Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1733 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας λόγω μη κήρυξης απαράδεκτης της ποινικής δίωξης. Έμμεση αυτουργία. Η πλαστογραφία δεν είναι ιδιόχειρο έγκλημα αλλά μπορεί να τελεσθεί και κατά έμμεση αυτουργία.




Αριθμός 1733/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρεουλάκο, περί αναιρέσεως της 1677/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραγεώργο.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 43/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει, έγγραφο με σκοπό να παραπλάνησε, με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του έγγραφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει, τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού η νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε η όχι η παραπλάνηση. Η πλαστογραφία δεν είναι ιδιόχειρο έγκλημα αλλά μπορεί να τελεσθεί και κατά έμμεση αυτουργία. Έτσι αν ο δράστης, που σκοπεύει να κάνει χρήση πλαστού εγγράφου, παραπλανήσει άλλον, πλανώμενο περί τη σημασία της πράξης του, να καταρτίσει πλαστό έγγραφο ή να νοθεύσει ένα γνήσιο είναι έμμεσος και όχι ηθικός αυτουργός. Στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται ηθική αυτουργία, διότι η πράξη του πλανώμενου οργάνου δεν είναι κατ' αρχήν άδικη αφού ο πλανώμενος δεν έχει σκοπό παραπλάνησης (ελλείπει το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου) και επομένως δεν υπάρχει άδικη κυρία πράξη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη 1677/2008
απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πολιτικώς ενάγων διατηρεί στην πόλη του ...επιχείρηση τυποποίησης, επεξεργασίας και εξαγωγής βρωσίμων ελαιών. Το έτος 1998 συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο, στον οποίο παρέδωσε εμπορεύματα για μεταφορά στην Ιταλία.
Εκδόθηκε δε σχετικά από τον κατηγορούμενο και η υπ'αριθ. .... φορτωτική, στην οποία αναγράφηκε και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του πολιτικώς ενάγοντος .... Γνωρίζοντας ο κατηγορούμενος από τη συναλλαγή αυτή τα στοιχεία ταυτότητας και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του πολιτικώς ενάγοντος, εν αγνοία του τελευταίου, επικοινώνησε τηλεφωνικά από την ..., όπου και ο τόπος της κατοικίας του, με την επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στο ... της Γερμανίας και ανήκει στον Κ1 και συγκεκριμένα με τον υπάλληλο αυτής με το επώνυμο Ν1 και εμφανιζόμενος ως αντιπρόσωπος του πολιτικώς ενάγοντος ζήτησε να αγοράσει το με αριθμό πλαισίου ...φορτηγό αυτοκίνητο.
Εκδόθηκε δε σχετικά και το από ... τιμολόγιο με πωλητή τον Κ1 και φερόμενο αγοραστή τον πολιτικώς ενάγοντα, στο οποίο αναγράφηκαν τα στοιχεία ταυτότητας του πολιτικώς ενάγοντος και ο αριθμός φορολογικού μητρώου αυτού. Στη σχετική δε ένδειξη του ανωτέρω τιμολογίου ο προαναφερθείς υπάλληλος, θεωρώντας ότι ο κατηγορούμενος έχει πληρεξουσιότητα, έθεσε κατ'εντολή του κατηγορουμένου την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος. Στην πράξη αυτή προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού - τιμολογίου - τους τρίτους για το γεγονός ότι το ανωτέρω όχημα ανήκει κατά κυριότητα στον πολιτικώς ενάγοντα, στη συνέχεια δε χρησιμοποίησε αυτό κατέχοντας το και διενεργώντας με το παραπάνω όχημα μεταφορές από την Ελλάδα στο εξωτερικό και αντίστροφα. Το γεγονός δε αυτό μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες δεδομένου ότι εμφάνιζε τον εγκαλούντα κύριο του οχήματος και συνακόλουθα αστικό υπεύθυνο για τυχόν ζημίες έναντι τρίτων καθώς και υπεύθυνο έναντι των φορολογικών και λοιπών αρχών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω τόπος τέλεσης της πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, που τέλεσε ο κατηγορούμενος, είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 ΠΚ η πόλη των ..., από όπου έδωσε την εντολή κατά τα προαναφερθέντα να τεθεί στο τιμολόγιο η υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος. Έτσι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 6 Π Κ και πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του, κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία κατέληξε στην κρίση του για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά στη διάταξη 216 § 1 του Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα με σαφήνεια και πληρότητα αιτιολογείται η από τον αναιρεσείοντα ως (έμμεσο) αυτουργό τέλεση της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, με την παραδοχή ότι κατ' εντολή του έθεσε στο τιμολόγιο αγοράς του εν λόγω φορτηγού αυτοκινήτου την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος ο υπάλληλος της εταιρείας που εδρεύει στo ...της Γερμανίας Ν1 χωρίς να το γνωρίζει και να συναινεί σ'αυτά ο τελευταίος ως και η από αυτόν (αναιρεσείοντα) χρήση του ως άνω πλαστού τιμολογίου, με την παραδοχή ότι χρησιμοποιείτο από αυτόν κατέχοντάς το και χρησιμοποιώντας το κατά τις διαδρομές του φορτηγού από την Ελλάδα στο εξωτερικό και αντίστροφα. Δεν ήταν δε αναγκαία η αναφορά στην απόφαση αν ο πιο πάνω υπάλληλος της πωλήτριας εταιρείας που παραπλανήθηκε από τον αναιρεσείοντα και έθεσε την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντα, ήταν ικανό προς καταλογισμό, αφού το στοιχείο αυτό δεν μεταβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμμετοχικής δράσης του αναιρεσείοντος ως έμμεσου αυτουργού σε ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία, ενόψει του ότι κατά τα στην μείζονα σκέψη εκτεθέντα η πλαστογραφία δεν είναι σωματοπαγές έγκλημα ώστε να είναι μόνη δυνατή μορφή αυτουργίας η δια των ιδίων σωματικών δυνάμεων του πράττοντος πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης αυτού. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της δεν απαιτείτο να διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι βάσει του πλαστού τιμολογίου είχε εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας του στο όνομα του πολιτικώς ενάγοντος αγορασθέντος φορτηγού αυτοκινήτου.
Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ συναφής λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που κατ' επίφαση, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατά το άρθρο 6 § 1 του Π.Κ., οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέσθηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε ή αν διαπράχθηκε σε ασύντακτη χώρα. Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου στα πλημμελήματα για να εφαρμοσθούν οι διατάξεις των παρ. 1 και 2, απαιτείται έγκληση του παθόντος ή αίτηση της κυβέρνησης της χώρας, όπου τελέσθηκε το πλημμέλημα.
Συνεπώς, εφόσον κατά προαναφερθέντα με τις παραπάνω παραδοχές προσδιορίζεται ότι τόπος τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης ήταν η ..., το Εφετείο δεν υπερέβη την εξουσία του απορρίπτοντας ως κατ' ουσία αβάσιμους τους προβληθέντες στο ακροατήριό του ισχυρισμούς, α) περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω έλλειψης στις απαιτούμενες από το άρθρο 6 § 3 του Π.Κ. έγκλησης εκ του λόγου ότι δεν διευκρινίζεται αν ο υποβαλών την κατά του αναιρεσείοντα μήνυση είχε την ελληνική ιθαγένεια και β) περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος εκ του λόγου ότι δεν διευκρινίζετο ρητά σ'αυτό ότι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη ήταν αξιόποινη και κατά τους νόμους της Γερμανίας. Επομένως οι κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 και στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 του ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/12/2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 1677/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δπάνη του στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντος η οποία ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ και στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή