Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1362 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Πλαστογραφία, Συναυτουργία, Νομίμου βάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Έννοια συναυτουργίας. ’ρθρο 45 ΠΚ. Πλαστογραφία. Πότε από κοινού; Δεν απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών εκάστου των συναυτουργών. Δεν δημιουργείται έλλειψη νομίμου βάσεως από την μη εξειδίκευση αυτών των ενεργειών. Ολ. ΑΠ 50/1990. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1362/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο, για αναίρεση της με αριθμό 1721/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.

Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 266/2009.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 του Π.Κ. για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας ή της αποδεικτικής του δυνάμεως με μεταβολή του περιεχομένου με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του υπαιτίου, που ενέχει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη επί πλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπός του δράστη με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευομένου δικαιώματος. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς ν' απαιτείται και να λάβει πραγματικά γνώση του εν λόγω εγγράφου ή και να παραπλανηθεί απ' αυτό ο τρίτος. Από τη διάταξη δε του άρθρου 45 του Π.Κ. που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως" προκύπτει ότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος (Ολ.ΑΠ 50/1990). Είναι δε δυνατή η συναυτουργία περισσοτέρων προσώπων στην κατάρτιση πλαστού ή τη νόθευση εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός των συναυτουργών αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Τέλος η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία είναι αναγκαία όχι μόνο για την περί ενοχής ή αθωότητος του κατηγορουμένου κρίση του δικαστηρίου, αλλά και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, εκείνους, δηλαδή, οι οποίοι προβάλλονται κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας, έχουν προβληθεί κατά τρόπον ορισμένο και σαφή και έχουν αναπτυχθεί προφορικά? άλλως, εάν δηλαδή πρόκειται περί αρνητικών ισχυρισμών της κατηγορίας, μη όντων, ήτοι, αυτοτελών, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και δη το σκεπτικό αυτής, υπ' αριθμ. 1721/2008 του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, και δή "την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά" - λόγος για απολογία του κατηγορουμένου δεν έγινε, διότι ούτος παρέστη δια πληρεξουσίου - (εδέχθη) τα εξής περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 20-8-2001 έως τέλη Σεπτεμβρίου 2001, ενεργώντας από κοινού με τον αποβιώσαντα αδελφό του Χ1, είχαν στην κατοχή τους λευκές και ασυμπλήρωτες ως προς όλα τα στοιχεία τους τις υπ. αριθ. ... και ...επιταγές της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος επί του υπ' αριθ. ... λογαριασμού της μηνύτριας Μ1. Η τελευταία είχε παραδώσει τις επιταγές αυτές στον κατηγορούμενο ως εγγύηση για δάνειο 200.000 δραχμών που της είχε χορηγήσει. Ο κατηγορούμενος χωρίς τη συναίνεση της μηνύτριας συμπλήρωσαν τις επιταγές με ημερομηνίες ... και ... αντίστοιχα, με τόπο έκδοσης την ..., με χρηματικά ποσά 2.400.000 δραχμές και 3.450.000 δραχμές αντίστοιχα και με δικαιούχο την εδρεύουσα στην Ορεστιάδα εταιρεία του με την επωνυμία "ΑΓΡΟΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.". Στη συνέχεια έθεσε αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα την υπογραφή της στη θέση του εκδότη. Έπραξε δε αυτό για να παραπλανήσει με τη χρήση τους κάθε καλόπιστο τρίτο συναλλασσόμενο σχετικά με το γεγονός της νόμιμης έκδοσης των επιταγών. Εν τέλει έκανε και χρήση των πλαστογραφημένων επιταγών μεταβιβάζοντας τις με οπισθογράφηση στον Ο1. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι : "Κατά το χρονικό διάστημα από 20.8.2001 έως τέλη Σεπτεμβρίου 2001 ενεργώντας από κοινού με τον αποβιώσαντα αδελφό του Χ1 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκαναν χρήση του εγγράφου αυτού και συγκεκριμένα, ενώ είχαν στην κατοχή τους λευκές και ασυμπλήρωτες καθόλα τα στοιχεία τους τις υπ' αριθμ.... και ... επιταγές της Εθνικής Τράπεζας Eλλάδος επί του υπ'αριθμ. ... λογαριασμού της εγκαλούσας Μ1, η οποία τις είχε παραδώσει στον πρώτο εξ αυτών Χ1 ως εγγύηση για δάνειο ποσού 200.000 δραχμών που της είχαν χορηγήσει, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού, αφού χωρίς την συναίνεση της ανωτέρω εγκαλούσας τις συμπλήρωσαν με ημερομηνίες 31-9-2001 και 20.8.2001 αντίστοιχα, με τόπο έκδοσης την ..., με χρηματικά ποσά 2.400.00 δραχμές και 3.450.000 δραχμές αντίστοιχα και με πρόσωπο του εις διαταγήν δικαιούχου τους την υπ' αυτών εκπροσωπούμενη και εδρεύουσα στην Ορεστιάδα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε." ακολούθως έθεσαν, χωρίς την συναίνεση της εγκαλούσας, κατ' απομίμηση την υπογραφή της στη θέση της υπογραφής του εκδότη αυτών, στην πράξη τους δε αυτή προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση των ανωτέρω επιταγών κάθε καλόπιστο τρίτο συναλλασσόμενο σχετικά με το γεγονός της νόμιμης έκδοσης τους για τα ανωτέρω χρηματικά ποσά εις διαταγήν της ανωτέρω εταιρείας τους, ακολούθως δε έκαναν χρήση των ανωτέρω πλαστογραφημένων επιταγών μεταβιβάζοντας τις με οπισθογράφηση στον Ο1". Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην ανωτέρω απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω πράξεως, για την οποία και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα άνω περιστατικά καθώς και τους συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 Π.Κ., την οποίαν ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να καταστήσει ανέφικτο τον έλεγχο από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα εκτίθεται σ' αυτήν με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό η κατά συναυτουργίαν, από τον αναιρεσείοντα και τον ήδη αποβιώσαντα αδελφό του, τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, με την παραδοχή ότι από κοινού κατείχαν τις επίμαχες λευκές επιταγές και τις συμπλήρωσαν χωρίς δικαίωμα με την θέση της υπογραφής της μηνυτρίας εταιρίας ως εκδότου, δηλαδή (αναφέρονται) οι ενέργειες αυτών που συνιστούν συμμετοχή των υπό την ανωτέρω μορφή (της συναυτουργίας), ο σκοπός της παραπλανήσεως με την χρήση των, για το ότι οι επιταγές έχουν εκδοθεί νομίμως ως και η χρήση αυτών με την δι' οπισθογραφήσεως μεταβίβασή των. Επίσης το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε "μη αυτοτελείς" ισχυρισμούς, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο αναιρεσείων στην αναίρεσή του τους χαρακτηρίζει ούτω, και δη στο ότι δεν έχει τελέσει το αδίκημα, εφ' όσον πρόκειται περί αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού και όχι αυτοτελούς τοιούτου.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι, μόνοι της κρινομένης αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καί εκ πλαγίου παραβάσεως ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εντεύθεν και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 4 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.721/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή