Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 838 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Μάρτυρες.




Περίληψη:
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Κατά το άρθρο 19 παρ. 4 ν. 2523/1997 είναι εικονικά τα φορολογικά στοιχεία και όταν εκδίδονται για υπαρκτή μεν συναλλαγή αλλά χρησιμοποιούνται από τον συναλλασσόμενο ξένα τιμολόγια εικονικής εταιρίας. Επιτρεπτή κατά το άρθρο 30 παρ. 23 του ν. 3296/04 «Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις» η εξέταση στο ακροατήριο ως μαρτύρων των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ που έχουν ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα. Αιτιολογημένη καταδίκη. Απόρριψη αναιρέσεως.





ΑΡΙΘΜΟΣ 838/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, περί αναιρέσεως της 355/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1191/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

ΙΙ.- Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία '', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και ιδία της παραγράφου 4 του άνω άρθρου 19, σαφώς προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων τιμολογίων πληρούται όχι μόνον επί ανύπαρκτης αλλά και επί υπαρκτής συναλλαγής, όταν στην τελευταία περίπτωση το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναλλάσσεται πραγματικώς, δεν εκδίδει το φορολογικό στοιχείο που προσήκει στο όνομα ή την επωνυμία του, αλλά φορολογικό στοιχείο τρίτου προσώπου το οποίο είναι άσχετο και αμέτοχο της συναλλαγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο Καρδίτσας που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ...... Ε.Π.Ε. με την οποία εμφανιζόταν ως διαχειρίστρια και μοναδική εταίρος η Γ1, ήταν εικονική, καθόσον αν και τηρήθηκαν για τη σύστασή της οι νόμιμες διαδικασίες, δεν λειτούργησε ποτέ πραγματικά, παρά μόνο φαινομενικά, δεν διέθετε κανένα από τα αναγκαία μέσα για την άσκηση εμπορίας αγροτικών προϊόντων (αποθήκες, εξοπλισμό, μεταφορικά μέσα, αντιπροσώπους, πωλητές) και δεν εκπλήρωσε ποτέ καμιά από τις φορολογικές της υποχρεώσεις (υποβολή δηλώσεων φόρου εισοδήματος, απόδοση του παρακρατηθέντος από τους αγρότες ΕΛΓΑ και του ΦΠΑ κ.λ.π.). Συστάθηκε από την .........., σε συνεργασία με μεσίτες - εμπόρους γεωργικών προϊόντων, με σκοπό τη θεώρηση φορολογικών στοιχείων, χρήση των οποίων έκαναν τα ως άνω υποκρυπτόμενα άτομα για την κάλυψη συναλλαγών, που τα ίδια πραγματοποιούσαν κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων, ώστε να ιδιοποιούνται τον παρακρατηθέντα από τους αγρότες ΕΛΓΑ, να αποκρύπτουν φορολογητέα ύλη και να αποφεύγουν την άμεση φορολογία εισοδήματος και την απόδοση του ΦΠΑ. Η φερόμενη ως διαχειρίστριά της Γ1, ασκεί το επάγγελμα της καθαρίστριας, δεν είχε καμία γνώση σχετικά με την εμπορία αγροτικών προϊόντων, δέχτηκε να συσταθεί η εταιρία στο όνομά της, έναντι αμοιβής και δεν είχε καμία συμμετοχή στις σχετικές συναλλαγές, τις οποίες πραγματοποιούσαν τα ως άνω υποκρυπτόμενα άτομα. Ο κατηγορούμενος ασκεί ατομική επιχείρηση με αντικείμενο τη μεσιτεία και εμπορία αγροτικών προϊόντων με έδρα τον ...... Στις 19-6-2002, στις 20-6-2002, στις 21-6-2002, στις 23-6-2002, στις 26-6-2002 και στις 10-6-2002 έχοντας στην κατοχή του τιμολόγια της ως άνω εικονικής εταιρίας ...... ΕΠΕ και εμφανιζόμενος ως αντιπρόσωπος αυτής, τα χρησιμοποίησε για συναλλαγές, που πραγματοποίησε ο ίδιος. Συγκεκριμένα εξέδωσε εικονικά ως προς το πρόσωπο της εκδότριας τα ακόλουθα φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια πώλησης σίτου - δελτία αποστολής): 10 υπ' αριθμ. ....... τιμολόγιο αξίας 5.071,44 ευρώ πλέον ΦΠΑ 405,71 ευρώ, 2) υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο αξίας 4.883,40 ευρώ πλέον ΦΠΑ 390,67 ευρώ, 3) υπ' αριθμ. .... τιμολόγιο αξίας 4.596,60 ευρώ πλέον ΦΠΑ 367,70 ευρώ, 4) υπ' αριθμ. .... τιμολόγιο αξίας 3.239,60 ευρώ πλέον ΦΠΑ 259,16 ευρώ, 5) υπ' αριθμ. .... τιμολόγιο αξίας 5.460,51 ευρώ πλέον ΦΠΑ 436,84 ευρώ, 6) υπ' αριθμ. .... τιμολόγιο αξίας 5.031,45 ευρώ πλέον ΦΠΑ 402,52 ευρώ, 7) υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο αξίας 5.141,24 ευρώ πλέον ΦΠΑ 411,30 ευρώ, 8) υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο αξίας 4.249,11 ευρώ πλέον ΦΠΑ 339,92 ευρώ, 9) υπ' αριθμ. ...... τιμολόγιο αξίας 1.841,45 ευρώ πλέον ΦΠΑ 147,31 ευρώ, 10) υπ' αριθμ. ....... τιμολόγιο αξίας 4.002,12 ευρώ πλέον ΦΠΑ 320,17 ευρώ προς την εταιρία με την επωνυμία "ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ. ΖΕΪΚΟΣ ΑΕΒΕ", τα οποία φέρεται ότι εξέδωσε η ως άνω εικονική εταιρία ....... ΕΠΕ, ενώ οι συναλλαγές για τις οποίες εκδόθηκαν τα ως άνω τιμολόγια πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της ως άνω ΑΕ και του κατηγορουμένου, ο οποίος και πλήρωσε τα κόμιστρα για τη μεταφορά του πωληθέντος σίτου στις εγκαταστάσεις της ανωτέρω ΑΕ. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και την από ...... έκθεση ελέγχου των ελεγκτών του ΣΔΟΕ Θεσσαλίας. Επομένως ο κατηγορούμενος, κατά την πλειοψηφούσε γνώμη, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός έζησε, ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογεινειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ 1 του Ν.2523/1997 την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζονται εξ υποκειμένου και εξ αντικειμένου τα στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, περαιτέρω δε, τόσον αναφορικά με τα έξι (6) τιμολόγια που δέχθηκε στην κατοχή του όσο και με τα δύο (2) τιμολόγια που ο ίδιος εξέδωσε, εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την ουσιαστική κρίση του ότι τα τιμολόγια αυτά ήσαν εικονικά, αφού δέχεται ότι η εταιρία ...... ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη και αιτιολογεί πλήρως την περί τούτου κρίση του. Περαιτέρω για τα απ' αυτόν εκδοθέντα δύο τιμολόγια, επαρκώς αιτιολογείται στην απόφαση ότι χρησιμοποιήθηκαν για να καλύψουν ισόποσες συναλλαγές του προς τρίτους όχι δικά του παραστατικά στοιχεία αλλά δύο τιμολόγια της άνω εταιρίας ...... ΕΠΕ τα οποία κατ' άγνωστο τρόπο και κενά κατά το περιεχόμενο είχαν περιέλθει στην κατοχή του.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα, παράβαση τις διατάξεως του άρθρου 19 παρ 1 του Ν.2523/1997, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.


ΙΙΙ.- Σύμφωνα με το άρθρο 174 του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος) όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ' αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο). Με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/14.12.2004 "Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 254/14.12.2004) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 174 του ν. 2960/2001, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκουν. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση εξετάσθηκαν ως μάρτυρας ο ...... και ........, υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, οι οποίοι άσκησαν προανακριτικά καθήκοντα κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, παρά την εναντίωση που προέβαλε ο κατηγορούμενος, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ, η οποία (εναντίωση) και απορρίφθηκε ενόψει της διατάξεως του άρθρου 174 του ν. 2960/2001. Η διάταξη αυτή κατά το χρόνο εξετάσεως του μάρτυρα αυτού ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου (27-2-2007) ετύγχανε αναλόγου εφαρμογής και για την προκειμένη (φορολογικής φύσεως) υπόθεση, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 30 παρ. 23 του ν. 3296/14.12.2004. Επομένως δεν έλαβε χώρα ακυρότητα από την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα, ο δε δεύτερος και τελευταίος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 354/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή