Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1304 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1304/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο, περί αναιρέσεως της 664, 694, 859/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1660/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 66 παρ. 1, 68 παρ. 2 και 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι αν η πολιτική αγωγή του ζημιωθέντος από αξιόποινη πράξη εισαχθεί στο πολιτικό δικαστήριο και αυτό εκδώσει οριστική επ' αυτής απόφαση, στη συνέχεια δε ο δικαιούχος της αξιώσεως παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για την ίδια απαίτηση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί την παράσταση αυτή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι προεβλήθη αντίρρηση για το λόγο αυτόν κατά της παραστάσεως αυτής ή ότι τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι η παράσταση δεν είναι νόμιμη, άλλως το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει και να λάβει υπόψη στοιχεία που καθιστούν παράνομη την παράσταση, εφόσον αυτά δεν προκύπτουν από τη διαδικασία (Ολ.Α.Π. 128/1992). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας επέτρεψε την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας για επιδίκαση σε αυτή ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 45 ευρώ, παρότι για την ίδια απαίτηση της είχε επιδικασθεί από το πολιτικό δικαστήριο το ποσό των 6.000 ευρώ. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση κατά της παραστάσεως αυτής, ούτε ανέφερε ότι η αξίωση της πολιτικώς ενάγουσας είχε κριθεί με απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου και παρά ταύτα το Εφετείο επέτρεψε να παρασταθεί η πολιτικώς ενάγουσα για επιδίκαση σ' αυτήν ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 45 ευρώ, όταν δε, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά το στάδιο της αγορεύσεως υπέβαλε την ευχή στο δικαστήριο να αποβάλλει την πολιτική αγωγή, διότι από τα έγγραφα που προσκόμισε και το δικαστήριο ανέγνωσε προέκυπτε ότι η πολιτικώς ενάγουσα είχε επιτύχει κατόπιν αγωγής της σε βάρος του κατηγορουμένου την έκδοση της 26174/2003 τελεσιδίκου αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, βάσει της οποίας, για την ίδια αξιόποινη πράξη και χωρίς να υπάρχει εκ μέρους της επιφύλαξη για κάποιο ποσό για την παράστασή της στο ποινικό δικαστήριο, επεδίκασε σε αυτή ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 6.000 ευρώ, αυτεπαγγέλτως διέταξε την αποβολή της. Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ.2 και 509 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη της διατάξεως του άρθρου 510 ΚΠΔ, που προβλέπει τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που η απόφαση έχει κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, όσο και όταν υπάρχει, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στην απόφαση, και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτής, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ενόψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει (α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και (β) αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψή αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2002, 19/2001). Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου ήτοι όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Για να είναι δε ο λόγος αυτός ορισμένος πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλο, εκτός της έκθεσης αναίρεσης, έγγραφο.
Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγων αναίρεσης κατά αποφάσεων.
2.- Στην προκείμενη περίπτωση, με τους υπό στοιχεία Β, Γ, Δ λόγους της κρινόμενης από 18-9-2008 αίτηση αναίρεσης, πλήττεται η 664,694,859/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος απάτης κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια και η συνολική ζημία σε βάρος της εγκαλούσης ανέρχεται στο ποσό των 20.033.000 δραχμών ή ισόποσου 58.790,00 ευρώ, και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών (3) η οποία μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία με τους ανωτέρω λόγους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (Β) και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (Γ και Δ). Συνίστανται δε οι λόγοι αυτοί στο ότι: Β) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κανένα πραγματικό περιστατικό της ακροαματικής διαδικασίας στα οποία να στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου στο να θεωρήσει ότι το από 11-2-1998 ιδιωτικό Συμφωνητικό δεν παράγει εννόμους συνέπειες, δεν αποτελούσε σε σύμβαση συνεργασίας ή μορφήν αφανούς εταιρείας μεταξύ εμού και της μηνύτριάς μου με ποσοστό συμμετοχής 50% εκάστου και ότι οι καταβολές ύψους 20.033.000 δρχ. ή 58790,90 Ευρώ που έκανε η μηνύτρια από τον Φεβρουάριο του έτους 1998 μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2000 δεν ήταν ουδέν έτερον παρά μόνο μέρος της συμβατικής υποχρέωσης που είχε η μηνύτρια να καλύψει το 50% των κεφαλαίων της εταιρικής αυτής συνεργασίας. Όπως και δεν αιτιολογεί παντάπασιν η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί ουδέν από τα προσκομισθέντα επικληθέντα από εμέ έγγραφα που ανέγνωσε το Δικαστήριο δεν θεμελιώνουν ουδέν περί του τρόπου με τον οποίο δημιουργείται και λειτουργεί μία επιχείρηση λούνα-παρκ και πώς καθορίζεται η αξία του μηχανικού εξοπλισμού και πως εν γένει λειτουργεί η επιχείρηση "Λούνα Παρκ" και δη τα με αριθμούς 18, 19, 20, 21, 22, 23, 29, 30, 31, 32, 33, 37, 38, 39, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50,51, 52, 57, 58, 59, 60, 61 εκ των αναγνωστέων εγγράφων που απαριθμούνται στην 9η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν επιβεβαιώνει και για ποίον λόγον την μη ύπαρξη-αναγνώριση εμπορικής συνεργασίας, αφανούς εταιρείας ή συνεταιρισμού μεταξύ εμού και της μηνύτριας και τούτο όταν στο από 11-2-1998 μεταξύ μας ιδιωτικό συμφωνητικό ρητώς αναφέρεται έχει συμφωνηθεί και υπογραφεί και από εμένα και από την μηνύτρια ότι κοινή συμφωνία είχαμε πραγματοποιήσει δύο εξαγωγές του μηχανικού εξοπλισμού του Λούνα Παρκ τις υπ'αριθμόν 11482 και 18839 στις 7-4-1997 και 2-6-1997.
Γ) στην προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρονται καν άλλως εκτίθενται όλως αντιφατικά τα περιστατικά που προκύπτουν τόσο από την κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας ΑΑ ως και των μαρτύρων υπεράσπισης ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ από τα οποία και εμποδίζεται η υπαγωγή της αποδιδόμενης σε εμέ πράξη απάτης στην παρ. 3 του άρθρου 386 Π.Κ. μη στοιχειοθετούμενης της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν τέλεσης αυτής. Θα έπρεπε να αιτιολογεί γιατί τα περιστατικά αυτά που ενόρκως κατατέθηκαν (δηλαδή οι συμφωνίες, οι εξαγωγές, του συγκροτήματος στο εξωτερικό, η σήμερον ύπαρξη των μηχανημάτων του Λούνα Παρκ, δεν αναιρούν αλλά επιβεβαιώνουν την απάτη σε βάρος της μηνύτριας και δη στην επιβαρυντική της μορφή.
Δ) δεχθείσα η προσβαλλομένη ότι η από 11-2-1998 γραπτή συμφωνία συνεργασίας μου μετά της μηνύτριας που αποτελούσε επιβεβαίωση της από 7-4-1997 αρχικής συμφωνία μας αποτελεί τέλεση απάτης κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια από εμένα και παραβλέπει την γνώση της μηνύτριας για το είδος της επιχείρησης και την ανάληψη εκ μέρους της του κινδύνου ζημιών σε ποσοστόν 50% του κεφαλαίου και την σκόπευση - προοπτική αποκομίσεως ισόποσου κέρδους από την θετική λειτουργία της επιχείρησης και εντεύθεν την υποχρέωση της να καλύψει την συμμετοχή της στην επιχείρηση αυτή κατά τρόπο αφανή διότι τότε (1997 έως 1999) ήτο υπάλληλος στον ΟΤΕ και εμποδίζετο στην άσκηση εμπορικών επιχειρήσεων. Δεν αιτιολογείται γιατί η ευθεία ανάμειξη της μηνύτριας Ψ να συμμετέχει σε εμπορικές επιχειρήσεις (οράτειχθυοτροφείο ...) και η μη επιτυχής κατάληξη της επιχείρησης που την πορεία και την προσπάθεια από αρχής γνωρίζει η μηνύτρια αποτελεί τέλεση από εμένα της απάτης του άρθρου 386 παρ.3 α Π.Κ. Το εάν το α ή β κονδύλιο δαπανών ή εξόδων ήτο μικρότερο ή άλλο μεγαλύτερο του ανακοινωθέντος στην μηνύτρια κατά την πορεία της προσπάθειας ανάνηψης λειτουργίας και εν τέλει πωλήσεως της εταιρείας αποτελεί παράστασιν ψευδών γεγονότων ως αληθών ούτε αποσκοπεί στην κτήση περιουσιακού ωφέλους και δη παρανόμου.
"Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει στην αίτησή του τις αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλειες και τις κατ' αυτής αιτιάσεις, περιοριζόμενος μόνο σε αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, που δεν έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, πλήττοντας έτσι την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά τον πρώτο υπό στοιχείο Β λόγο δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιες οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και από ποιες προκύπτει η έλλειψη αιτιολογίας και σε τι συνίσταται ακριβώς η έλλειψη αυτή. Συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζεται ούτε ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της και ποια πραγματικά περιστατικά, από εκείνα που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, και ενδιαφέρουν εν προκειμένω, δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία της απόφασης, ούτε ποια αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του ή δεν εκτίμησε το Δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω και στους υπό τα στοιχεία Γ και Δ λόγους δεν προσδιορίζονται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) της διατάξεως του άρθρου 386 παρ.1β,3 εδάφ.α' Π.Κ σε σχέση με τις παραδοχές της απόφασης αλλά περιορίζονται μόνο ο υπό στοιχ. Γ) σε αντιφατικά περιστατικά που προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και ο υπό στοιχ. Δ) σε αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, που δεν έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, πλήττοντας έτσι την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, οι προαναφερόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Δ' και Ε' ΚΠΔ αναιρετικοί λόγοι, συνεπεία της παντελούς αοριστίας των αλλά και κατά το μέρος που με αυτούς πλήσσεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του παραπάνω Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ. τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις. Για να είναι δε ο λόγος αυτός ορισμένος πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλο, εκτός της έκθεσης αναίρεσης, έγγραφο. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 98 του Π.Κ. Συνίστανται δε ο λόγος αυτός στο ότι: "Η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 98 Π.Κ. και εχαρακτήρισε την συνεργασία μου - συνεταιρισμό μου μετά της μηνύτριας ως απάτης κατ' εξακολούθησιν ερμηνεύσασα ότι οι καταβολές της μηνύτριας προς εμέ κατόπιν των ψευδών παραστάσεων μου προςαυτήν συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος. Πλην όμως μεταξύ των καταβολών αυτών, που απέχουν χρονικώς, που μεταξύ τούτων έχουν μεσολαβήσει διάφορα νέα περιστατικά, όπως και από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης καθίσταται εμφανές ότι δεν στοιχειοθετείται η έννοια της εξακολούθησης". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζει ποίες οι παραδοχές της απόφασης σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 98 Π.Κ. και συγκεκριμένα δεν αναφέρει αν η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης της παθούσης, που έχει προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, οπότε πρόκειται περί κατ' εξακολούθηση τέλεση της απάτης, ή δέχεται ότι συνεπεία της άπαξ επελθούσας πλάνης η παθούσα προέβη σε διαδοχικές απλώς επιζήμιες ενέργειες, οπότε στη περίπτωση αυτή δεν τίθεται θέμα κατ' εξακολούθηση τελέσεως της απάτης. Επομένως, ο προαναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε' ΚΠΔ αναιρετικός λόγος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 98 Π.Κ., συνεπεία της παντελούς αοριστίας του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.9.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 664, 694, 859/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή