Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2162 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγροτική Νομοθεσία, Χρησικτησία, Αγροτικός κλήρος.




Περίληψη:
Αγροτικός κλήρος. Απόκτηση συγκυριότητας από τρίτους, μη κληρούχους, με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν εικοσαετούς συννομής τους στον κλήρο. Δυνατή μετά τον α.ν. 431/1968, αφού η συννομή και η εντεύθεν απόκτηση της συγκυριότητας με χρησικτησία δεν οδηγεί αναγκαίως στην κατάτμηση του κλήρου. Λόγοι αναίρεσης από τους αρ 1, 8, 11γ, 12, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ: αβάσιμοι (Επικυρώνει ΕφΘεσσ. 236/2012).





Αριθμός 2162/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Β. Γ. του Κ., 2)Χ. Γ. του Κ., 3)Α. χας Π. Γ., το γένος Δ. Μ., 4)Κ. Γ. του Π. και 5)Δ. Γ. του Π., κατοίκων απάντων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., 2)Ε. χας Α. Ζ., 3)Κ. Ζ. του Α., κατοίκου .... Ο 1ος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η 2η, όπως προκύπτει από τις από 11-9-2014 προτάσεις του δικηγόρου Βασιλείου Νίκου, απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον 3ο, ο οποίος, ατομικά και ως καθολικός διάδοχός της, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νίκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-11-2012 αίτησή τους και τους από 20-6-2013 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 568§4 και 576§2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο ’ρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, η οποία ορίστηκε μετά από αναβολή εκ του πινακίου από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 4-12-2013, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 4657/21-3-2013 και 5448/2-7-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Α. Π., τις οποίες οι αναιρεσείοντες προσκομίζουν και επικαλούνται, οι τελευταίοι επέδωσαν στον ως άνω αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως και του από 20-6-2013 δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τις κάτω από αυτά πράξεις με τις οποίες ορίζεται η ανωτέρω αρχική δικάσιμος προς συζήτησή τους και με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, και αφού η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ. 4 εδ. γ'-δ' και 575 εδ. β' ΚΠολΔ), το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του κλητευθέντος ως ανωτέρω πρώτου αναιρεσιβλήτου.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968) επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους η εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση με δικαιοπραξίες εν ζωή των πάσης φύσεως κλήρων τους, με τον μοναδικό περιορισμό της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής, ο οποίος ισχύει και για κάθε περαιτέρω μεταβίβαση, κατά δε το άρθρο 2 παρ. 1 β' του ίδιου α.ν. 431/68, σε περίπτωση κατάσχεσης ή πλειστηριασμού του κλήρου με επίσπευση του ενυπόθηκου δανειστή τηρείται μόνον ο περιορισμός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απαγόρευση της κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής αποτελεί γενική αρχή που εφαρμόζεται στην επιτρεπόμενη ήδη εν ζωή μεταβίβαση της κυριότητας του κλήρου, και ότι, κατά συνέπειαν, από την ισχύ του α.ν. 431/68 ο κληρούχος παύει να λογίζεται κατά πλάσμα νομέα του κλήρου και αν δεν τον κατέχει πραγματικά, όπως συνέβαινε μέχρι τότε υπό την ισχύ του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα, και είναι δυνατή πλέον η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου και η εντεύθεν απόκτηση της κυριότητας σ' αυτό από τρίτον με χρησικτησία, όχι όμως και τμήματος του κληροτεμαχίου, αφού στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμησή του (Ολομ. ΑΠ 15/2004). Η απαγόρευση όμως της νομής και της απόκτησης κυριότητας με χρησικτησία επί διαιρετού τμήματος κληροτεμαχίου δεν ισχύει και επί ποσοστού εξ αδιαιρέτου, διότι η νομή και η κυριότητα αυτή δεν οδηγεί αναγκαίως στην κατάτμηση του κληροτεμαχίου, του οποίου, σε περίπτωση διανομής του, ως κοινού, και αφού απαγορεύεται η κατάτμηση και δεν είναι κατά νόμον δυνατή η αυτούσια διανομή, θα διαταχθεί η πώληση με πλειστηριασμό κατά το άρθρο 484 του ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2007). Παρέπεται ότι αγωγή αναγνωρίσεως συγκυριότητας περισσοτέρων επί κληροτεμαχίου, την οποία στηρίζουν σε εικοσαετή και πλέον νομή τους κατ' ιδανικά μέρη (συννομή) επί του κληροτεμαχίου και εντεύθεν σε κτήση της συγκυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι νόμιμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 994, 1045 του ΑΚ και 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 β' του α.ν. 431/1968. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, του οποίου, ενόψει του περιεχομένου της αγωγής ή των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν δημιουργείται επίσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εξετάζει προταθέντα από διάδικο ουσιώδη ισχυρισμό.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι εξέθεταν σ' αυτήν ότι στον Κ. Ζ., πατέρα του πρώτου, πενθερό της δεύτερης και παππού του τρίτου από αυτούς, ο οποίος συνεχίζει τη δίκη και ως (μοναδικός) κληρονόμος της δεύτερης αναιρεσίβλητης-μητέρας του, που έχει ήδη αποβιώσει, παραχωρήθηκε από το Ελληνικό δημόσιο προς αγροτική του αποκατάσταση το λεπτομερώς περιγραφόμενο κληροτεμάχιο, για το οποίο εκδόθηκε το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμόν .../1959 παραχωρητήριο, ότι με άτυπη γονική παροχή που συνέστησε ο παραπάνω κληρούχος υπέρ των τέκνων του Γ. (πρώτου ενάγοντος), Α. (ο οποίος απεβίωσε το έτος 1966 και κληρονομήθηκε από τη δεύτερη ενάγουσα - σύζυγό του και τον τρίτο ενάγοντα - γιό του) και Γ. και κατόπιν άτυπης συμφωνίας μεταξύ των τέκνων αυτών, που έλαβαν χώρα το έτος 1961, περιήλθε το ειρημένο κληροτεμάχιο στη συννομή τους, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου, ότι έκτοτε ο πρώτος ενάγων και οι υπόλοιποι ενάγοντες από τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους Α. (1966) κατείχαν και νέμονταν με διάνοια συγκυρίων το όλον ακίνητο, κατά τα δικά τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας και συγκεκριμένα κατά 54% ο πρώτος, 5,75% η δεύτερη και 17,25% ο τρίτος, ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες αναλυτικά πράξεις νομής, εν γνώσει και με τη θέληση του κληρούχου Κ. Ζ. του Γ., σε κάθε δε περίπτωση από 23-5-1968, ημερομηνία έναρξης ισχύος του α.ν. 431/1968, έως το έτος 1992, με συνέπεια να καταστούν συγκύριοι του κληροτεμαχίου με έκτακτη χρησικτησία, και ότι ο τρίτος συννομέας του επίδικου ακινήτου Γ. Ζ., κάνοντας χρήση του υπ' αριθμ. .../1992 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, που απέσπασε με δόλια μέσα από τον κληρούχο πατέρα του, προέβη με το υπ' αριθμ. .../1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ηλία Ματθαίου, στην πώληση του ανήκοντος πλέον στους ενάγοντες ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου στους πρώτο και δεύτερο εναγομένους και στον Π. Γ., δικαιοπάροχο των λοιπών εναγομένων. Κατόπιν τούτων και λόγω της διεκδίκησης του επιδίκου από τους εναγομένους αγοραστές του, οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους σ' αυτό κατά τα προαναφερόμενα επί μέρους ποσοστά εξ αδιαιρέτου του καθενός. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ήταν νόμιμη, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη και τις εκεί αναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 974, 976, 999, 1113 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ, των οποίων διατάξεων συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, η εικοσαετής δηλαδή συννομή του επίδικου κληροτεμαχίου εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 431/68 (23-5-1968), και τις οποίες επομένως (διατάξεις) δεν παραβίασε το Εφετείο με εσφαλμένη εφαρμογή, κρίνοντας νόμιμη την αγωγή, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς τους. Η εικοσαετής αυτή συννομή των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 431/68, ειδικότερα, εκτός του ότι περιέχεται στην ιστορικώς αναφερομένη στην αγωγή "συννομή" τους από το έτος 1961 και εφεξής μέχρι το έτος 1992, αναφέρεται ειδικώς και αυτοτελώς στην αγωγή, ως τρόπος κτήσεως της επικαλούμενης συγκυριότητας (χρησικτησία) των αναιρεσιβλήτων. Επομένως το Εφετείο που έλαβε υπόψη τον σχετικό με τη συννομή αυτή ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων και έκρινε έτσι νόμω βάσιμη την αγωγή, περαιτέρω δε, δεχόμενο ως αποδειχθέντα τον ισχυρισμό αυτόν, και κατ' ουσίαν βάσιμη, δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη πράγματα που δεν είχαν προταθεί από τους αναιρεσιβλήτους, και είναι επίσης αβάσιμα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον δεύτερο, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου.
ΙΙΙ. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Πολυχρόνου Χαλκιδικής έτους 1932 που κυρώθηκε με το ΝΔ 3784/1957 και στη συνέχεια εκδόθηκε ο υπ' αριθμ. 155852/10-7-1959 οριστικός τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Εποικισμού - Νομαρχίας Χαλκιδικής, που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχωρήθηκε μεταξύ άλλων στον Κ. Ζ. ή Τ. του Γ., πατέρα του πρώτου εφεσιβλήτου, πεθερό της δεύτερης εφεσίβλητης και παππού του τρίτου εφεσιβλήτου (σημ: ήδη αναιρεσιβλήτων), προς αγροτική του αποκατάσταση, το με αριθμό 133 κληροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "Μετόχι Μονής Ξηροποτάμου" της κοινότητας Πολυχρόνου Χαλκιδικής, εκτάσεως 17.500 τ.μ. και συνορεύει (...). Το έτος 1961 ο ως άνω κληρούχος, προκειμένου να ενισχύσει οικονομικά τα τρία άρρενα τέκνα του, Γ., Α., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1966 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του και τον γιό του Κ. (2η και 3ος εφεσίβλητοι), και Γ., παραχώρησε άτυπα τη νομή και κατοχή του ως άνω κληροτεμαχίου, κατά ποσοστό 68% εξ αδιαιρέτου στον πρώτο εξ αυτών και στους άλλους δύο γιούς του κατά ποσοστό 16% εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς (...). Αμέσως, μετά την ως άνω άτυπη παραχώρηση, τα τέκνα του κληρούχου αναδιένειμαν τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά του παραπάνω κληροτεμαχίου, προκειμένου να αποκτήσουν ο Α. και ο Γ. μεγαλύτερα ποσοστά εξ αδιαιρέτου στο κληροτεμάχιο, με την προοπτική, στην περίπτωση που επιτρεπόταν η κατάτμηση του κληροτεμαχίου, να προχωρήσουν, μελλοντικά, στη λύση της συγκυριότητάς τους επί του κληροτεμαχίου και δημιουργήσουν αυτοτελή για τον καθένα τμήματα, και αξιοποιήσουν αυτά ως άρτια και οικοδομήσιμα, και έλαβε στη συννομή του (ο Γ.) ποσοστό 54% εξ αδιαιρέτου, ο δικαιοπάροχος των λοιπών εφεσιβλήτων Α. Ζ. ποσοστό 23% εξ αδιαιρέτου, και ο μικρότερος αδελφός τους Γ.ς ποσοστό 23% εξ αδιαιρέτου του όλου κληροτεμαχίου. Το ίδιο έτος (1961) τα παραπάνω αδέλφια ρύθμισαν, ταυτόχρονα, τη χρήση του κληροτεμαχίου και άρχισαν να εκτελούν πράξεις συννομής κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Συγκεκριμένα ο πρώτος εφεσίβλητος έκανε χρήση 9.500 τ.μ. από το όλο κληροτεμάχιο που αντιστοιχεί στο 54% περίπου, και ο καθένας από τους άλλους δύο αδελφούς, Α. και Γ., έκανε χρήση 4.000 τ.μ. που αντιστοιχεί 23% περίπου του όλου κληροτεμαχίου. Η ρύθμιση της ως άνω χρήσης έλαβε χώρα προκειμένου να καταστεί ευχερής η επιμελής καλλιέργεια του κληροτεμαχίου από τον καθένα. Έκτοτε οι τρεις γιοί του αρχικού κληρούχου, που ήταν μόνιμοι κάτοικοι Πολυχρόνου Χαλκιδικής, και μετά τον θάνατο του Α. Ζ. το έτος 1966, οι β' και γ' των εφεσιβλήτων (σύζυγος και γιός του), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά ποσοστό 5,75% και 17,25% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ασκούσαν τις προσιδιάζουσες σ' αυτό πράξεις συννομής με διάνοια συγκυρίων, κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, και συγκεκριμένα καλλιεργούσαν στο επίδικο σιτηρά, δημητριακά, ψυχανθή και ελαιόδενδρα, εισπράττοντας ως δικαιούχοι, από το έτος 1987, την εξισωτική αποζημίωση για τον ελαιόκαρπο των ελαιοδένδρων που βρίσκονται στο επίδικο. Από την 23-5-1968 μέχρι και την 23-5-1988 οι εφεσίβλητοι και ο Γ. Ζ., εν γνώσει του κληρούχου Κ. Ζ. και με τη θέλησή του, ασκούσαν τις πράξεις συννομής, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, προσωπικώς και δια της μητέρας του ο τρίτος εφεσίβλητος, τα δε έσοδα της καλλιέργειας χρησιμοποιούσαν οι εφεσίβλητοι για τη συντήρηση της οικογένειάς τους (...). Ασκώντας λοιπόν πράξεις συννομής οι εφεσίβλητοι και ο Γ. Ζ., κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από 23-5-1968, ημερομηνία έναρξης ισχύος του A.Ν.431/1968, για χρόνο περισσότερο από είκοσι (20) έτη, κατέστησαν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστά 54% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος εφεσίβλητος, 17,25% εξ αδιαιρέτου η δεύτερη εφεσίβλητη και 5,75% εξ αδιαιρέτου ο τρίτος εφεσίβλητος, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρα 1045 ΑΚ και 79 του α.ν. 431/1968). Ο Κ. Ζ. του Γ. - αρχικός κληρούχος, από την 23-5-1968 μέχρι την 23-5-1988, ήτοι επί μία εικοσαετία, αποξενώθηκε από το επίδικο με τη θέλησή του, όπως και από τα άλλα κληροτεμάχια που είχε παραχωρήσει κατά τον ίδιο τρόπο στα παιδιά του, γνωρίζοντας ότι τα τέκνα του Γ. και Γ., καθώς και οι κληρονόμοι του τρίτου τέκνου του Α. (β' και γ' εφεσίβλητοι), νέμονταν τούτο με διάνοια συγκυρίων κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, μάλιστα δε με τη συναίνεσή του (...). Πρέπει να σημειωθεί ότι το χρονικό διάστημα από το έτος 1961 μέχρι 23-5-1968 δεν υπολογίζεται για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από τους εφεσίβλητους και το Γ. Ζ., με έκτακτη χρησικτησία, διότι μέχρι την 23-5-1968 το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Οι εφεσίβλητοι και μετά την 23-5-1988 συνέχισαν να νέμονται και να κατέχουν το επίδικο κληροτεμάχιο κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, καλλιεργώντας αυτό με διάφορα δημητριακά προϊόντα ή εκμισθώνοντας τούτο σε τρίτους, εισπράττοντας για δικό τους λογαριασμό τα μισθώματα (...). Το έτος 1992 ο Γ. Ζ. αποφάσισε να πωλήσει το ποσοστό συγκυριότητας που απέκτησε, με έκτακτη χρησικτησία, στο επίδικο ακίνητο. Επειδή όμως δεν είχε έγγραφο τίτλο, μεταγεγραμμένο για την κυριότητά του, ο πατέρας του Κ. Ζ. παρέσχε σ' αυτόν πληρεξουσιότητα, με την εντολή, μεταξύ των άλλων, την πώληση σε τρίτον του 23% εξ αδιαιρέτου του ως άνω κληροτεμαχίου, με το υπ' αριθμ. .../24-1-1992 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Αναστασίας Κουγιώνη Χατζηπαζαρλή. Με βάση το ειδικό αυτό πληρεξούσιο ο Γ. Ζ., με το υπ' αριθμ. .../3-4-1992 οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας ποσοστού εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ηλία Ματθαίου που μεταγράφηκε νόμιμα, ενεργώντας, σύμφωνα με το προαναφερθέν .../1992 ειδικό πληρεξούσιο, ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του πατέρα του Κ. Ζ. του Γ., μεταβίβασε την κυριότητα, νομή και κατοχή ποσοστού 23% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 133 επιδίκου κληροτεμαχίου, που αντιστοιχούσε στο παραχωρηθέν ο' αυτόν ποσοστό και το οποίο νεμόταν εξ αδιαιρέτου μέχρι τότε (1992) με διάνοια συγκυρίου, στους αδελφούς Γ., αντί αναγραφέντος τιμήματος 3.000.000 δρχ. Ο ίδιος, Γ. Ζ., λίγους μήνες αργότερα, με το υπ' αριθμ. .../3-7-1992 οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας ποσοστού εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενεργώντας, με το με αριθμό .../8-6-1992 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Αναστασίου Κουγιώνη - Χατζηπαζαρλή, και πάλι ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του πατέρα του Κ. Ζ., προχώρησε εν αγνοία των εφεσιβλήτων στη μεταβίβαση της κυριότητας, νομής, κατοχής και του υπολοίπου ποσοστού 77% εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω κληροτεμαχίου στους δύο πρώτους εκκαλούντες, Β. και Χ. Γ., και στο δικαιοπάροχο των γ', δ' και ε' των εκκαλούντων, Π. Γ., αντί αναγραφέντος τιμήματος 10.170.000 δρχ. Όμως από την 23-5-1968 και εντεύθεν, δηλαδή μετά την ισχύ του α.ν. 431/1968, που επιτράπηκε η διάθεση των κλήρων, οι εφεσίβλητοι νέμονταν με διάνοια συγκυρίου εν γνώσει και με τη θέληση του κληρούχου Κ. Ζ., σύμφωνα με τα παραπάνω, τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών και, συνεπώς, κατέστησαν συγκύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ο μεν πρώτος εφεσίβλητος κατά ποσοστό 54% εξ αδιαιρέτου, η δε δεύτερη εφεσίβλητη κατά ποσοστό 5,75% εξ αδιαιρέτου και ο τρίτος εφεσίβλητος κατά ποσοστό 17,25% εξ αδιαιρέτου, και κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω με αριθμό .../8-6-1992 συμβολαίου μεταβίβασης κυριότητας, το ποσοστό αυτό είχε εκφύγει από την κυριότητα του Κ. Ζ., αρχικού κληρούχου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το μήνα Μάιο του έτους 1992 ανέκυψαν διαφωνίες στην ευρύτερη οικογένεια του κληρούχου Κ. Ζ., ο οποίος τότε διήγε το 87° έτος της ηλικίας του, και ειδικότερα, μεταξύ των εφεσιβλήτων και του Γ. Ζ., ως προς τη φροντίδα του Κ. Ζ., ο οποίος απεβίωσε στις 13-11-1994, και με την ευκαιρία αυτή ανακινήθηκαν περιουσιακά ζητήματα. Οι εφεσίβλητοι δεν είχαν λόγο να διαμαρτυρηθούν για την πώληση του επιδίκου κληροτεμαχίου από τον Γ. Ζ. στους ως άνω αγοραστές, του ποσοστού 23% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητάς του σ' αυτό, έστω και με τον τρόπο που επέλεξε ο τελευταίος, εφόσον δεν είχε έγγραφο τίτλο κυριότητας, γι' αυτό, εξάλλου, δεν διαμαρτυρήθηκαν. Ούτε είναι τυχαίο το ποσοστό 23% εξ αδιαιρέτου που μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στους αγοραστές. Το ποσοστό 23% εξ αδιαιρέτου είναι αυτό που είχε λάβει ο Γ. Ζ. κατά την ως άνω διανομή του επιδίκου μεταξύ των τριών αδελφών (Γ., Α., Γ.) και στη συνεχεία απέκτησε συγκυριότητα σ' αυτό με τα στοιχεία της έκτακτης χρησικτησίας κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια όμως οι εφεσίβλητοι μόλις πληροφορήθηκαν τη μεταβίβαση του 77% εξ αδιαιρέτου διαμαρτυρήθηκαν, τόσο προς τον Γ. Ζ., όσο και προς τον κληρούχο πατέρα του πρώτου εφεσιβλήτου, πεθερό της δεύτερης εφεσίβλητης και παππού του τρίτου εφεσιβλήτου, Κ. Ζ. του Γ.. Ο τελευταίος κατά τον χρόνο που τον φρόντιζε ο πρώτος εφεσίβλητος, γιός του, προέβη σε σύνταξη της με αριθμό 1814/9-11-1992 δημόσιας διαθήκης ενώπιον της συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών, με την οποία αναγνώρισε ότι από το έτος 1961 είχε προβεί σε άτυπη παραχώρηση του 77% εξ αδιαιρέτου, με τον προαναφερθέντα τρόπο, στον πρώτο εφεσίβλητο και στον δικαιοπάροχο των λοιπών εφεσιβλήτων Α. Ζ.. Επίσης, αναγνώρισε με αυτήν την άσκηση πράξεων συννομής από τους εφεσίβλητους και επικαλέσθηκε ότι ο Γ. Ζ. απέσπασε το ως άνω με αριθμό .../3-6-1992 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Αναστασίας Κουγιώνη Χατζηπαζαρλή, με το οποίο μεταβίβασε στους πρώτο και δεύτερο των εκκαλούντων και στον δικαιοπάροχο της τρίτης, του τετάρτου και του πέμπτου των εκκαλούντων, με δόλιο τρόπο. Στη συνέχεια τον επόμενο μήνα, Δεκέμβριο, του ιδίου έτους (1992), χορήγησε την από 28-12-1992 υπεύθυνη δήλωσή του, με την οποία ανέφερε ότι τα χρήματα από την πώληση του με αριθμό 133 κληροτεμαχίου έδωσε στον Γ. Ζ., γιατί τον αδίκησε κατά τη διάθεση της περιουσίας του στα τέκνα του. Ακολούθησε η από 9-2-1993 επιστολή του Κ. Ζ., την περίοδο που τον φρόντιζε ο γιός του Γ., με την οποία αναγνώρισε, εμμέσως, ως έγκυρο το ως άνω ειδικό πληρεξούσιό του, με βάση το οποίο συντάχθηκε το προαναφερθέν με αριθμό .../3-7-1992 οριστικό συμβόλαιο, επικαλούμενος ότι τα χρήματα από την πώληση του με αριθμό 133 κληροτεμαχίου δώρισε στον γιό του Γ. Ζ., ως αντιστάθμιση για μείωση αξίας ακινήτου του τελευταίου από την ανέγερση διόροφης οικοδομής του τρίτου εφεσιβλήτου μπροστά από την οικοδομή του Γ. Ζ.. Ανεξάρτητα από τους λόγους και την αιτία χορήγησης του ως άνω με αριθμό .../8-6-1992 πληρεξουσίου και τις αιτίες των διενέξεων της ευρύτερης οικογένειας Κ. Ζ. του Γ., ο τελευταίος στις 9-11-1992 που συνέταξε τη διαθήκη του και στη συνέχεια ακολούθησαν οι προαναφερόμενες επιστολές του, αλλά και η υπ' αριθμ. 5058/31-5-1994 ένορκη βεβαίωσή του, που δόθηκε στα πλαίσια άλλης αγωγής (αριθμ. κατάθ. 334/110Π/16-3-1994), στην οποία αυτός ήταν ένας από τους εναγόμενους, δεν ήταν κύριος του ως άνω μεταβιβασθέντος ποσοστού 77% εξ αδιαιρέτου, κατά το οποίο συγκύριοι είχαν γίνει οι εφεσίβλητοι, κατά τα προαναφερθέντα. Τέλος αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι άσκησαν αναγνωριστική αγωγή κυριότητας στο προαναφερθέν ποσοστό συγκυριότητας του κληροτεμαχίου, επικαλούμενοι, όμως, διαφορετικά περιστατικά, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα, ενώ η αναφορά στην ως άνω αγωγή ότι καλλιεργούσαν διαιρετά τμήματα του κληροτεμαχίου και στη συνέχεια ζητούσαν την αναγνώριση συγκυριότητας δε συνιστά εξώδικη ομολογία των εναγόντων ότι είχαν προβεί σε απαγορευόμενη από το νόμο κατάτμηση, αλλά ότι είχαν ρυθμίσει τη χρήση του όλου κληροτεμαχίου με τη διαίρεσή του σε τμήματα για να καταστεί ευχερής η επιμελής καλλιέργεια του κληροτεμαχίου από τον καθένα". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 60/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία είχε κρίνει ομοίως και με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αναγνωριστική της συγκυριότητάς τους στο επίδικο κληροτεμάχιο αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συννομής των αναιρεσιβλήτων επί του επίδικου κληροτεμαχίου, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι οι αναιρεσείοντες άσκησαν τη συννομή τους αυτή κατά τα αναφερόμενα ποσοστά ο καθένας και συνολικά κατά τα 77% εξ αδιαιρέτου από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 431/68 (25-5-1968) μέχρι το έτος 1992, ήτοι επί χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας, χωρίς κατόπιν τούτου να ασκεί έννομη επιρροή και να έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η προ του χρόνου αυτού, από το έτος 1961, αναφερόμενη στην αγωγή και στην απόφαση "νομή" των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου, τον χρόνο της οποίας και ανεξαρτήτως της ακριβούς ενάρξεώς του ρητώς δεν λαμβάνει υπόψη το Εφετείο για τη χρησικτησία των τελευταίων, η οποία και δεν ήταν κατά νόμον δυνατή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Οι αιτιολογίες αυτές στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου και το διατακτικό της απόφασής του και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ειρημένων (ανωτ. υπό
ΙΙ) ουσιαστικών διατάξεων, προσδίδοντας έτσι στην προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμη βάση. Επομένως τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τους τρίτον, του αναιρετηρίου, και τρίτον, επίσης, του πρόσθετου δικογράφου, λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Η αναφερόμενη δε στην ίδια απόφαση ρύθμιση της χρήσης κατά διαιρετά τμήματα του επιδίκου μεταξύ των αναιρεσιβλήτων συννομέων προς τον σκοπό της αποτελεσματικότερης εκμετάλλευσής του δεν οδηγεί σε απαγορευμένη κατάτμηση του κληροτεμαχίου, αφού το Εφετείο δέχεται τη συννομή των αναιρεσιβλήτων κατ' ιδανικά μέρη επί ολοκλήρου του ακινήτου, που, κατά τα προεκτεθέντα, είναι νόμιμη και οδηγεί στην απόκτηση της συγκυριότητας επί του κληροτεμαχίου, την αναγνώριση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους. Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε με τις παραδοχές του αυτές τις ειρημένες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 994, 1113, 1045 του ΑΚ και 1 παρ. 1 του α.ν. 431/68, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 788 και 789 του ΑΚ για τη διοίκηση του κοινού πράγματος, τις οποίες επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, και τα αντίθετα που οι τελευταίοι υποστηρίζουν με τον πέμπτο και υπό την επίκληση του αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεώς τους είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα. IV. O κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, μεταξύ δε των αποδεικτικών αυτών μέσων είναι και η ομολογία του διαδίκου (άρθρ. 339 του ΚΠολΔ), η οποία, όταν γίνεται εξωδίκως, όχι δηλαδή ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρ. 352 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ). Εξάλλου κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 του ίδιου ΚΠολΔ, παραμόρφωση αποδεικτικού, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου, που δημιουργεί τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, υπό την προϋπόθεση ότι το περιστατικό που δέχθηκε ήταν κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς (Ολομ. ΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον πρώτο, από τον αρ. 11 γ' (όχι και 12) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων ότι νέμονταν διακεκριμένα τμήματα του επιδίκου κληροτεμαχίου και όχι ποσοστά εξ αδιαιρέτου, η οποία ομολογία περιέχεται στις αναφερόμενες τρεις προηγούμενες αγωγές των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων για το ίδιο κληροτεμάχιο τις οποίες είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες και από τις δύο πρώτες των οποίων είχαν παραιτηθεί οι αναιρεσίβλητοι ενώ η τρίτη είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη με την υπ' αριθμ. 2668/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. 'Όπως όμως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, όπου (σελ. 12) βεβαιώνεται ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο αποδεικνύονται από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων "και τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν (...), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", και όπου (σελ. 24) γίνεται ειδική μνεία της τελευταίας από τις ανωτέρω αγωγές, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις προαναφερθείσες αγωγές, ως έγγραφα από άλλες δίκες, και τους περιεχόμενους σ' αυτές ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, φερομένους ως εξώδικη ομολογία για μη νόμιμη κατάτμηση κατά νομήν του επιδίκου, τους οποίους το Εφετείο και εκτίμησε ελευθέρως, παρά την αναφορά του (Εφετείου) ότι δεν συνιστούν εξώδικη ομολογία, ως αναφερομένους στη ρύθμιση της χρήσεως του όλου κληροτεμαχίου με τη διαίρεσή του σε τμήματα για να καταστεί ευχερής η επιμελής καλλιέργεια του κληροτεμαχίου από τον καθένα. Επομένως ο εξεταζόμενος πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου στην προρρηθείσα υπ' αριθμ. 2668/1999 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου στην οποία υπάρχει παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι στην κριθείσα τότε, τρίτη από τις προαναφερθείσες, αγωγή τους ιστορούσαν ότι νεμήθηκαν διαιρετά τμήματα κληροτεμαχίου και δεν μπορούν να ζητούν την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους εξ αδιαιρέτου στο κληροτεμάχιο, λόγος για τον οποίο και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη εκείνη η αγωγή. Και τούτο, ότι δηλ. ο δεύτερος αυτός πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, όπως προαναφέρθηκε, το κατά τα ανωτέρω περιεχόμενο της απορριφθείσης (τρίτης) αγωγής των αναιρεσιβλήτων και το εκτίμησε ως ανωτέρω. Τέλος, με τον τέταρτο και υπό την επίκληση του αρ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 1814/9-11-1992 δημόσιας διαθήκης του αρχικού δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Κ. Ζ., ως εγγράφου, ως προς τον αναφερόμενο σ' αυτήν τρόπο της άτυπης διανομής του επίδικου κληροτεμαχίου που έλαβε χώραν το έτος 1961 και την έκτοτε καλλιέργεια διακεκριμένου τμήματος του επιδίκου από τον καθένα από τους αναιρεσιβλήτους. Εκτός όμως του ότι, όπως κατά τα προεκτεθέντα δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη, τα τρία τέκνα του αρχικού κληρούχου Κων/νου Ζ. αναδιένειμαν μεταξύ τους το επίδικο αμέσως μετά την παραχώρησή του σ' αυτά με την ως άνω άτυπη διανομή του πατέρα τους, οπότε δεν ίσχυσε μεταξύ τους η προηγηθείσα άτυπη διανομή ως προς την ακρίβεια των παραχωρηθέντων τμημάτων, το Εφετείο, όπως επίσης προαναφέρθηκε, δεν έλαβε υπόψη, ως μη νόμιμη, τη νομή των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο από την άτυπη αυτή διανομή (1961), αλλά μόνον την συννομή τους από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 431/68 μέχρι το έτος 1992, η οποία και μόνον ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος, αφού τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου (διαθήκης) δεν ήταν κρίσιμα για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς. V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-11-2012 αίτηση των Β. Γ. κ.λ.π., όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 236/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή