγο αναιρέσεως ότι, εφ'όσον την 13η Φεβρουαρίου 2009 του επεδόθη η κλήση, δια να παραστεί εις την κατά τη 11-5-2009 συζήτηση της εφέσεως , καθ'ήν εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ' αριθμ.ΑΤ.3672/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, διά θυροκολλήσεως, έπρεπε να επιδοθεί και εις την παραστάσα πρωτοδίκως συνήγορό του Μαρίνα Ρεπούση, η οποία είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του, εφ'όσον δε δεν εγένετο τούτο, επήλθε ακυρότης της κλήσεως στο ακροατήριο, η οποία δεν εκαλύφθη διότι ο κλητευθείς ούτω κατηγορούμενος δεν ενεφανίσθη στη δίκη και δεν προέβαλε εντεύθεν αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ουδόλως επικαλείται ο αναιρεσείων ότι η ανωτέρω παραστάσα πρωτοδίκως συνήγορός του είναι διορισμένη και αντίκλητός του, ώστε να επιδοθεί εις αυτήν και αντίγραφο της θυροκολληθείσης κλήσεως γι'αυτόν. Αυτά και πέραν του ότι η άνω κλήτευση του αναιρεσείοντος ως εκ περισσού έλαβε χώραν διότι, εις πάσαν περίπτωση, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι η συζήτηση κατά την δικάσιμο της 11-5-2009 εγένετο, κατόπιν της υπ'αριθμ.ΑΤ 3888/2007 αναβλητικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, παρόντος του κατηγορουμένου και συνεπώς, δεν απαιτείτο και κλήτευσή του (άρθρ.349 ΚΠΔ).
Ο αναιρεσείων, περαιτέρω, αιτιάται ότι η ανωτέρω επιδοθείσα κλήση για την δικάσιμο της 11-5-2009, αναφέρει ότι γίνεται "για να υποστηρίξει έφεσή του κατά της ΑΜ18301/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά", ενώ έπρεπε να αναφέρει ότι "ο σκοπός που έπρεπε να περιέχει η κλήση είναι η παράσταση του κατηγορουμένου στην άνω δίκη προς απόκρουση της εφέσεως του κ.Εισαγγελέα κατά της υπ'αριθμ.18301/2005 αποφάσεως", εντεύθεν δε η κλήση του είναι άκυρη. Η τοιαύτη αιτίαση και ο σχετικός λόγος ακυρότητος είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι ο αναιρεσείων εγνώριζε προς τι εκαλείτο στην άνω συνεδρίαση, εν όψει και της ως ανωτέρω ανεφέρθη προηγηθείσης, δια την ιδίαν υπόθεση, αναβλητικής αποφάσεως, δεν επικαλείται δε ότι υπήρχε ετέρα έφεση, ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι υπήρχε ετέρα τοιαύτη, η οποία (να) συνεζητείτο την ιδία ημέρα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, ώστε να του δημιουργείται σύγχυση περί του ποίαν έφεση καλείται να υποστηρίξει.
Κατ'άρθρον 99 παρ.1 Π.Κ. "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων". Εκ της διατάξεως αυτής σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο υποχρεούται και χωρίς αίτημα να ελέγξει την συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως εξ αυτής προκύπτει, επέβαλεν εις τον αναιρεσείοντα ποινή στερητική της ελευθερίας ενός (1) έτους (και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ) για παράβαση άρθρων 70, 71 Ν.998/1979. Την ανωτέρω, στερητική της ελευθερίας ποινή, κατωτέρα των δύο (2) ετών, μετέτρεψε προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, χωρίς, ήτοι, να ερευνήσει την συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής, με την εξής αιτιολογία : "ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΟ ΕΝΑ ΕΤΟΣ. ΕΠΕΙΔΗ-σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 του Π.Κ. "η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο". Εκ της διατάξεως αυτής, και δη εκ της απολύτου διατυπώσεως της προκύπτει ότι, επί περιοριστικής της ελευθερίας ποινής κατωτέρας του ενός έτους και εφ' όσον δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής αυτής κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ., πράγμα που υποχρεούται και αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει το Δικαστήριο (Α.Π. 410/2002 Ποιν.Δικ. 2002. 958, ΑΠ 1057/2001 ΠΧρ ΝΒ' 357), είναι υποχρεωτική η μετατροπή της σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Το ποσόν της μετατροπής κυμαίνεται, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου, μεταξύ πέντε (5) και πενήντα εννέα (59) ευρω, για τον ειδικότερο δε προσδιορισμό του λαμβάνεται υπ' όψιν η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει το ένα έτος ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσής της κατ' άρθρο 99 παρ. 1 του Π.Κ., αφού ούτε αντίγραφο του δελτίου ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου έχει επισυναφθεί στη δικογραφία, ούτε είναι δυνατό, λόγω της μη αυτοπρόσωπης εμφάνισής του στο ακροατήριο, να διαπιστωθεί, κατόπιν σχετικής του δηλώσεως, αν έχει ή όχι καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι (6) μηνών. Εν όψει τούτων, νόμιμη συντρέχει περίπτωση μετατροπής σε χρηματική της επιβληθείσης ποινής φυλάκισης. Λαμβανομένων δε υπ' όψιν και των οικονομικών όρων του κατηγορουμένου, το ποσό της μετατροπής πρέπει να ορισθεί σε δέκα (10) ευρώ ημερησίως." Όμως η άνω αιτιολογία δεν είναι η απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη, εκ των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αφού, όπως εις αυτήν αναφέρεται, δεν έγινε έρευνα προς διακρίβωση της συνδρομής ή μη των στοιχείων της αναστολής (ώστε να προκύψουν τα προς θεμελίωση της απορριπτικής της αναστολής κρίσεως τυχόν αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά). Δεν συνιστά δε αιτιολογία ότι καθίσταται ανέφικτη η διακρίβωση του ποινικού παρελθόντος του κατηγορουμένου, διότι λείπει το ΔΠΜ.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο σχετικός, τελευταίος λόγος της κρινομένης αιτήσεώς αναιρέσεως, ο οποίος ως εκτιμάται, αφορά τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ τοιούτον, της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας για την περί μετατροπής απόφαση, και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την περί μετατροπής της ποινής του αναιρεσείοντος διάταξή της αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων, οι οποίοι εκδίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ.ΑΤ 3672/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και δή μόνο κατά την διάταξή της περί μετατροπής της ποινής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω μέρος της στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαϊου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ