Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1084 / 2013    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ψευδής καταμήνυση, Πολιτική αγωγή, Κλητήριο θέσπισμα, Ακροάσεως έλλειψη, Πρακτικά συνεδρίασης, Δικαστικά έξοδα.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση. Πότε μπορεί να προσβληθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενώπιον του Αρείου Πάγου για πλαστότητα. Στα πρακτικά δεν απαιτείται να καταχωρίζονται οι ερωτήσεις που υποβάλλονται στους μάρτυρες και οι απαντήσεις τους, εκτός αν ο κατηγορούμενος ζητήσει να καταχωρισθεί κάποια ερώτηση και η σχετική απάντηση. Μη καταχώριση τέτοιων ερωτήσεων και απαντήσεων, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία νομικής διατάξεως δεν συνιστούν πλαστότητα της αποφάσεως. Ορθά δεν απαντήθηκε ισχυρισμός περί πλαστότητας εγγράφων, γιατί η επικαλούμενη πλαστογραφία είχε παραγραφεί και ο ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αίτημα τηρήσεως πρακτικών με ψηφιακά μέσα (άρθρ. 142 Α ΚΠΔ), γιατί η τήρησή τους με τον τρόπο αυτό απόκειται στην κρίση του και η παραβίαση της διατάξεως αυτής δεν συνεπάγεται καμιά κύρωση. Ποιες πλημμέλειες στην παράσταση της πολιτικής αγωγής επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα. Όχι απόλυτη ακυρότητα από την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ορθώς δεν ορκίσθηκε ο πολιτικώς ενάγων, που είχε παραστεί μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας, ενόψει του διφυούς χαρακτήρα της πολιτικής αγωγής. Ορθώς δεν απαντήθηκαν ισχυρισμοί περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, γιατί δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, που είχε παραστεί ο κατηγορούμενος αυτοπροσώπως, αλλά ούτε και με λόγο εφέσεως. Όχι έλλειψη ακροάσεως από την μη απάντηση σε ισχυρισμούς ή αιτήματα που ήταν απαράδεκτοι. Μεταξύ των λόγων αναιρέσεως κατά αποφάσεων δεν περιλαμβάνεται και λόγος που βάλλει κατά της διατάξεως της αποφάσεως περί επιβολής στον καταδικασθέντα των εξόδων και αυτός είναι απαράδεκτος. Απόρριψη αιτήσεως.




Αριθμός 1084/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Γιαννούλα, για αναίρεση της υπ'αριθ.75/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Π. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 374/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι διατάξεις του άρθρου 338 του ΚΠοινΔ ορίζουν ότι: "1. Αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, το δικαστήριο ερευνά κατά το δυνατό τη γνησιότητα αυτού και, αν παρουσιαστούν ενδείξεις κατά ορισμένου προσώπου, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση διατάσσει τη σύλληψη και την παραπομπή του στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο πράττει όσα ορίζονται στο άρθρο 38, χωρίς, με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, να ερευνήσει το βάσιμο της κατηγορίας. 2. Αν κατά την κρίση του δικαστηρίου το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι είναι πλαστό αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, μπορεί να προσβάλει ως πλαστό οποιοδήποτε ιδιωτικό ή δημόσιο έγγραφο που είτε υπάρχει στη δικογραφία είτε υποβάλλεται κατά τη διάρκεια της δίκης. Αν δε το έγγραφο είναι αναγκαίο για την κρίση επί της υποθέσεως, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει το ίδιο τη γνησιότητα αυτού και μόνο αν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι αυτό είναι πλαστό αναβάλλει τη δίκη. Ενώπιον του Αρείου Πάγου μπορεί να προσβάλει, κατά την παρ. 2 του άρθρου 338, για πλαστότητα μόνο την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εφόσον, όμως, αυτό συνδέεται με λόγο αναιρέσεως, όταν, π.χ., αποδίδεται ψευδώς σ' αυτήν ότι δόθηκε ο λόγος σε κάποιον παράγοντα της δίκης και αντιστρόφως ή ότι πλαστογραφήθηκε το διατακτικό της σε κρίσιμο σημείο, όχι, όμως, όταν στην απόφαση έχουν εμφιλοχωρήσει σφάλματα και δη όταν έχει αποδοθεί σε νομική διάταξη έννοια διαφορετική από αυτήν που πραγματικά έχει αυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 141 και 357 παρ.1, 2 και 3 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι στα πρακτικά συνεδριάσεως του ποινικού δικαστηρίου, καταχωρίζονται σε συντομία, εκτός άλλων, και οι καταθέσεις των μαρτύρων, χωρίς να απαιτείται η καταχώρηση ιδιαίτερα των ερωτήσεων, που υποβάλλονται σ' αυτούς, μετά εξέταση αυτών, αρχικά από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα και τους δικαστές και, στη συνέχεια, από τους υπόλοιπους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, καθώς επίσης και ολοκληρωμένων των απαντήσεων που δίδουν οι μάρτυρες στις ερωτήσεις αυτές, εκτός αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να καταχωριστεί ορισμένη ερώτηση που υπέβαλε και η σχετική απάντηση του μάρτυρα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 75/2013 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως σε βάρος του Π. Π. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσα. Συγκεκριμένα, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός: "Στο Αγρίνιο, την 20.3.2006, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν. Συγκεκριμένα, κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αγρινίου την από 20.3.2006 μήνυσή του, με την οποία καταμήνυσε τον εγκαλούντα Π. Π., ότι δεν είχε τη νόμιμη πληρεξουσιότητα για τη σύνταξη και κατάθεση αγωγής για τη ρύθμιση της επιμέλειας των προσώπων των ανηλίκων τέκνων του με ημεροχρονολογία 16-2-2002 και αριθμό κατάθεσης 86/2001, ότι ενήργησε παράνομα ως δικηγόρος με τροποποιημένη ονομασία κατά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, ότι συνέταξε ψεύτικη επιταγή προς πληρωμή και ότι προέβη σε κλοπή χρημάτων και μάλιστα με ληστρική εκβίαση. Επιπλέον, καταμήνυσε τον πιο πάνω εγκαλούντα ότι εκμεταλλευόμενος την κατάσταση των διαδίκων προσπαθεί να προσπορίζει στον εαυτό του χρήματα πάνω από τα νόμιμα και ότι υπεξαίρεσε γραμμάτια παρακαταθήκης από κοινού με τη σύζυγό του, τα οποία και δεν επέστρεψε αν και του το ζήτησε. Τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή, ο δε κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τούτου και παρόλα αυτά κατέθεσε την από 2.3.2006 μήνυσή του, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του ανωτέρω εγκαλούντος". Με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως πλαστή, γιατί α) παραλείφθηκε η καταγραφή ερωτήσεων, τις οποίες υπέβαλε στον μάρτυρα κατηγορίας Π. Π., καθώς και οι πλήρεις απαντήσεις του μάρτυρα στις ερωτήσεις αυτές και β) προς απόρριψη σχετικού αιτήματός του (για το οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω), βεβαιώθηκε ότι δεν προβλέπεται από το νόμο η τήρηση των πρακτικών με τη χρήση ψηφιακών μέσων, ενώ η διάταξη του άρθρου 142Α παρ. 1 του ΚΠοινΔ προβλέπει το αντίθετο (πρώτος λόγος, σελ. 3, δεύτερος λόγος, σελ. 13 - 14 αναιρετηρίου). Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, α) δεν ήταν αναγκαία η καταχώριση στα πρακτικά των ερωτήσεων που υποβλήθηκαν στον ως άνω μάρτυρα από τον κατηγορούμενο και των απαντήσεων που έδωσε σ' αυτές, από την επισκόπηση δε των πρακτικών δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζήτησε να καταχωρηθεί κάποια συγκεκριμένη ερώτησή του και η αντίστοιχη απάντηση και ο Προεδρεύων αρνήθηκε και β) ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία νομικής διατάξεως δεν συνιστά πλαστότητα των πρακτικών.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1941/1991, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 338 του ΚΠοινΔ, για προσβολή εγγράφου ως πλαστού. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει ν' αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές, ορισμένο και παραδεκτό αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε προσβάλει ως πλαστές τις 383/2001 και 46/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και την 726/2003 απόφαση του Εφετείου Αγρινίου, καθώς και ορισμένα άλλα έγγραφα (επιταγές από 25.2.2002, 6.12.2002, 5.3.2003 που συνέταξε ο δικηγόρος Π. Π.). Όμως, ο ισχυρισμός περί πλαστότητας, ανεξαρτήτως της παντελούς αοριστίας του, ενόψει του ότι δεν προτάθηκε αυτοτελώς, αλλά ενσωματώθηκε σε δικόγραφα που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά ολόκληρα, ήταν απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού οι υποτιθέμενες πλαστογραφίες είχαν ήδη υποκύψει σε παραγραφή, γιατί από την τέλεσή τους μέχρι τη δικάσιμο της 21.2.2013, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε παρέλθει πενταετία, χωρίς να έχει χωρήσει οποιαδήποτε αναστολή (άρθρα 111 παρ. 3, 113 ΠΚ), και, επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Κατά συνέπειαν, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, για έλλειψη ακροάσεως από την μη απάντηση στον ως άνω ισχυρισμό, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 του ΚΠοινΔ, όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περιπτώσεως δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου όπως αποτελεί η συμμετοχή σ' αυτό δικαστικών προσώπων, που αποκλείονται κατά το άρθρο 14 του ΚΠοινΔ από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαιρέσεως του διεγείροντος υπόνοιες μεροληψίας δικαστικού προσώπου, ο οποίος πρέπει να προταθεί κατά τα άρθρα 16 επ. του ίδιου Κώδικα πριν από την έκδοση της αποφάσεως, μόνο δε εάν γίνει αυτός δεκτός και, παρά ταύτα, συμμετάσχει ο εξαιρεθείς στην έκδοση της αποφάσεως, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α' του ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον αυτό ως άνω πρώτο λόγο της αιτήσεώς του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι το μέλος του Δικαστηρίου Εφέτης Αλέξανδρος Παλούκης είχε δηλώσει αποχή από τα καθήκοντά του, η οποία απορρίφθηκε μεν από το Δικαστικό Συμβούλιο, πλην δεν κρίθηκε αν οι λόγοι αποχής που είχαν προταθεί κάλυπταν τα πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να λάβει υπόψη του το Δικαστικό Συμβούλιο και αν η σύνθεση του Δικαστηρίου επιτρεπόταν να δικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση, πράγμα που ζητεί να πράξει το παρόν Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι, κατά το σημείο τούτο, απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, ανεξαρτήτως της πρόδηλης αοριστίας του, από την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε τέτοια αίτηση αποχής, ο δε αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα απολύτως λόγο, για τον οποίο το ως άνω μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου διήγειρε υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος του ούτε υπέβαλε ο ίδιος αίτηση εξαιρέσεώς του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 142 Α παρ.1 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 4055/2012, "ενώπιον των δικαστηρίων, με εξαίρεση το πταισματοδικείο, μπορεί να εφαρμοστεί και το σύστημα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία". Από την γραμματική διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει, ότι η τήρηση πρακτικών με φωνοληψία, σε υποθέσεις πλημμεληματικού ή κακουργηματικού χαρακτήρα, είναι δυνητική και εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η δε παραβίαση της διατάξεως αυτής ουδεμία δικονομική κύρωση συνεπάγεται και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, σε σχετικό αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε υποβάλει τα αιτήματα α) να καταχωρηθεί η δήλωσή του για την αθωότητά του με βάση το κλητήριο θέσπισμα 534/2007 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αγρινίου και β) να τηρηθούν τα πρακτικά της δίκης με ψηφιακά μέσα. Και η μεν πρώτη δήλωση καταχωρήθηκε στα πρακτικά, από φανερή δε παραδρομή, στο διατακτικό της σχετικής παρεμπίπτουσας αποφάσεως, έχει περιληφθεί απορριπτική διάταξη για το αίτημα αυτό. Για το δεύτερο, όμως, αίτημα, όπως αναφέρθηκε, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε το απέρριψε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία (ότι η τήρηση των πρακτικών με ψηφιακά μέσα δεν προβλέπεται από το νόμο). Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Η, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο, κατ' εκτίμηση, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για στέρηση του δικαιώματος ακροάσεως από την αναιτιολόγητη απόρριψη των ως άνω αιτημάτων, και για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο, μετά την, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, απόρριψη του δευτέρου αιτήματος, προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με το άρθρο 171§2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 παρ. 2, 65 παρ. 1 και 82 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, 932 και 933 του ΑΚ, οι οποίες αποσκοπούν τόσο στην ικανοποίηση της αστικής αξιώσεως του παθόντος από το ποινικό δικαστήριο, όσο και στην υποστήριξη της κατηγορίας από τον πολιτικώς ενάγοντα προς αποκατάσταση, στη δεύτερη περίπτωση, της βαθύτερης εκείνης βλάβης που προκάλεσε το έγκλημα σε αυτόν, η οποία χωρεί με την κήρυξη της ενοχής και την καταδίκη του εγκληματία μέσα από τη διαδικασία της ποινικής δίκης, στην οποία απέκτησε ο πολιτικώς ενάγων το προνόμιο της συμπράξεως, ως φορέας της παραπάνω εγκληματικής βλάβης, προκύπτει ότι η πολιτική αγωγή, που ασκείται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, έχει όχι μόνον αστικό, αλλά και ποινικό χαρακτήρα.
Συνεπώς, ο νομιμοποιούμενος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, μπορεί να δηλώσει στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου παράσταση πολιτικής αγωγής, μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, χωρίς συγχρόνως να ζητήσει αποζημίωση από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτόδικη 1968/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο Π. Π. του Ι. και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για υποστήριξη της κατηγορίας και ότι διορίζει πληρεξούσιό του τον παρόντα δικηγόρο Αγρινίου Φώτιο Στρανομίτη. Κατά της παραστάσεως αυτής ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει τότε αντιρρήσεις. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής επαναλήφθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Όμως, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ο αναιρεσείων πρόβαλε ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, λόγω μη νομότυπης παραστάσεως του συνηγόρου του πολιτικώς ενάγοντος Φωτίου Στρανομίτη, συνισταμένης στο ότι α) έπρεπε αυτός να προβεί σε δήλωση, η οποία να καταχωρηθεί στα πρακτικά, ότι έχει εκδώσει τα φορολογικά στοιχεία για τις πράξεις ασκήσεως της δραστηριότητάς του και έχει καταβάλει τους προβλεπόμενους φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, β) έπρεπε να προσκομίσει ενώπιον Αρχής το πληρεξούσιο για τη σύνταξη και κατάθεση εφέσεως κατά της 7/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και τις αποδείξεις για εκπλήρωση των σχετικών παρακρατήσεων φόρου και ασφαλιστικών εισφορών και γ) ο αναιρεσείων, με αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, πρόβαλε πλαστότητα, μεταξύ άλλων, και της από 24.3.2003 εφέσεως που υπογράφει ο ως άνω δικηγόρος, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 26/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, μέχρι δε την έκδοση αποφάσεως επί της αγωγής του δεν μπορεί (ο αναιρεσείων) να δεχθεί την άσκηση δημόσιας εξουσίας ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, από τον εν λόγω δικηγόρο ως συνήγορο πολιτικής αγωγής. Αλλά οι επικαλούμενες πλημμέλειες, ως προς την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν υπάγονται στις πλημμέλειες εκείνες, οι οποίες, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προκαλούν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη νόμιμης παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και το Τριμελές Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η εμπεριεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι το παρόν Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί για την πλαστότητα της ως άνω εφέσεως (η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 26/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, που έχει ενσωματωθεί στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απορρίφθηκε ερήμην της εκκαλούσας Ε. συζ. Σ. Τ., το γένος Δ. Κ.) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη προεχόντως για έλλειψη εννόμου συμφέροντος για το λόγο, για τον οποίο κρίνονται απορριπτέοι και οι λοιποί ισχυρισμοί περί πλαστότητας εγγράφων της δικογραφίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 221 περ. δ του ΚΠοινΔ, χωρίς όρκο εξετάζονται στην ανάκριση και στην κύρια διαδικασία, μεταξύ άλλων, και όσοι επιδιώκουν ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο απαιτήσεις για αποζημίωση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο πολιτικώς ενάγων εξετάζεται χωρίς να ορκιστεί ακόμη και αν παρέστη στο ακροατήριο μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας, αφού αυτός έχει όλα τα δικαιώματα που του προσδίδει η ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και μπορεί να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια και να απαιτήσει ανόρθωση της ζημίας που υπέστη ή χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η αξιόποινη πράξη του δράστη. Αντίθετη άποψη, ότι, δηλαδή, μόνο ο αιτών αποζημίωση εξετάζεται χωρίς να ορκιστεί, αντιβαίνει προς το δικαιολογητικό λόγο της χωρίς όρκο εξετάσεως, που είναι, ως γνωστό, η δυσπιστία προς την αξιοπιστία μάρτυρα, ο οποίος επιδιώκει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της δίκης, που είναι και η καταδίκη του κατηγορουμένου, ενόψει και του, κατά τα προεκτεθέντα, διφυούς χαρακτήρα της πολιτικής αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε αίτημα να καταθέσει ο πολιτικώς ενάγων Π. Π. μετά όρκου, αφού αυτός παρέστη μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας και, συνεπώς, η πολιτική αγωγή δεν έχει οικονομική απαίτηση. Όμως, το αίτημα αυτό δεν ήταν νόμιμο, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, ο πολιτικώς ενάγων, και αν ακόμη παρίσταται μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, διατηρεί την ιδιότητά του και εξετάζεται χωρίς να ορκισθεί. Επομένως, το Δικαστήριο, το οποίο επέτρεψε την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα αυτό και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως από την μη απάντηση στο ως άνω αίτημα, αλλά και για σχετική ακυρότητα, συνιστάμενη στην παρά τον νόμο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος χωρίς να ορκιστεί, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ.1 στοιχ. δ' και 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημόσιου κατήγορου ή του πταισματοδίκη που εξέδωσε το θέσπισμα. Άλλα στοιχεία, για την εγκυρότητα αυτού, δεν απαιτούνται. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο εφέσεως κατά της έκκλητης αποφάσεως. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος εφέσεως καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό με την υπ' αρ. εκθ. 118/30.9.2010 έφεση του αναιρεσείοντος, που άσκησε κατά της πρωτοβάθμιας 1968/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, και με τα πρακτικά της τελευταίας αποφάσεως, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αυτοπροσώπως χωρίς να προβάλει καμιά ακυρότητα της προδικασίας. Στη συνέχεια, άσκησε έφεση χωρίς και πάλι να προτείνει καμιά τέτοια ακυρότητα. Όμως, αυτός, για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπου και πάλι παρέστη αυτοπροσώπως, πρόβαλε ισχυρισμούς περί ακυρότητας του υπ' αριθ. 534/2007 κλητηρίου θεσπίσματος (ότι η μήνυση υπογράφεται από πρόσωπο με διαφορετικό ονοματεπώνυμο - ως Π. Π., χωρίς να έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως διορισμός δικηγόρου με αυτό το ονοματεπώνυμο -, ότι από πουθενά δεν προκύπτει αναφορά του αναιρεσείοντος στο πρόσωπο του δικηγόρου Π. Π. και όσα κατέθεσε αυτός είναι αληθινά, ότι κακώς αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα ότι μήνυσε αυτός τον Π. Π. - αφού τη μήνυση υπογράφει ο Π. Π., ότι δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια οι πράξεις και ποια πραγματικά περιστατικά τις αποδεικνύουν, κ.λπ.). Ανεξαρτήτως του ότι τα προβαλλόμενα δεν συνιστούν ακυρότητες του κλητηρίου θεσπίσματος, το οποίο περιέχει όλα τα κατά νόμον στοιχεία, η όποια ακυρότητα αυτού έχει καλυφθεί, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να προταθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε παραστεί, και, αν απορριπτόταν, να προταθεί με λόγο εφέσεως. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον απαραδέκτως προταθέντα αυτόν ισχυρισμό και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 582 του ΚΠοινΔ, "1. Κάθε κατηγορούμενος που καταδικάζεται σε ποινή καταδικάζεται ταυτόχρονα με την ίδια απόφαση και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας. 2. Το ποσό των εξόδων ορίζεται με την καταδικαστική απόφαση". Περαιτέρω, μεταξύ των λόγων αναιρέσεως κατά αποφάσεων, οι οποίοι περιέχονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, δεν περιλαμβάνεται και λόγος που να αφορά την καταδίκη του κατηγορουμένου στα έξοδα. Επομένως, ο έκτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένως καταδικάστηκε και στα έξοδα από 600 ευρώ, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. εκθ. 1/20 Μαρτίου 2013 αίτηση (δήλωση) του Σ. Τ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 75/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ