Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 717 / 2015    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Κυριότητα.




Περίληψη:
Διεκδικητική αγωγή, παράγωγος, πρωτότυπος τρόπος κτήσης κυριότητας Λόγοι αναίρεσης από αρ19,8,11γ άρθρου 559 ΚΠολΔ




Αριθμός 717/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. χήρας Κ. Π., το γένος Π. Π., 2)Γ. Π. του Κ., 3)Β. θυγ. Κ. Π., κατοίκων ... 4)Μ. θυγ. Κ. Π., κατοίκου ... και 5)Μ. συζ. Π. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φαλαγκαράκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. συζ. Κ. Β., το γένος ..., 2) Α. συζ. Ι. Β., το γένος Π. Β., κατοίκων ..., 3)Α. χήρας Ν. Β., το γένος Π. Κ., 4)Γ. συζ. Ν. Γ., το γένος Ν. Β. 5) Ε. συζ. Δ. Δ., το γένος Δ. Β., 6)Ε. συζ. Ι. Φ., το γένος Ν. Β., 7)Ε. Β. του Ν., 8) Π. Β. του Ν., 9)Μ. Β. του Ν., κατοίκων ... 10)Μ. Β. του Δ. και 11)Ε. συζ. Γ. Κ. το γένος Δ. Β., κατοίκων ..., ως κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου Δ. Β.. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπακωνσταντίνου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-1988 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης, 6ης, 7ου, 8ου, 9ου των αναιρεσιβλήτων και του αρχικού διαδίκου Δ. Β., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2002 μη οριστική, 50/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 181/2010 του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-4-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 1041 και 1042 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο πράγμα ακίνητο για μία δεκαετία γίνεται κύριος αυτού (με τακτική χρησικτησία). Η δεκαετία αρχίζει από τότε που μεταγράφηκε ο τίτλος. Έτσι, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται νόμιμος τίτλος, ήτοι τρόπος κτητικός της κυριότητας που φέρει όλα τα εξωτερικά για το κύρος του αναγκαία στοιχεία, πλην όμως είναι ελαττωματικός, διότι έχει έλλειψη η οποία εμποδίζει κατά νόμο την κτήση κυριότητας, όπως είναι, μεταξύ άλλων, και η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, ως και η απαγόρευση εκποιήσεως αυτού. Επιπλέον απαιτείται, επί την δεκαετία νομή και καλή πίστη, τουτέστι πεποίθηση του δικαιούχου (νομέως), η οποία να μην οφείλεται σε βαριά αμέλεια αυτού, ότι με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η οποία καλή πίστη πρέπει κατά το άρθρ. 1044 ΑΚ, να υπάρχει κατά τον χρόνο αποκτήσεως της νομής. Είναι δε αδιάφορο αν η πλάνη ή η άγνοια του - από την οποία προέρχεται η πεποίθηση - στρέφεται περί τα πραγματικά γεγονότα ή περί τον νόμο και την έννοια αυτού, αρκεί να μην οφείλεται σε βαρεία αμέλεια. Στον υπολογισμό της δεκαετίας ο νομέας δικαιούται, κατ’ άρθρο 1051 ΑΚ, να προσμετρήσει στο χρόνο νομής αυτού και τον χρόνο νομής του προκατόχου του, με την προϋπόθεση ότι και αυτή ασκήθηκε με τα αυτά προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, ήτοι ουσιαστικά και με καλή πίστη, διότι η νομή και ο νόμιμος τίτλος ούτως ή άλλως υπάρχουν, εφόσον πρόκειται περί διαδοχής.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ’ την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε μεταξύ άλλων και τα εξής:
Ο πρώτος αρχικώς εναγόμενος, Κ. Π., ο οποίος είχε χρηματίσει και Δήμαρχος Πολιχνίτου κατά το παρελθόν, αγόρασε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, με τίμημα 15.000 δρχ., από τον Ε. Κ., στις 9.2.1972, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...9.2.1972 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πολιχνίτου Λέσβου Κ. Κωφόπουλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πολιχνίτου Λέσβου, στον τόμο…και με αύξοντα αριθμό ..., ένα τμήμα διηρημένο 345 στρεμμάτων περίπου από ένα βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Σταυρού Νομού Λέσβου, εκτάσεως 352,5 περίπου στρεμμάτων, ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλασσον, που συνορεύει ολόγυρα με κτήματα αδελφών Τ., παραλιακό δρόμο, κορυφογραμμή (κοινώς συγχωρεμένο) και δημόσιο δρόμο προς .... Το διηρημένο αυτό τμήμα των 345 στρεμμάτων που κείται, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο, προς Δύση, συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησία αδελφών Τ., με πρόσοψη επί της παραλιακής οδού 750 μέτρων, με υπόλοιπο του ίδιου του πωλητή 7,5 περίπου στρεμμάτων και κορυφογραμμής (κοινώς συγχωρεμένου), με βάθος (του τμήματος τούτου) από της παραλίας μέχρι της κορυφογραμμής 400 μέτρων ή όσο και αν είναι. Η δε δεύτερη των αρχικώς εναγομένων Μ. συζ. Π. Κ., αγόρασε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, με τίμημα 4.000 δρχ., από τον Ε. Κ., την ίδια ημέρα, ήτοι στις 9.2.1972, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...9.2.1972 συμβολαίου αγοραπωλησίας του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πολιχνίτου Λέσβου, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό ..., ένα τμήμα διηρημένο εκτάσεως 5 στρεμμάτων από ένα βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Σταυρού Νομού Λέσβου, εκτάσεως 7,5 στρεμμάτων (υπόλοιπο της ως άνω μείζονος εκτάσεως μετά την πώληση των 345 στρεμμάτων στον Κ. Π., δυνάμει του προαναφερθέντος με αριθμό ...9.2.1972 συμβολαίου), ο οποίος συνορεύει ολόγυρα με κτήματα Κ. Π. από δύο πλευρές, με παραλιακή οδό και πέραν αυτής με θάλασσα και με δρόμο δημόσιο που οδηγεί προς το .... Το ως άνω διηρημένο τμήμα των 5 στρεμμάτων, που κείται προς τη δυτική πλευρά του ευρύτερου ακινήτου των 7,5 στρεμμάτων, έχει πρόσωπο επί της παραλιακής οδού 100 μέτρων και βάθος 50 μέτρων και συνορεύει ανατολικά με υπόλοιπο του ιδίου του πωλητή (εκτάσεως περίπου 2,5 στρεμμάτων, το οποίο εμπεριέχει και έναν οικίσκο), δυτικά και βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Π. και νότια με δρόμο παραλίας και πέραν αυτού με θάλασσα. Στα ανωτέρω συμβόλαια αγοραπωλησίας, με τα οποία ο δικαιοπάροχος των αρχικώς εναγομένων φέρεται ότι μεταβιβάζει σ’ αυτούς τα δύο ως άνω διηρημένα τμήματα, τα οποία μαζί αποτελούν το επίδικο, δήλωσε ενώπιον του συμβολαιογράφου ότι τύγχανε αποκλειστικά κύριος του επιδίκου. Δήλωσε, επίσης, υπεύθυνα ότι το επίδικο περιήλθε σ’ αυτόν με άτυπη δωρεά, είκοσι πέντε και πλέον χρόνια πριν από τη σύνταξη των εν λόγω συμβολαίων, ήτοι του έτους 1947, από τον Ι. Α., κάτοικο ..., και ότι έκτοτε το κατέχει, νέμεται και κυριεύει συνεχώς, αδιαταράκτως και άνευ εναντιώσεως ουδενός, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, προσαρτήθηκαν δε και μνημονεύονται ρητά, προκειμένου να πιστοποιηθούν τα ανωτέρω γεγονότα, δηλαδή της άτυπης δωρεάς από το 1947 και των ασκηθεισών έκτοτε πράξεων νομής του δικαιοπαρόχου των αρχικώς εναγομένων, στο μεν συμβόλαιο του πρώτου αρχικώς εναγομένου, ένα πιστοποιητικό (χρησικτησίας), που φέρει αριθμό …1972, του τότε Προέδρου της Κοινότητας Σταυρού Λέσβου, χωρίς να αναφέρεται στο συμβόλαιο το όνομα του τελευταίου, στο δε συμβόλαιο της δεύτερης αρχικώς εναγόμενης ένα πιστοποιητικό (χρησικτησίας), που φέρει αριθμό …1972, του ιδίου Προέδρου, πάλι χωρίς αναφορά του ονόματος του. Οι εναγόμενοι (εκκαλούντες) βεβαίως, παρότι έχουν προσκομίσει πληθώρα άλλων βεβαιώσεων, δηλώσεων και πιστοποιητικών Προέδρων Κοινοτήτων και ιδιωτών, δεν προσκομίζουν τα άνω πιστοποιητικά, προσκομίζουν όμως οι ενάγοντες (εφεσίβλητοι) το πρώτο εξ αυτών (υπ’ αριθμ. …1972), το οποίο εκδόθηκε στις 6.2.1972 από τον σύζυγο της δεύτερης των αρχικώς εναγομένων Π. Κ., τότε Πρόεδρο της Κοινότητας Σταυρού. Περαιτέρω, οι αρχικώς εναγόμενοι, με τις από 20.2.1989 προτάσεις τους που κατέθεσαν κατά την πρώτη συζήτηση, ισχυρίστηκαν ότι αγόρασαν το επίδικο από τον Ε. Κ. που έγινε κύριος αυτού από το έτος 1955, όταν το απέκτησε με άτυπη παραχώρηση από τον Ι. Α., με το από 6 Σεπτεμβρίου 1955 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως, και κατά την παρούσα συζήτηση. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, το οποίο φέρεται ότι συντάχθηκε στο ... την ως άνω ημερομηνία, ο Ι. Α. του Δ., κάτοικος ..., πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στον άμεσο δικαιοπάροχο τους Ε. Κ., με τίμημα 4.000 δρχ., το επίδικο, ήτοι "τον εις θέσιν ... ή ... άμμος βοσκότοπο του της περιφέρειας Κοινότητας Βρίσας, όσης εκτάσεως και αν είναι, ο οποίος συνορεύει ανατολικά με όμοιο Ν. Τ., νότια με θάλασσα, δυτικά με Κ. Τ. και βόρεια, με έκταση καλούμενη ...". Από όλα τα ανωτέρω καταδεικνύεται ότι το επικαλούμενο από τους αρχικώς εναγόμενους ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρεται ότι συντάχθηκε το 1955 δεν υπήρχε κατά το έτος 1972 που συντάχθηκαν τα συμβόλαια αγοράς του επιδίκου απ’ αυτούς, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο άμεσος δικαιοπάροχος τους Ε. Κ., ο οποίος θα έπρεπε λογικά να γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επί του επιδίκου, δήλωσε υπεύθυνα, ενώπιον του συμβολαιογράφου, ότι το επίδικο περιήλθε σ’ αυτόν με άτυπη δωρεά, εικοσιπέντε και πλέον χρόνια πριν από τη σύνταξη των εν λόγω συμβολαίων (ήτοι προ του έτους 1947), προσκόμισε δε περί τούτων και τα προαναφερθέντα πιστοποιητικά χρησικτησίας, τα οποία εκδόθηκαν από τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας Σταυρού, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, ετύγχανε και σύζυγος της δεύτερης των αρχικώς εναγομένων και πιστοποιούσε όλα τα ανωτέρω γεγονότα. Είναι δε προφανέστατο ότι τα πιστοποιητικά αυτά χρησιμοποιήθηκαν τότε (1972) για την κατάρτιση των ως άνω συμβολαίων, δηλαδή τη δημιουργία τίτλων για τους αρχικώς εναγόμενους, ενώ το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο γίνεται αναφορά για πώληση του επιδίκου από τον Α. προς τον άμεσο δικαιοπάροχο τους και μάλιστα το έτος 1955, εμφανίζεται το πρώτον μετά την άσκηση της αγωγής (1988). Επισημαίνεται εδώ ότι, όπως προκύπτει από το από 10.2.1989 πιστοποιητικό ιδιοκτησίας της υποθηκοφύλακος Πλωμαρίου, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του Δ. Β., από έρευνα των βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου ο Ι. Α. του Δ. και ο Δ. Α. του Γ., δεν φέρονται ιδιοκτήτες του επιδίκου. Σημειώνεται δε ακόμη ότι η αγορά του επιδίκου βοσκοτόπου αποτέλεσε θέμα που απασχόλησε έντονα την τοπική κοινωνία, όπως προκύπτει από μονόστηλο δημοσίευμα, με τίτλο "Π. Κ…", στη σελίδα … της τοπικής εφημερίδας "...", στο φύλλο της 8ης Αυγούστου 1985, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο πρώτος αρχικώς εναγόμενος αγόρασε το επίδικο ("παραθαλάσσιο κτήμα") σε εξευτελιστική τιμή από κάποιο βοσκό, ο οποίος δεν είχε τίτλους, και ότι για να το αγοράσει αυτός πείστηκε ο τότε Πρόεδρος του Σταυρού να παραχωρήσει βεβαίωση χρησικτησίας, αφού του παραχωρήθηκε σαν ανταμοιβή και σχετική έκταση από το κτήμα. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο φερόμενος ως άμεσος δικαιοπάροχος των αρχικώς εναγομένων Ε. Γ. Κ., ο οποίος είναι βοσκός και έχει το παρατσούκλι "Ζ.", ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις νομής επί του επιδίκου από το έτος 1955 μέχρι τις 9.2.1972 που μεταβίβασε αυτό, με τα προμνημονευθέντα συμβόλαια, ένεκα πωλήσεως στους αρχικώς εναγόμενους και συνεπώς, ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επ’ αυτού με πρωτότυπο τρόπο. Αντιθέτως, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, το επίδικο νέμονταν κατά το ως άνω χρονικό διάστημα οι τρεις πρώτοι αρχικώς ενάγοντες και ο δικαιοπάροχος των λοιπών αρχικώς εναγόντων Ν. Β., ενώ ο Ε. Κ. μίσθωνε ένα κτήμα γειτονικό προς το επίδικο που βρίσκεται στα ανατολικά αυτού και ήταν πρώην ιδιοκτησία του Π. Α. (και ήδη Τ., ο οποίος είναι κληρονόμος του Π. Α.), εντός του οποίου (γειτονικού κτήματος), όπως αποδείχθηκε, και όχι εντός του επιδίκου, υπάρχει ένα παλιό λιθόκτιστο κτίσμα (" ντάμι"), το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς των αρχικώς εναγομένων, οι οποίοι αποδείχθηκαν αβάσιμοι, χτίστηκε από τον δικαιοπάροχο τους εντός του επιδίκου. Ο Κ., συνεπώς, εκμεταλλευόταν το άνω γειτονικό κτήμα, και όχι το επίδικο. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι οι αρχικώς εναγόμενοι άρχισαν να ασκούν πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου ακινήτου μετά τη σύνταξη των προαναφερθέντων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων (1972), και συνέχισαν μέχρι το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής (25-10-1988), οι πράξεις δε αυτές ήταν πιο αραιές το πρώτο διάστημα μετά την αγορά του επιδίκου, όπως καταθέτει σχετικά και ο μάρτυρας των εναγομένων Β. Σ. ("την εποχή που αγόρασε ο Π. το κτήμα δεν νομίζω ότι ερχόταν στο κτήμα γιατί τι θα έκανε. Δεν υπήρχε καμιά παραγωγή στο κτήμα για να πάει. Περνούσε από το δρόμο Σταυρού - ... και ερχότανε στο χωριό ... και μόνο το έβλεπε") και πύκνωσαν σταδιακά, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, προϊόντος του χρόνου, και ιδίως κατά το έτος 1987. Ειδικότερα, αμφότεροι των εναγομένων πωλούσαν ποσότητες άμμου που υπάρχει στις αμμώδεις εκτάσεις του επιδίκου που βρίσκονται σε επαφή με τον παραλιακό δρόμο (νότια), ή έδιναν άδεια σε κατοίκους των γύρω χωριών να προβούν σε λήψη άμμου. Όπως δε προκύπτει από το από 13.5.1980 έγγραφο της 98 ΑΔΤΕ, 4° Επιτελικό Γραφείο, επιτάχθηκε, το πρώτον από τις 23.5.1980, ημερομηνία κατά την οποία υπογράφηκε το σχετικό πρωτόκολλο παραδόσεως -παραλαβής, έκταση 14.758 τ.μ., κείμενη στην περιοχή "ΛΙΑΝΑΜΟΣ ΒΑΤΕΡΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ Ν. ΛΕΣΒΟΥ", ιδιοκτησίας Κ. Π., για τις ανάγκες της στρατιωτικής μονάδος 265 ΤΕ, ήτοι τη δημιουργία έργων-κατασκευή πολυβολείων στην περιοχή αυτή, ελάμβανε δε έκτοτε αυτός (Κ. Π.) τις σχετικές αποζημιώσεις που καταβάλλονταν ως μίσθωμα, δυνάμει σχετικών αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου Στρατιωτικών Επιτάξεων, ενώπιον του οποίου παρίστατο αυτοπροσώπως ο ως άνω πρώτος αρχικώς εναγόμενος, κατά την εκδίκαση των αιτήσεων του, με τις οποίες ζητούσε αύξηση των αποζημιώσεων. Η ως άνω επίταξη έγινε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το πρώτον το έτος 1980 και όχι το 1974. Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο Κ. Π. εκμίσθωσε στις 10.3.1987 στον Χ. Σ. του Γ. έκταση 200 στρεμμάτων από το τμήμα του επιδίκου που του ανήκε για χρονικό διάστημα 4 χρόνων, δηλαδή μέχρι το Μάρτιο του 1991, με μηνιαίο μίσθωμα 1.000 δραχμών. Δυνάμει δε της από 27.12.1987 συμβάσεως που υπογράφηκε μεταξύ του Δήμου Πολιχνίτου Λέσβου και των Κ. Π. και Ε. Κ., ο Δήμος προέβη στην προμήθεια 35 φορτηγών αμμοχώματος από το επίδικο, έναντι ποσού 17.500 δρχ. Τέλος, μετά την αγορά του επιδίκου, οι αρχικώς εναγόμενοι εκμίσθωσαν το επίδικο στο Κ. ως βοσκότοπο, με μίσθωμα 2.500 δρχ. το χρόνο. Σύμφωνα με αυτά που μνημονεύθηκαν ανωτέρω, προέκυψε ότι ο δικαιοπάροχος των αρχικώς εναγομένων δεν είχε ποτέ στην κυριότητα του το επίδικο, ούτε νεμήθηκε ποτέ αυτό, αλλά εμφανίστηκε να πωλεί και να μεταβιβάζει σ’ αυτούς ένα ακίνητο που ποτέ δεν ανήκε στην κυριότητα του.
Συνεπώς, οι αρχικώς εναγόμενοι δεν απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με τα προαναφερθέντα συμβόλαια μεταβιβάσεως κυριότητας, αφού ο άμεσος δικαιοπάροχος τους δεν κατέστη ποτέ κύριος αυτού, έτσι ώστε να μπορεί να μεταβιβάσει την επ’ αυτού κυριότητα. Το γεγονός αυτό το γνώριζαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι άσκησαν έτσι όλες τις προαναφερθείσες πράξεις νομής επί του επιδίκου, χωρίς να έχουν την απαιτούμενη, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, από το νόμο, προκειμένου για κτήση κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καλή πίστη κατά το χρόνο απόκτησης της νομής. Έτσι, αυτοί δεν απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου ούτε και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή ούτε με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον ο δικαιοπάροχος τους δεν κατέστη ποτέ κύριος αυτού και οι ίδιοι το γνώριζαν, δεν μπορούν δε να προσμετρήσουν στο χρόνο νομής τους και το χρόνο νομής του φερόμενου ως δικαιοπαρόχου τους, αφού αυτός δεν άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο, ενώ περαιτέρω οι ίδιοι νεμήθηκαν μεν αυτό με νόμιμους τίτλους, καθόσον τα προμνημονευθέντα συμβόλαια αγοραπωλησίας φέρουν όλα τα εξωτερικά για το κύρος τους στοιχεία, πλην όμως αυτά είναι ελαττωματικά, λόγω έλλειψης κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους, και συγκεκριμένα από το χρόνο σύνταξης και μεταγραφής των ως άνω συμβολαίων (1972) μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (1988), δηλαδή επί χρόνο μείζονα της δεκαετίας, όμως ελλείπει, για το λόγο που προαναφέρθηκε, το στοιχείο της καλής πίστης αμφοτέρων των αρχικώς εναγομένων (άρθρα 1041, 1042 και 1044 ΑΚ). Συνακόλουθα, αυτοί δεν απέκτησαν κυριότητα ούτε και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον δεν μπορούν να συνυπολογίσουν στο δικό τους χρόνο χρησικτησίας το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους (άρθρο 1051 ΑΚ), αφού ο τελευταίος, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου. Επομένως, από το 1972 μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής το έτος 1988, δεν παρήλθε το απαιτούμενο εκ του νόμου χρονικό διάστημα της εικοσαετίας, προκειμένου αυτοί να καταστούν κύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (αρθρ. 1045 ΑΚ). Επομένως, αφού μέχρι τη μεταγραφή των πράξεων αποδοχής κληρονομιάς, στις οποίες προέβησαν οι εφεσίβλητοι ενάγοντες το 1986 και 1988, οι εκκαλούντες εναγόμενοι δεν συμπλήρωσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) και δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου, η κυριότητα αυτού περιήλθε, με τη μεταγραφή των ως άνω πράξεων, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, στους αρχικώς ενάγοντες αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου Π. Β., πατέρα των τριών πρώτων και του δικαιοπαρόχου των λοιπών που συνέβη στις 28.4.1948.
Συνεπώς, από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτοί κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο (πράξεις αποδοχής κληρονομιάς), όσο και με πρωτότυπο τρόπο (ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας).
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ’ ουσία και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει δεκτή την ένδικη διεκδικητική αγωγή και ως βάσιμη κατ’ ουσία. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καλής πίστης ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας που οι αρχικώς εναγόμενοι απέκτησαν με τακτική χρησικτησία διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση αφορώσες την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτες. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες ή μία από αυτές, η προσβολή όμως μιας απ’ αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003).
Επομένως οι περιεχόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις από τους αριθ. 8 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς και στο δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφερόμενες σε πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους ενάγοντες και τον δικαιοπάροχο τους με παράγωγο τρόπο είναι απορριπτέες ως αλυσιτελώς προβαλλόμενες, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αυτή περιέχει και κτήση της κυριότητας από τους ενάγοντες και με έκτακτη χρησικτησία, η δε παραδοχή αυτή του Εφετείου στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικό μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, ήτοι α) Την υπ’ αριθ. πρωτ. ... Νοε 1979 Βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Σταυρού Μυτιλήνης.
β) Την από 13 Μαΐου 1980 υπ’ αριθ. 913Ι/87/24622/Σ 1129 απόφαση επίταξης εκτάσεως 14.758 μ.2 στη θέση ... - ... - Κοινότητας Σταυρού Ν. Λέσβου με συνημμένο το 265 Ε κτηματολογικό διάγραμμα κλίμακας 1:500 ιδιοκτησίας Κ. Π. του Γ., για δημιουργία έργων.
γ) Το από 23 Μαΐου 1980 πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής της άνω επιταχθείσας έκτασης ιδιοκτησίας Κ. Π. του Γ. εμβαδού 14.758 μ.2 στην περιοχή ... ..., υπογραφόμενο από τον Κ. Π., τον Πρόεδρο της Κοινότητας Σταυρού, την Επιτροπή Παραλαβής και τον Διοικητή της Μονάδος Πεζικού Κ. Φ..
δ) Την υπ’ αριθ. 2/1983 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επιτάξεων, το οποίο αποφάνθηκε επί της από 1/3/1980 αιτήσεως του Κ. Π. περί καθορισμού αποζημιώσεως ε) Το υπ’ αριθ. Φ 913 ια/16/2323/Σ1140/ΣΤΓ 926/28-3-1984 έγγραφο του Τ8 ΑΔΤΕ/40 επιτελικού γραφείου προς τον Κ. Γ. Π. με το οποίο ανακοινώνεται η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επιτάξεων, περί καθορισμού αποζημίωσης της ιδιοκτησίας του. Καθώς και το υπ’ αριθ. Φ 913 ια/23230/Σ1139/ΣΤΓ 926 28-3-84 έγγραφο της αυτής υπηρεσίας για την καταβολή της αποζημιώσεως στον ιδιοκτήτη Κ. Π., κάτοικο Πολιχνίτου.
ζ) Την υπ’ αριθ. πρωτ. .../14-9-1985 Βεβαίωση της Κοινότητας Σταυρού Λέσβου, όπου βεβαιούται: ".. Από προσωπική αντίληψη γνωρίζουμε ότι ο αγροτοβοσκότοπος στη θέση "..." περιφέρειας Σταυρού, που αγοράσθηκε υπό του Κ. Γ. Π., κατοίκου Πολιχνίτου από τον Ε. Κ., δημότου και κατοίκου Σταυρού, πριν από 15 χρόνια χρησιμοποιούνταν από τον πωλητή πριν από 20 χρόνια ( που τον είχε αποκτήσει) ως βοσκότοπος στον οποίο βοσκούσε τα ζώα του. Ο ίδιος ο πωλητής με την άδεια του αγοραστή και σημερινού ιδιοκτήτη Κ. Π., βόσκει και σήμερα το ποίμνιο του. Χορηγείται για χρήση στη Στρατιωτική Υπηρεσία επίταξης ενός τμήματος μέσα στο οποίο κτήσθηκαν πολεμίστρες......".
η) Το υπ’ αριθ. πρωτ. 2149/15-09-1987 έγγραφο του Δημου Πολιχνίτου προς τον Κ. Π., για τη λήψη αμμοχώματος από τη θέση "... άμμος - ...".
θ) Την υπ’ αριθ. 63/1988 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πολιννίτου έγκρισης δαπάνης για τη λήψη αμμοχώματος από το κτήμα στη θέση "..." των Κ. Π. και Ε. Κ., καθώς και το από 27 Μαΐου 1988 έγγραφο σύμβαση λήψεως αμμοχώματος μεταξύ Δήμου Πολιχνίτου και Κ. Π. και Ε. Κ..
ι) Την και άνω υπ’ αριθ. ...27-06-2006 βεβαίωση του Δημάρχου του Δήμου Πολιχνίτου περί της διαφορετικής θέσης των τοπωνυμιών Βούρκος και ... της τέως Κοινότητας Σταυρού, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της έφεσης τους, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών και του ισχυρισμού των ιδίων ιδίας κυριότητας (τακτική χρησικτησία).
Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας μερικά δε από τα ανωτέρω έγγραφα σχετικά με την επίταξη και την αποζημίωση που καθόρισε το Διοικητικό Δικαστήριο Επιτάξεων τα οποία ρητά μνημονεύει και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.4.2013 αίτηση των Β. Π. κλπ. για αναίρεση της 181/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή