Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1435 / 2017    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απόρριψη, Αναιρέσεως λόγοι, Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Έξοδα.




Περίληψη:
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Λόγοι αναιρέσεως έλλειψη ειδικής
εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστι
ποινικής διατάξεως. Απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως γιατί υπό
επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των απόδειξε
από το Δικαστήριο της ουσίας Αβάσιμοι οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει
αναίρεση και επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα.
Διάσκεψη:





Αριθμός 1435/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήττα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αργυριάδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 850/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2015 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, οριζόταν ότι η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ίσχυαν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφερόταν στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονταν εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διωκόταν , ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείτο με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, με το οποίο, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού που όταν οφειλόταν καθιστούσε αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι, πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες, καθίσταντο πλέον ανέγκλητες αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερέβαινε το όριο του 1.000.000 δραχμών προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και το όριο των 2.000.000 δραχμών όταν επρόκειτο για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Η ίδια διάταξη αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχιζε από την 1- 1-2004 και ορίστηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνόδευε υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερέβαινε το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση (α), υπερέβαινε το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση (α), υπερέβαινε το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Η ίδια διάταξη τροποποιήθηκε εκ νέου με το άρθρο 3 παρ.1 του Ν. 3943/2011 ως εξής: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση (α), υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση (α), υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση (α), υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ...". Τέλος, η ίδια διάταξη τροποποιήθηκε εκ νέου με το άρθρο 20 του Ν. 4321/2015 ως εξής: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση (α), υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.ΟΎ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων ...".Τα ποσά των περιπτώσεων α και β της παρ.1 του ως άνω άρθρου αναπροσαρμόστηκαν σε 100.000 και 200.000 αντιστοίχως με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 . Κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, για κάθε πίνακα χρεών που υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δηλαδή, δεν πρόκειται, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα, για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος θεωρεί κυριαρχικά ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από την καθυστέρηση της καταβολής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α του Ν. 1882/1990 "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω β) για εταιρείες ομόρρυθμες ή ετερρόρυθμες, στους ομορρύθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους ...". Τέλος κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 "για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Ακόμη, η τυχόν άσκηση προσφυγής κατά του πίνακα βεβαίωσης και η συνεπεία αυτής αναστολή της καταβολής χρεών, δεν ασκεί καμία επιρροή στο αξιόποινο του ως άνω εγκλήματος, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος τρόπος άρσεως του αδίκου ή εξαλείψεως του αξιοποίνου του εν λόγω εγκλήματος. Κατά συνέπεια, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις ), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν το τελευταίο, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει τα πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της αποφάσεως. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο του εγκλήματος, όπως τη γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσο δόλο) ή σκοπό επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που δεν συμβαίνει στο έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 που τιμωρείται με φυλάκιση και είναι πλημμέλημα (άρθρο 18 Π.Κ), στο οποίο δεν χρειάζεται να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του δράστη, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή του και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 850/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το τελευταίο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ’ είδος αναφέρει, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσία κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "Επειδή, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, τα οποία βρίσκονται στη δικογραφία, καθώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 31/01/2010 έως 31/03/2012 με περισσότερες παράνομες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ενός και αυτού εγκλήματος πραγμάτωσε έγκλημα (πλημμέλημα) κατ’ εξακολούθηση που τιμωρείται κατά το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα ως διευθύνουσα σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας ... ΑΒΕΕ, με έδρα τη ..., με ατομικό ΑΦΜ ... και εταιρικό ΑΦΜ ... καθυστέρησε με πρόθεση να καταβάλλει βεβαιωμένα στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) χρέη προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000,00 €) και ειδικότερα κατά τον παραπάνω χρόνο, που περιγράφεται αναλυτικά κατωτέρω, καθυστέρησε να καταβάλλει χρέη προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα στη ..., συνολικού ποσού τριών εκατομμυρίων επτακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (3.775.480,62 €), συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων η προσαυξήσεων μέχρι και τις 18-9-2012 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους. Ειδικότερα δεν κατέβαλε (1) χρέος ποσού 11.409,66 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 8.485,49 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 2.924,17 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 17,413,03 ευρώ εκ του οποίου καταβλήθηκε, πριν την άσκηση ποινικής δίωξης το ποσό των 8.927,54 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό ...25-5-2009 βεβαίωση, αφορά εισόδημα ΝΠ, προσωρινή βεβαίωση από δήλωση, οικονομικού έτους 2009 και ήταν καταβλητέο σε 8 μηνιαίες δόσεις με αριθμό ληξιπρόθεσμο δόσεων 4 και με ημερομηνία λήξης της πρώτης εξ αυτών την 30-9-2009 και της τελευταίας την 31-12-2009, (2) χρέος ποσού 19.387,68 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 15.635,23 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 3.752,45 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 17.868,83 ευρώ εκ του οποίου καταβλήθηκε, πριν την άσκηση ποινικής δίωξης το ποσό των 2.233,60 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../25-5-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα ΝΠ, προσωρινή βεβαίωση από δήλωση, οικονομικού έτους 2010 και ήταν καταβλητέο σε 8 μηνιαίες δόσεις με αριθμό ληξιπρόθεσμο δόσεων 7 και με ημερομηνία λήξης της πρώτης εξ αυτών την 30-06-2010 και της τελευταίας την 31-12-2010, (3) χρέος ποσού 1.926,00 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 1.500,00 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 426,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 1.500,00 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../03-06-2010 βεβαίωση, αφορά πρόστιμο επιβολής διοικητικών κυρώσεων οικονομικού έτους 2009 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-7-2010, (4) χρέος ποσού 233.987,08 ευρώ, πού αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 194.989,23 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 38.997,85 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 194.989,23 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό ...24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή, μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (5) χρέος ποσού 198.461,75 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 165.384,79 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 33.076,96 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 165.384,79 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό ...24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή, μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (6) χρέος ποσού 77.278,54 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 64.398,18 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 12.879,36 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 194.989,23 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ, την 31-01-2011, (7) χρέος ποσού 7.998,70 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 6.665,58 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 1.333,12 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 10.652,624 ευρώ, εκ των οποίων καταβλήθηκε πριν την ποινική δίωξη το ποσό των 3.987,06 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό ...24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή, μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (8) χρέος ποσού 300,00 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 250,00 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 50,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 250,00 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά ΦΠΑ οικονομικού έτους 2003 προσφυγή και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (9) χρέος ποσού 300,00 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 250,00 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 50,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 250,00 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12- 2010 βεβαίωση, αφορά ΦΠΑ - (προσφυγή) οικονομικού έτους 2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (10) χρέος ποσού 300,00 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφαλαίο 250,00 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 50,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 250,00 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά ΦΠΑ - (προσφυγή) οικονομικού έτους 2005 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (11) χρέος ποσού 660.402,97 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 539.544,91 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 120.858,06 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 539.544,91 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά πρόστιμο ΚΒΧ, (προσφυγή), οικονομικού έτους 2003 και ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις με αριθμό ληξιπρόθεσμων δόσεων (2) με ημερομηνία λήξεως η πρώτη την 31-1-2011 και η τελευταία την 28-2-2011, (12) χρέος ποσού 1.917.332,60 ευρώ. που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 1,566.448,20 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 350.884,40 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 1.566.448,20 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, προσφυγή, οικονομικού έτους 2004 και ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις με αριθμό ληξιπρόθεσμων δόσεων (2) με ημερομηνία λήξεως η πρώτη την 31-1-2011 και η τελευταία την 28-2-2011, (13) χρέος ποσού 615.211,96 ευρώ που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 502.624,15 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 112.587,81 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 502.624,15 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά πρόστιμο ΚΒΣ (προσφυγή), οικονομικού έτους 2005 και ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις με αριθμό ληξιπρόθεσμων δόσεων (2) με ημερομηνία λήξεως η πρώτη την 31-1-2011 και η τελευταία την 28-2-2011, (14) χρέος ποσού 6.985,48 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 1.164,25 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 5.821,23 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα, προσφυγή, μη παρακρατούμενοι, οικονομικού έτους 2006 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-1-2011, (15) χρέος ποσού 2.606,17 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 2.171,81 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 434,36 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 2.171,81 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2007 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-1-2011, (16) χρέος ποσού 4.168,72 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 3.473,93 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 694,79 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 3.473,93 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή, μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2005 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-1-2011, (17) χρέος ποσού 11.341,96 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 10.357,96 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 984,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 21.544,56 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../17-08-2011 βεβαίωση, αφορά εισόδημα ΝΠ, προσωρινή βεβαίωση από δήλωση, οικονομικού έτους 2011 και ήταν καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις, με ληξιπρόθεσμες (4) εξ αυτών και με ημερομηνία λήξης της πρώτης ληξιπρόθεσμης την 31-10-2011 και της τελευταίας την 31-1-2012, (18) χρέος ποσού 4.151,92 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 3.844,37 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 307,55 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 7.688,75 ευρώ, εκ του οποίου καταβλήθηκε το ποσό των 3.844,38 ευρώ πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../30-9-2011 βεβαίωση, αφορά ΦΕΝ ρυθμ. Εκπρ. Δήλωση αρθ. 18 ν.4002/2011, οικονομικού έτους 2010 και ήταν καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις με ληξιπρόθεσμες (3) εξ αυτών και με ημερομηνία λήξης της πρώτης ληξιπρόθεσμης την 30-12-2011 και της τελευταίας την 29-2-2012, (19) χρέος ποσού 881,72 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 815,63 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 66,09 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 1.715,63 ευρώ, εκ του οποίου καταβλήθηκε το ποσό των 900,00 ευρώ πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../30-9-2011 βεβαίωση, αφορά ΦΕΝ ρυθμ. Εκπρ. Δήλωση αρθ. 18 ν.4002/2011, οικονομικού έτους 2010 και ήταν καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις με ληξιπρόθεσμες (3) εξ αυτών και με ημερομηνία λήξης της πρώτης ληξιπρόθεσμης την 30-12-2011 και της τελευταίας την 29-2-2012, (20) χρέος ποσού 390,71 ευρώ,, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 358,99 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 31,72 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 1.258,99 ευρώ, εκ του οποίου καταβλήθηκε το ποσό των 900,00 ευρώ πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../30-9-2011 βεβαίωση, αφορά ΦΕΝ ρυθμ. Εκπρ. Δήλωση αρθ. 18 ν.4002/2011, οικονομικού έτους 2010 και ήταν καταβλητέο σε πέντε μηνιαίες δόσεις με ληξιπρόθεσμες (2) εξ αυτών και με ημερομηνία λήξης της πρώτης ληξιπρόθεσμης την 30-12-2011 και της τελευταίας την 31-1-2012 και (21) χρέος ποσού 657,00 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 600,00 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 57,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 600,00 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../31-10-2011 βεβαίωση, αφορά εισφορές και τέλος επιτηδεύματος οικονομικού έτους 2011 και ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις, με ληξιπρόθεσμες (2) και με ημερομηνία λήξης της πρώτης ληξιπρόθεσμης την 30-11-2011 και της τελευταίας την 30-12-2011, ήτοι συνολικά δεν κατέβαλε το ποσό των 3.775.480,62 ευρώ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της κατ’ εξακολούθηση τέλεσης της πράξης μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι άσκησε προσφυγές κατά μερικών από τις ως άνω βεβαιώσεις χρεών, επί των οποίων δεν εκδόθηκαν τελεσίδικες αποφάσεις, δεν αναιρεί την ποινική της ευθύνη για την καθυστέρηση καταβολής των ως άνω οφειλών της, ούτε τον δόλο της προς τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείται, ο οποίος αποδείχθηκε χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς αυτόν στηριζόμενη απλώς στην άσκηση προσφυγών ή στην αναστολή εκτέλεσης λόγω της άσκησης αυτών των προσφυγών (αναφερόμενων κατά κύριο λόγο σε αιτιάσεις που αφορούν το τυπικό μέρος διοικητικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε προς είσπραξη των χρεών, ενώ η βασιμότητα όσων απ’ αυτούς αναφέρονται σε ουσιαστικά ζητήματα δεν αποδείχθηκε παντάπασι από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ώστε να προκύψει αμφιβολία για το δόλο της)". Στη συνέχεια, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, επί λέξει, του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 31/01/2010 έως 31/03/2012 με περισσότερες παράνομες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ενός και αυτού εγκλήματος πραγμάτωσε έγκλημα (πλημμέλημα) κατ’ εξακολούθηση που τιμωρείται κατά το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα, ως Διευθύνουσα σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας ... ΑΒΕΕ, με έδρα τη ..., με ατομικό ΑΦΜ ... και εταιρικό ΑΦΜ ... καθυστέρησε να καταβάλει βεβαιωμένα στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρέη προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000,00 €) και ειδικότερα κατά τον παραπάνω χρόνο, που περιγράφεται αναλυτικά στο συνημμένο πίνακα χρεών, καθυστέρησε να καταβάλλει χρέη προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα στη ..., συνολικού ποσού τριών εκατομμυρίων επτακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (3.775,480,62 €), συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι και τις 18-9-2012 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους. Ειδικότερα δεν κατέβαλε (1) χρέος ποσού 11.409,66 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 8.485,49 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 2.924,17 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 17.413,03 ευρώ εκ του οποίου καταβλήθηκε, πριν την άσκηση ποινικής δίωξης το ποσό των 8.927,54 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό ...25-5-2009 βεβαίωση, αφορά εισόδημα ΝΠ, προσωρινή βεβαίωση από δήλωση, οικονομικού έτους 2009 και ήταν καταβλητέο σε 8 μηνιαίες δόσεις με αριθμό ληξιπρόθεσμο δόσεων 4 και με ημερομηνία λήξης της πρώτης εξ αυτών την 30-9-2009 και της τελευταίας την 31 -12- 2009, (2) χρέος ποσού 19.387,68 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 15.635.23 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 3.752,45 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 17.868,83 ευρώ εκ του οποίου καταβλήθηκε, πριν την άσκηση ποινικής δίωξης το ποσό των 2.233,60 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό 2998/25-5-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα ΝΠ, προσωρινή βεβαίωση από δήλωση, οικονομικού έτους 2010 και ήταν καταβλητέο σε 8 μηνιαίες δόσεις με αριθμό ληξιπρόθεσμο δόσεων 7 και με ημερομηνία λήξης της πρώτης εξ αυτών την 30 -06-2010 και της τελευταίας την 31-12-2010, (3) χρέος ποσού 1.926,00 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 1.500,00 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 426,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 1.500,00 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../...2010 βεβαίωση, αφορά πρόστιμο επιβολής διοικητικών κυρώσεων οικονομικού έτους 2009 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 30-7-2010, (4) χρέος ποσού 233.987,08 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 194.989,23 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 38.997,85 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 194.989,23 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό ...24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή, μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (5) χρέος ποσού 198.461,75 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 165.384,79 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 33.076,96 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 165.384,79 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό ...24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή, μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2004 2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (6) χρέος ποσού 77.278,54 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 64.398,18 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 12.879,36 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 194.989,23 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή, μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (7) χρέος ποσού 7.998,70 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 6.665,58 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 1.333,12 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 10.652,624 ευρώ, εκ των οποίων καταβλήθηκε πριν την ποινική δίωξη το ποσό των 3.987,06 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό ...24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή, μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (8) χρέος ποσού 300,00 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 250,00 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 50,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 250,00 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά ΦΠΑ οικονομικού έτους 2003 (προσφυγή) και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (9) χρέος ποσού 300,00 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 250,00 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 50,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 250,00 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά ΦΠΑ (προσφυγή) οικονομικού έτους 2004 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (10) χρέος ποσού 300,00 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 250,00 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 50,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 250,00 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά ΦΠΑ-προσφυγή οικονομικού έτους 2005 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-01-2011, (11) χρέος ποσού 660.402,97 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 539.544,91 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 120.858,06 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 539.544,91 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά πρόστιμο ΚΒΣ (προσφυγή) οικονομικού έτους 2003 και ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις με αριθμό ληξιπρόθεσμων δόσεων (2) με ημερομηνία λήξεως η πρώτη την 31-1-2011 και η τελευταία την 28-2-2011, (12) χρέος ποσού 1.917.332,60 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 1.566.448,20 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 350.884,40 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 1.566.448,20 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, προσφυγή, οικονομικού έτους 2004 και ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις με αριθμό ληξιπρόθεσμων δόσεων (2) με ημερομηνία λήξεως η πρώτη την 31-1-2011 και η τελευταία την 28-2-2011, (13) χρέος ποσού 615.211,96 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 502.624,15 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 112.587,81 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 502.624,15 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά πρόστιμο ΚΒΣ, προσφυγή, οικονομικού έτους 2005 2005 και ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις με αριθμό ληξιπρόθεσμων δόσεων (2) με ημερομηνία λήξεως η πρώτη την 31-1-2011 και η τελευταία την 28-2-2011, (14) χρέος ποσού 6.985,48 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 5.821,23 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 1.164,25 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 5.821,23 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή, μη παρακρατούμενοι) οικονομικού έτους 2006 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-1 2011, (15) χρέος ποσού 2.606,17 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 2.171,81 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 434,36 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 2.171,81 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά εισόδημα (προσφυγή, μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2007 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-1-2011, (16) χρέος ποσού 4.168,72 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 3.473,93 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 694,79 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 3.473,93 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../24-12-2010 βεβαίωση, αφορά? εισόδημα (προσφυγή, μη παρακρατούμενοι), οικονομικού έτους 2005 και ήταν καταβλητέο εφάπαξ την 31-1-2011, (17) χρέος ποσού 11,341,96 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 10.357,96 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 984,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 21.544,56 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../17-08-2011 βεβαίωση, αφορά εισόδημα ΝΠ, προσωρινή βεβαίωση από δήλωση, οικονομικού έτους 2011 και ήταν καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις με ληξιπρόθεσμες (4) εξ αυτών και με ημερομηνία λήξης της πρώτης ληξιπρόθεσμης την 31-10-2011 και της τελευταίας την 31-1-2012, (18} χρέος ποσού 4.151,92 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 3.844,37 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 307,55 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 7.688,75 ευρώ, εκ του οποίου καταβλήθηκε το ποσό των 3,844,38 ευρώ πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../30-9-2011 βεβαίωση, αφορά ΦΕΝ ρυθμ. Εκπρ. Δήλωση αρθ. 18 ν.4002/2011, οικονομικού έτους 2010 και ήταν καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις με ληξιπρόθεσμες {3} εξ αυτών και με ημερομηνία λήξης της πρώτης ληξιπρόθεσμης την 30-12-2011 και της τελευταίας την 29-2-2012, (19) χρέος ποσού 881,72 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 815,63 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 66,09 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 1.715,63 ευρώ, εκ του οποίου καταβλήθηκε το ποσό των 900,00 ευρώ πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../30-9-2011 βεβαίωση, αφορά ΦΕΝ ρυθμ. Εκπρ. Δήλωση αρθ. 18 ν.4002/2011, οικονομικού έτους 2010 και ήταν καταβλητέο σε έξι μηνιαίες δόσεις με ληξιπρόθεσμες {3} εξ αυτών και με ημερομηνία λήξης της πρώτης ληξιπρόθεσμης την 30-12-2011 και της τελευταίας την 29-2-2012, (20) χρέος ποσού 390,71 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 358,99 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 31,72 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 1.258,99 ευρώ, εκ του οποίου καταβλήθηκε το ποσό των 900,00 ευρώ πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../30-9-2011 βεβαίωση, αφορά ΦΕΝ ρυθμ. Εκπρ. Δήλωση αρθ. 18 ν.4002/2011, οικονομικού έτους 2010 και ήταν καταβλητέο σε πέντε μηνιαίες δόσεις με ληξιπρόθεσμες (2) εξ αυτών και με ημερομηνία λήξης της πρώτης ληξιπρόθεσμης την 30-12-2011 και της τελευταίας την 31-1-2012 και (21) χρέος ποσού 657,00 ευρώ, που αποτελείται από ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 600,00 ευρώ και συνεισπραττόμενα εκ ποσού 57,00 ευρώ, με αρχική βεβαίωση εκ ποσού 600,00 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την με αριθμό .../31-10-2011 βεβαίωση, αφορά εισφορές και τέλος επιτηδεύματος οικονομικού έτους 2011 και ήταν καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις με ληξιπρόθεσμες (2) και με ημερομηνία λήξης της πρώτης ληξιπρόθεσμης την 30-11-2011 και της τελευταίας την 30-12-2011, ήτοι συνολικά δεν κατέβαλε το ποσό των 3.775.480,62 ευρώ". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ και ήδη των 200.000 ευρώ ( άρθρα 20 του Ν. 4321/2015 και 8 του Ν. 4337/2015), για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην οικεία ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1888/1990 που εφαρμόσθηκε, όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν.3220/2004, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ακόμη, στην απόφαση προσδιορίζεται η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών σε βάρος της αναιρεσείουσας, το είδος και το ύψος των χρεών, ο χρόνος βεβαιώσεώς τους, ο τρόπος πληρωμής τους (δόσεις ή εφάπαξ) και ο χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από την υπόχρεη αναιρεσείουσα, ενώ προσδιορίζεται και η ιδιότητά της ως Διευθύνουσας Συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε", τόσο κατά το χρόνο γέννησης των χρεών, όσο και κατά το χρόνο της βεβαιώσεώς τους, υπό την οποία ιδιότητά της ήταν υπεύθυνη για την καταβολή των βεβαιωμένων χρεών κατά το άρθρο 25 παρ. 2 του Ν 1882/1990 και την οποία ιδιότητά της, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αμφισβήτησε. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, λεκτέα τα εξής: 1) Ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα έπαυσε λόγω παραιτήσεώς της από τη θέση της Διευθύνουσας Συμβούλου της "ΑΒΕΕ ..." στις 16-4-2010, παρά ταύτα τη θεωρεί υπεύθυνη για τα βεβαιωθέντα χρέη της "ΑΒΕΕ ..." από 1-1-2010 μέχρι 31-3-2012, αφού πουθενά στις προδιαληφθείσες παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχεται ότι η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε και έπαυσε να είναι Διευθύνουσα Σύμβουλος της "ΑΒΕΕ ..." από 16-4-2010, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι αβάσιμος. 2) Ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε κατ’ εξακολούθηση έγκλημα και όχι ένα έγκλημα που αφορούσε το συνολικό ποσό των χρεών προς το δημόσιο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 98 του Π.Κ. είναι επίσης αβάσιμος, αφού από τις παραδοχές του δικαστηρίου, παρά το ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε κατ’ εξακολούθηση το έγκλημα, προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε τέλεση όχι κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, αλλά ενός και μόνο ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, για την θεμελίωση του οποίου έλαβε υπόψη το άθροισμα όλων των χρεών του πίνακα, όπως προβλέπει το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, και κατά συνέπεια ότι δεν εφάρμοσε το άρθρο 98 του Π.Κ. αλλά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε, το οποίο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. 3) Ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία δέχθηκε οφειλή της από ΦΠΑ ύψους 300 ευρώ ενώ προσκομίστηκε εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ ότι δεν χρωστούσε, ανεξάρτητα από το ότι όπως προαναφέρθηκε η αμφισβήτηση χρέους που περιλαμβάνεται στον πίνακα χρεών δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή στην στοιχειοθέτηση του εγκλήματος και του αξιοποίνου της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. 4) Ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το σκέλος του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς αιτιολογία δέχθηκε την ενοχή της αναιρεσείουσας ενώ εκκρεμούσαν προσφυγές της κατά των χρεών της προς το δημόσιο στα διοικητικά δικαστήρια και ζητήθηκε η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως μέχρι εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως επί των προσφυγών της, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι αβάσιμος, αφού, ανεξάρτητα από το ότι, όπως προαναφέρθηκε, η άσκηση προσφυγής κατά του πίνακα βεβαίωσης των χρεών και η συνεπεία αυτής αναστολή της καταβολής των χρεών δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή επί της στοιχειοθετήσεως και του αξιοποίνου του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε αίτημα αναβολής επειδή εκκρεμούσαν προσφυγές της αναιρεσείουσας στα διοικητικά δικαστήρια, ενώ κατά το σκέλος του ότι δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο δόλος της αναιρεσείουσας είναι επίσης αβάσιμος, αφού όπως προαναφέρθηκε στο πλημμέλημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο δεν χρειάζεται να αιτιολογείται ιδιαίτερα ο δόλος του κατηγορουμένου. 5) Ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το ότι η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε και έπαυσε να είναι Διευθύνουσα Σύμβουλος της "ΑΒΕΕ ..." από 10-4-2010, στηρίζεται επίσης επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι αβάσιμος, αφού πουθενά στις προδιαληφθείσες παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχεται ότι η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε και έπαυσε να είναι Διευθύνουσα Σύμβουλος της "ΑΒΕΕ ..." από 16-4-2010, αλλ’ ούτε και από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα τέτοιος ισχυρισμός. Και 6) Ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως ότι το δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δεν δέχθηκε αυτεπάγγελτα ότι είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως που τέλεσε η αναιρεσείουσα με παραγραφή και δεν έπαυσε οριστικά την εναντίον της ποινική δίωξη είναι αβάσιμος, αφού από τις παραδοχές του δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε τέλεση ενός και μόνο ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, για την θεμελίωση του οποίου κατά το νόμο λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα των χρεών του πίνακα, προκειμένου να κριθεί εάν αυτό υπερβαίνει κάθε φορά το ποσοτικό όριο, πέραν του οποίου η πράξη είναι αξιόποινη, και όχι κάθε μεμονωμένο χρέος, τα οποία (μεμονωμένα χρέη) στην περίπτωση αυτή χάνουν την αυτοτέλειά τους και κατά συνέπεια, αφού δέχεται στις προαναφερθείσες παραδοχές του ότι ο πίνακας χρεών συντάχθηκε στις 18-9-2012, ως εκ του χρόνου που το συνολικό χρέος κατέστη απαιτητό, δηλαδή τέσσερις μήνες μετά την σύνταξη του πίνακα, δεν είχε παρέλθει οκταετία όταν δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στις 10-3-2015 και δεν είχε εξαλειφθεί με παραγραφή το αξιόποινο της πράξης της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο που τέλεσε η αναιρεσείουσα και το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ. και 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως το τελευταίο ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004.
Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αφού όλοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι απορριπτέοι και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2015 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως της Μ. Σ. του Δ., η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16-9-2015, για αναίρεση της 850/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ