Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1932 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Αποπλάνηση ανηλίκου, Έγκληση, Παραγραφή υφ' όρο, Ασέλγεια μεταξύ συγγενών.




Περίληψη:
(Ι) Αποπλάνηση (3) παιδιών που δεν έχουν συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας τους, κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση. Τα 2 εξ αυτών είναι θυγατέρες του δράστη που τελούσε σε διάσταση με τη σύζυγο και μητέρα των ανηλίκων παθουσών. Εγκύρως υποβλήθηκε η έγκληση από την αμέτοχη μητέρα των τελευταίων ενόψει του επείγοντος χαρακτήρα της πράξης και του ότι δεν έχει εφαρμογή εδώ, ενόψει της διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως των γονέων των παθουσών, η ΑΚ 1517 για διορισμό ειδικού επιτρόπου προς υποβολή της εγκλήσεως. Απορρίπτεται ο 2ος λόγος για υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ). Έγκυρη υποβολή εγκλήσεως από N.K. ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της εξώγαμης ανήλικης θυγατέρας της Ντ.K. για τη συνοπτικά περιγραφόμενη αποπλάνηση, για την οποία και καταδικάστηκε. (ΙΙ) Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κατηγορία και για την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2ε΄ ΠΚ για την οποία απαιτείται, μετά την αξιόποινη πράξη, καλή στην κοινωνία συμπεριφορά του υπαιτίου, που να είναι συνέπεια ελεύθερης επιλογής του και όχι μόνο εξαναγκασμένης συμμορφώσεώς του προς του κανόνες συμπεριφοράς των κρατουμένων στη φυλακή. Απορρίπτονται οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ πρώτος και τέταρτος (β΄ σκέλος) λόγοι αναιρέσεως. Αναιτιολόγητη απόρριψη ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 α΄ ΠΚ. Δεκτός ο τέταρτος λόγος (α΄ σκέλος) αναιρέσεως. (ΙΙΙ) Όχι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί τα προκύπτοντα από το μη αναγνωσθέν έγγραφο (ανακριτική κατάθεση παθούσας θ.σ.) προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων). Απορρίπτει τον τρίτιο λόγο (άρθρ. 510 § 1 Α΄ ΚΠΔ). (IV) Στις 17-6-2005 (έναρξη ισχύος Ν. 3346/2005) ήδη είχε εκδοθεί η πρωτόδικη απόφαση και είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος για β΄ έγκλημα. (346 § 1 ΠΚ). Το ΜΟΕ έδει να παύσει υφ΄ όρο την ποινική δίωξη κατ’ άρθρο 31 § 1 του άνω νόμου και όχι να προχωρήσει στην κατ’ ουσία έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος. Δεκτός ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ).





Αριθμός 1932/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, για αναίρεση της 284-289/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1248/2006.

Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117 παρ. 1 και 118 παρ. 2 ΠΚ συνάγεται ότι, σε όσες περιπτώσεις ο νόμος απαιτεί έγκληση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ο δικαιούμενος σε υποβολή της πρέπει να την υποβάλει μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμέτοχους της. Αν ο παθών είναι πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, δικαίωμα για υποβολή της εγκλήσεως έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, μετά δε τη συμπλήρωση του έτους αυτού της ηλικίας του και μέχρι να συμπληρώσει το 17ο έτος, το δικαίωμα της εγκλήσεως έχουν και ο παθών και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του και μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας του μόνον ο παθών. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ, νόμιμοι αντιπρόσωποι του ανηλίκου είναι οι γονείς του, που έχουν τη γονική μέριμνα του τέκνου τους, την οποία ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει, εκτός άλλων, και την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί και το δικαίωμα της εγκλήσεως. Έτσι, σε περίπτωση εγκλήματος, το οποίο στρέφεται κατά ανηλίκου πού δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, το δικαίωμα υποβολής της απαιτούμενης για την κίνηση της ποινικής διώξεως εγκλήσεως επιφυλάσσεται από το νόμο στους γονείς του ανηλίκου, οι οποίοι πρέπει, κατ' αρχήν, να υποβάλουν την έγκληση αυτή από κοινού, αφού σταθμίσουν αν το αληθές συμφέρον του τέκνου είναι να διωχθεί ο δράστης ή, δια της άπρακτης παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας, να μείνει ατιμώρητος. Όμως, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1516 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη που αφορά σε πράξεις με επείγοντα χαρακτήρα, καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναγόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Επομένως, προκειμένου για αξιόποινη πράξη εις βάρος ανηλίκου κάτω των 12 ετών, την έγκληση, ως αποτελούσα πράξη επιμέλειας του προσώπου του με επείγοντα χαρακτήρα, που δικαιολογείται από την πιο πάνω τρίμηνη προθεσμία για υποβολή της, μπορεί να υποβάλει εγκύρως και ο ένας μόνο γονέας. Το αυτό ισχύει και όταν δράστης κατ' έγκληση διωκομένου εγκλήματος εις βάρος ανηλίκου είναι ο ένας γονέας του ανηλίκου, ο οποίος βρίσκεται σε διάσταση με τον άλλο γονέα. Και στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, εγκύρως υποβάλλεται η έγκληση από τον άλλο (αμέτοχο) γονέα και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 1517 ΑΚ, που ορίζει ότι αν τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα του πατέρα του ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων ή των συγγενών τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, διορίζεται ειδικός επίτροπος, διότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, όταν έχει επέλθει διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των γονέων του ανηλίκου, ο μη διαπράξας την κατά του ανηλίκου αξιόποινη πράξη γονέας του δεν βρίσκεται προ διλήμματος να αποσιωπήσει την εις βάρος του τέκνου του τελεσθείσα από τον άλλο γονέα αξιόποινη πράξη ή να καταμηνύσει το δράστη γονέα και σύζυγο του και δεν συντρέχει εντεύθεν ο δικαιολογητικός λόγος, για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 1517 ΑΚ, της συγκρούσεως συμφερόντων. Τέλος, κατά το άρθρο 344 εδ. α' ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της κατωτέρω πράξεως, πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 4 του Ν. 3064/15-10-2002, και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), για να ασκηθεί ποινική δίωξη για αποπλάνηση παιδιών (άρθρο 339 ΠΚ) απαιτείται έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 284-289/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης ο κατηγορούμενος, και ήδη αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος αποπλανήσεως παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, και συγκεκριμένα: α)των ανηλίκων θυγατέρων του Γ1 και Γ2, ηλικίας 12 και 10 ετών, αντίστοιχα, και β)της ανήλικης Ζ, ηλικίας 12 ετών, εξώγαμης θυγατέρας της Ψ2, η οποία (αποπλάνηση) τελέσθηκε στη ...... κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του έτους 1999 μέχρι τις 31-3-2002 και για τη δίωξή της απαιτείτο, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, έγκληση, σύμφωνα με το άρθρο 344 του ΠΚ. Η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε, στην πρώτη περίπτωση, ύστερα από την από 5-4-2002 έγκληση (ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης) της Ψ1, εν διαστάσει συζύγου του αναιρεσείοντος και μητέρας των πιο πάνω ανηλίκων παθουσών (Γ1 και Γ2), οι οποίες ως γεννηθείσες στις 13-4-1990 και 16-7-1992, αντίστοιχα, δεν είχαν συμπληρώσει τότε το δωδέκατο έτος της ηλικίας τους και εξαιτίας αυτού στερούντο, κατ' άρθρο 118 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελούς δικαιώματος προς έγκληση. Η εν λόγω έγκληση της ειρημένης μητέρας των ανηλίκων παθουσών, ως περιλαμβανόμενη στην επιμέλεια του προσώπου των τελευταίων, εγκύρως υποβλήθηκε μόνο απ' αυτήν (αμέτοχη, σχετικά με το έγκλημα, γονέα) κατά του δράστη συζύγου της και πατέρα των ανηλίκων παθουσών, αφού τούτο επιβαλλόταν από τη φύση και τον επείγοντα χαρακτήρα της εγκλήσεως, και δεν απαιτείτο εν προκειμένω, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, ο διορισμός, κατ' άρθρο 1517 ΑΚ, ειδικού επιτρόπου προκειμένου να υποβάλλει αυτός κατά του αναιρεσείοντος έγκυρη έγκληση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο τελευταίος, δοθέντος ότι ήδη είχε επέλθει τότε διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των γονέων των ανηλίκων παθουσών και η αμέτοχη μητέρα αυτών δεν βρισκόταν προ διλήμματος και καταμηνύσει ή όχι το δράστη πατέρα τους και σύζυγό της, εντεύθεν δε δεν συνέτρεχε περίπτωση συγκρούσεως συμφερόντων, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 1517 ΑΚ. Περαιτέρω, στη δεύτερη περίπτωση, σε σχέση δηλαδή με την ανήλικη παθούσα Ζ, η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκήθηκε, μετά την έγκυρη υποβολή εγκλήσεως εναντίον του δια της από 16-4-2002 ένορκης καταθέσεως της μητέρας της εν λόγω ανήλικης, Ψ2 , ενώπιον της Ανακρίτριας του Δ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία (ανήλικη), ως γεννηθείσα στις 3-7-1990, δεν είχε συμπληρώσει τότε το δωδέκατο έτος της ηλικίας της και εξ αιτίας αυτού στερείτο, κατ' άρθρο 118 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελούς δικαιώματος προς έγκληση. Όπως δε προκύπτει από την ειρημένη ανακριτική κατάθεσή της η εγκαλούσα Ψ2 ζήτησε σαφώς, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της πιο πάνω ανήλικης εξώγαμης θυγατέρας της Ζ, και όχι ατομικά ως έχουσα ίδιο δικαίωμα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, την ποινική δίωξη αυτού για την περιγραφόμενη συνοπτικά στην κατάθεσή της αυτή αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως κατ' εξακολούθηση που διέπραξε στη ..... εις βάρος του εν λόγω παιδιού της και για την οποία καταδικάσθηκε αυτός με την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση. Επομένως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί απαραδέκτου ασκήσεως των άνω εγκλήσεων α)της Ψ1 για λογαριασμό των ανηλίκων θυγατέρων της Γ1 και Γ2 και β) της Ψ2 για λογαριασμό της εξώγαμης ανήλικης θυγατέρας της Ζ και εντεύθεν περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε εις βάρος του με βάση τις εγκλήσεις αυτές και καταδίκασε στη συνέχεια αυτόν σε ποινές καθείρξεως, που αναφέρονται στην απόφαση, για αποπλάνηση παιδιών σε βαθμό κακουργήματος, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων πιο πάνω εκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 339 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 56 παρ. 2 του ν. 3160/2003, "όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται ως εξής: α)αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β)αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και δεκατρία έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ)αν συμπλήρωσε τα δεκατρία έτη, με φυλάκιση. Κατά δε το άρθρο 346 του ΠΚ "Παρ. 1. Η επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξης που γίνεται μεταξύ των συγγενών που αναφέρονται στο άρθρο 345 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Παρ. 2. Η παρ. 2 του άρθρου 345 έχει εφαρμογή και σ' αυτήν εδώ την περίπτωση". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς, τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δε προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ως ελαφρυντικές δε περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό στοιχ. α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" και (υπό στοιχ. ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για τη δεύτερη από τις ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις απαιτείται, μετά την αξιόποινη πράξη, καλή, γενικά, στην κοινωνία συμπεριφορά του υπαιτίου, που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και να είναι συνέπεια ελεύθερης επιλογής του και όχι μόνο εξαναγκασμένης συμμορφώσεώς του προς τους κανόνες συμπεριφοράς των κρατουμένων στη φ υ λ α κ ή. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 284-289/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 με την ήδη εν διαστάσει σύζυγό του Ψ1 απέκτησαν δύο παιδιά, την Γ1 (...) και την Γ2 (...), ηλικίας κατά τους κατωτέρω ένδικους χρόνους περίπου 12 και 9 ετών, αντίστοιχα, δεδομένου ότι είχαν γεννηθεί στις 13-4-1990 η πρώτη και στις 16-7-1992 η δ ε ύ τ ε ρ η. Ο ανωτέρω γάμος διασπάσθηκε οριστικά εξαιτίας της εξωσυζυγικής σχέσης της συζύγου του κατηγορουμένου, η οποία εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη. Με την υπ' αριθμ. 20912/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων στον κατηγορούμενο - πατέρα τους και με την υπ' αριθμ. 3040/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ανατέθηκε οριστικά η εν λόγω επιμέλεια στον τελευταίο. Την άσκηση της γονικής μέριμνας κατά τα λοιπά ασκούσαν και οι δύο γονείς των ανηλίκων τέκνων. Μετά τις ανωτέρω εξελίξεις ο κατηγορούμενος ζούσε μαζί με τα δύο ανήλικα παιδιά του και τη μητέρα του στην..... Θεσσαλονίκης, Όμως από το έτος 1999 και μέχρι την 31-3-2002 ενεργούσε σε βάρος των παιδιών του ασελγείς πράξεις, αφού εκμεταλλεύτηκε την αγάπη των παιδιών του που έτρεφαν γι' αυτόν, καθώς επίσης και την παιδική ανωριμότητα και την έλλειψη καθαρής κρίσης και εκτίμησης σχετικά με καταστάσεις και περιστατικά που αφορούν την γενετήσια σφαίρα. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν ως δήθεν φιλελεύθερο και απελευθερωμένο άτομο, κυκλοφορούσε πολλές φορές μέσα στο μικρό του σπίτι γυμνός μπροστά στις ανήλικες θυγατέρες του και τις περισσότερες φορές, κατ' απαίτησή του, κοιμόντουσαν όλοι μαζί στο ίδιο κρεβάτι. Επίσης, "δήθεν" μάθαινε τις δύο κόρες του να τον φιλούν στο στόμα, τις φιλούσε και αυτός στο στόμα με τη γλώσσα του μέσα στο στόμα τους, έπιανε και χάιδευε το στήθος της θυγατέρας του Γ1 (....) λέγοντας της με "πονηρό" ύφος "μεγαλώνουν", τους χάιδευε τα γεννητικά τους όργανα και ενώ χάιδευε τα γεννητικά όργανα της κόρης του Γ1 έλεγε "έβγαλε τρίχες". Εκτός αυτών, τις έκανε μπάνιο ο ίδιος, καίτοι, λόγω της ηλικίας τους, μπορούσαν να αυτοεξυπηρετηθούν, και ταυτόχρονα τις χάιδευε και έβαζε το δάκτυλό του στο εσωτερικό μέρος του αιδοίου, με αποτέλεσμα η μικρή του κόρη Γ2 [.....] να πονάει. Επιπλέον ο κατηγορούμενος ζητούσε από την κάθε μία χωριστά να χαϊδεύει το πέος του, να το φιλάει, να το γλείφει και στη συνέχεια (ο κατηγορούμενος) εκσπερμάτωνε βογκώντας. Σε περίπτωση δε που αυτές αρνούνταν να το πράξουν έβγαζε το χάρακα για να τις κτυπήσει, οπότε αυτές υπάκουσαν. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι οι ανωτέρω θυγατέρες του κατηγορουμένου κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα ήτοι: από τον Ιανουάριο του έτους 2002 και μετέπειτα ανέπτυξαν στενή φιλική σχέση με την ανήλικη Ζ, ηλικίας 12 ετών περίπου, δεδομένου ότι είχε γεννηθεί στις 3-7-1990. Η ανήλικη αυτή, που ήταν συμμαθήτρια στο ίδιο σχολείο με τη θυγατέρα του κατηγορουμένου Γ1 (....) επισκεπτόταν τακτικά, κυρίως τα απογεύματα, αλλά και τα πρωινά κατά τα Σαββατοκύριακα τις φίλες της στην κατοικία του κατηγορουμένου και μάλιστα από 18-3-2002 και μετέπειτα σχεδόν καθημερινά. Ο κατηγορούμενος άρχισε, με διάφορες εκδηλώσεις και περιποιήσεις, να επιδεικνύει, δήθεν, στην Ζ πατρική στοργή. Έτσι απέκτησε την εμπιστοσύνη αυτής - Ζ, σε σημείο που αυτή κατέληξε να τον αποκαλεί "μπαμπά" κατ' απαίτηση του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος άρχισε να ασελγεί σε βάρος και της ανήλικης φίλης των θυγατέρων του με πράξεις που προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αφού εν τω μεταξύ εκμεταλλεύτηκε την παιδική της ανωριμότητα και την έλλειψη καθαρής κρίσης σχετικά με καταστάσεις και περιστατικά που αφορούν την γενετήσια σφαίρα, όπως επίσης και την προαναφερομένη εμπιστοσύνη της ανήλικης, που έτρεφε σ' αυτόν (κατηγορούμενο). Ο τελευταίος της μάθαινε να τον φιλάει στο στόμα, την φιλούσε στο στόμα με τη γλώσσα μέσα σ' αυτό, έπιανε και χάιδευε το στήθος της, με πρόφαση το μασάζ που της έκανε στην πλάτη, έβαζε το χέρι του κάτω από το εσώρουχό της, χάιδευε το αιδοίο της και απαιτούσε να του γλείψει το πέος του, ενώ σε μερικές φορές εκσπερμάτωνε. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος το απόγευμα της 29-3-2002 ημέρα Παρασκευή, ενώ όλοι μαζί είχαν ξαπλώσει στο κρεβάτι της μιας θυγατέρας του, ζήτησε: 1)από την ανήλικη Ζ και 2)από τις θυγατέρες του να του γλείψουν το γεννητικό του όργανο. Οι παθούσες υπάκουσαν στην επιθυμία του, με αποτέλεσμα να ικανοποιηθεί σεξουαλικά και να εκσπερματώσει μπροστά στα μάτια των τριών ανηλίκων. Στις 30-3-2002 ο κατηγορούμενος και οι ανωτέρω τρεις ανήλικες πήγαν βόλτα με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου στο δάσος του ..... στην περιοχή του ξενοδοχείου ".....". Κατά τη διαδρομή ο κατηγορούμενος τοποθέτησε δίπλα του στη θέση του συνοδηγού την ανήλικη Ζ μαζί με την κόρη του Γ1. Κατά τη διαδρομή ο κατηγορούμενος θώπευε και χάιδευε του μηρούς της, το αιδοίο και τον πρωκτό της μέσα από το εσώρουχό της. Επίσης, το ίδιο απόγευμα της 30-3-2002, όταν επέστρεψαν στο σπίτι του κατηγορούμενου, και ξάπλωσαν να κοιμηθούν όλοι μαζί σε ένα κρεβάτι και δη: ο κατηγορούμενος, η Γ1, η Ζ και η μικρή του κόρη Γ2, έγλειψε με τη γλώσσα του την Ζ στο στόμα της και έβαζε τη γλώσσα του στο στόμα της, έγλειψε και χάιδευε το στήθος της, ενώ στη συνέχεια, αφού της έβγαλε το κάτω μέρος της πιζάμας της, άρχισε να πιάνει το αιδοίο της με τα δάκτυλά του, βάζοντας και πιέζοντας με το δάκτυλό του το εσωτερικό του μέσα από τα εσωτερικά χείλη και να τρίβει το όργανό του στο αιδοίο της μικρής-Ζ- και στον πρωκτό της, με αποτέλεσμα να εκσπερματώσει και πάλι μπροστά της. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε σε βάρος των ανηλίκων θυγατέρων του, αλλά και της ανήλικης φίλης τους Ζ, και όλες εκείνες τις ασελγείς πράξεις, οι οποίες αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της παρούσας και της εκκαλουμένης απόφασης. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Ιδίως τα ανωτέρω πιστοποιούνται, από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των τριών ανηλίκων - παθουσών, οι οποίες με σαφήνεια και με πειστικό τρόπο, κατέθεσαν, μεταξύ των άλλων, για την επανειλημμένη ενέργεια των προαναφερομένων ασελγών πράξεων σε αυτές, από τον κατηγορούμενο, αφού η μεν ανήλικη Γ1 κατέθεσε ότι ο πατέρας της, που κυκλοφορούσε στο σπίτι τους χωρίς εσώρουχα για να προκαλεί τις ανήλικες, τη φιλούσε στο στόμα, στα γεννητικά όργανα της και σε όλο το σώμα όταν της έκανε μπάνιο, ότι της ζητούσε να του το φιλάει και μάλιστα πολλές φορές της είχε πει "σήκωσέ μου την, φίλα την" και αυτή το έκανε, γιατί φοβόταν, ενώ περισσότερες φορές το ζήτησε από τη Γ1, την οποία είχε αντιληφθεί να του φιλάει το γεννητικό του όργανο κατ' απαίτησή του, προσθέτοντας ότι τα ίδια είχε κάνει και στην Ζ και δη: χάδια στο στήθος μέσα από την μπλούζα, φιλιά στο στόμα, στα γεννητικά του όργανα, είσοδο του δακτύλου του βιαίως στο γεννητικό όργανό της, η δε Γ1 κατέθεσε ότι από την Τετάρτη δημοτικού μέχρι την έκτη δημοτικού άρχισε να της κάνει μπάνιο και να την τρίβει στην ευαίσθητη περιοχή και να της κάνει μασάζ στο στήθος, ενώ στη συνέχεια του φιλούσε το γεννητικό του όργανο, όπως και οι άλλες, το οποίο κατ' απαίτηση του το έπαιζαν κιόλας, το οποίο στη συνέχεια έβγαζε ένα άσπρο υγρό που κολλούσε, της ζητούσε δε να βγάζει το μπλουζάκι για να φαίνεται το στήθος της, ενώ έβαλε το δάκτυλό του στο γεννητικό όργανο της Ζ, όταν όλοι μαζί είχαν ξαπλώσει στο ίδιο κρεβάτι. Πολλές δε φορές προέβαλε ταινίες "τσόντες" που είχε προηγουμένως αγοράσει, προσθέτοντας ότι όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που κατηγορείται ο πατέρας της είναι αληθινά και δεν τα είπε εξ αρχής γιατί φοβόταν και την "απειλούσε" ότι θα αυτοκτονήσει αν πάει στη φυλακή. Πρέπει να επισημανθεί ότι η τελευταία μάρτυς - παθούσα αρχικά και δη: κατά την ανάκριση δεν καταφέρθηκε κατά του κατηγορουμένου πατέρα της. Αυτό οφείλεται στο ότι μεταξύ των, αυτής και του πατέρα της, δημιουργήθηκε ειδική σχέση με ερωτική χροιά, την οποία ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε και απειλούσε την ανήλικη κόρη του, με το ότι θα αυτοκτονούσε αν πήγαινε στη φυλακή. Μετά ταύτα όμως και βλέποντας το μέγεθος της ζημιάς που της είχε κάνει εγκατέλειψε τη σιωπή της και κατέθεσε λεπτομερώς και άκρως πειστικώς τις ασελγείς πράξεις που τέλεσε σε βάρος της ο κατηγορούμενος και σε βάρος των λοιπών ανηλίκων - παθουσών. Ωσαύτως η ανήλικη παθούσα Ζ επιβεβαίωσε τα ανωτέρω, αφού κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να κυκλοφορεί με ένα μπουρνούζι μετά το μπάνιο, που το άφηνε ανοικτό μπροστά και να είναι γυμνός από κάτω, χάιδευε τις κόρες του και άρχισε και μένα, τις χάιδευε στον πισινό και στο στήθος, στη βόλτα προς το ....., την έβαλε δίπλα του, και άρχισε να την χαϊδεύει και να την τρίβει στα μπούτια, όταν δε κάθησαν κάτω στο δάσος ο κατηγορούμενος έβγαλε το παντελόνι του χωρίς να φοράει εσώρουχο και της είπε να πάει να του την σηκώσει για να παίξουν, ενώ στην επιστροφή την έβαλε στη θέση του συνοδηγού και άρχισε να την "τσιμπά", προσθέτοντας ότι την πίεσε στο σπίτι να του γλύψει το όργανό του και το έκανε αυτή, οπότε έβγαλε ένα άσπρο υγρό και της είπε ότι το έχουν κάνει πολλές φορές και οι κόρες του. Άλλες φορές της έκανε μασάζ στους ώμους και στο στήθος και της έβαζε το δάκτυλο στο γεννητικό της όργανο, ενώ πολλές φορές τον είδε να χαϊδεύει το γεννητικό όργανο της Γ1 και μία φορά της Γ2, στην δε ίδια μία φορά της είπε "πιάσε με τον πούτσο και γλύψτο", ενώ είδε την Γ2 να φιλάει το γεννητικό όργανο του μπαμπά της και τη Γ1 να τον χαϊδεύει. Επίσης η εις βάρος της ανήλικης Ζ συμπεριφορά του κατηγορουμένου, προκύπτει από: 1)την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Ε1, πατριού της Ζ, στον οποίο ομολόγησε την πράξη του λέγοντας του "Ε1 σε παρακαλώ κολάστηκα, την αγαπώ την κοπέλα", 2)από την κατάθεση της μητέρας του κατηγορουμένου Β1
, η οποία αντιλήφθηκε τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου σε βάρος της Ζ. Ωσαύτως τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την κατάθεση του ....., παιδοψυχολόγου, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, κατέθεσε ότι οι ανήλικες είναι ειλικρινείς και κατέθεσαν την αλήθεια, καθώς και από την κατάθεση της ....., ιατρού παιδοψυχολόγου, η οποία διαπίστωσε την ανωτέρω σχέση των ανήλικων θυγατέρων του κατηγορουμένου με αυτόν, τονίζοντας ότι η μεγάλη κόρη του (Γ1) είχε μεγάλο δέσιμο μαζί του, γεγονός το οποίο δεν ήταν φυσιολογικό, και ως εκ τούτου ήταν δύσκολο να καταθέσει κάτι εναντίον του και επιπλέον βρισκόταν σε μεγάλη απόγνωση μη τυχόν χάσει την προστασία που είχε από αυτόν, με τον οποίο βρισκόταν σε μία ερωτική τάση, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε με τη μικρή (Γ2), προσθέτοντας ότι όταν τα παιδιά μεγάλωσαν αντιλήφθηκαν τι συνέβαινε και έτσι κατέθεσαν αυτά που είχαν συμβεί και δήλωσαν ότι δεν είναι μυθομανή και έλεγαν την αλήθεια. Τέλος, και η μάρτυς ......., ιατρός ψυχολόγος, κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου είχε υπερβεί κάποιο όριο σωστής συμπεριφοράς απέναντι στα παιδιά του από σεξουαλικής απόψεως και ότι τα παιδιά αρχικά ήταν επιφυλακτικά, γιατί θεωρούσαν ότι αν έλεγαν κάτι εναντίον του ήταν δυνατόν να διασπάσουν την οικογενειακή κατάσταση που υπήρχε μέχρι τότε, καθώς και την οικογενειακή θαλπωρή, ενώ προσέθεσε ότι τα κορίτσια, ό,τι συνέβαινε δεν το θεωρούσαν ένα ευχάριστο γεγονός, ήθελαν δε να το πουν. Επισημαίνεται ότι και οι τρεις [3) τελευταίοι μάρτυρες για την εξέταση των ανηλίκων - παθουσών συνέταξαν και τις ως άνω αναγνωσθείσες εκθέσεις τους, με τις οποίες αιτιολογημένα επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω περιστατικά που κατέθεσαν. Τέλος και οι μάρτυρες 1)Ψ1 και 2)Ψ2, μητέρες των ανηλίκων παθουσών, μεταξύ των άλλων, επιβεβαίωσαν στις καταθέσεις τους τις προαναφερόμενες ενέργειες - ασελγείς πράξεις - του κατηγορουμένου σε βάρος των ανήλικων παιδιών τους και η μεν πρώτη, αφού κατέθεσε για την περιπέτεια των θυγατέρων της, προσέθεσε ότι ο κατηγορούμενος είχε κατηγορηθεί και πάλι για ασέλγεια σε βάρος μίας θείας του, αλλά αυτή (μάρτυρας) βοήθησε να αθωωθεί και ότι βρέθηκαν σημειώματα στα οποία η Γ1 έλεγε ότι ήθελε να αυτοκτονήσει, η δε δεύτερη εξιστόρησε τα όσα η θυγατέρα της Ζ της μετέφερε για την περιπέτεια της από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Περαιτέρω τα ανωτέρω προκύπτουν και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δη: 1)τις άνω εκθέσεις των προαναφερομένων επιστημόνων, 2)την υπ' αριθμ. 19246/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί αρχικώς για την πράξη της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας της ...... (που τελούσε υπό απαγόρευση, λόγω διανοητικού προβλήματος), πλην όμως αθωώθηκε, λόγω προφανώς επιθυμίας των συγγενών της για επίλυση της δημιουργηθείσης διαφοράς, με την εν λόγω απόφαση, 3)τις φωτογραφίες των παιδιών του κατηγορουμένου σε παραλία, τα σημειώματα και τα ημερολόγια και τα φύλλα από τετράδιο, 4)το φάκελο από γράμμα, και 5)τα πρακτικά και την εκκαλούμενη απόφαση. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ......, που είχε εξεταστεί και πρωτοδίκως κατά πρόταση του κατηγορουμένου, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ......, Β1, μητέρας του κατηγορουμένου, και ......, οι οποίοι δεν είχαν ιδία αντίληψη των ανωτέρω γεγονότων, και ειδικά ο πρώτος και ο τρίτος απ' αυτούς, ενώ η δεύτερη μητέρα του κατηγορουμένου κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι αντιδρούσε για την παρουσία της Ζ στο σπίτι τους και ο κατηγορούμενος μία φορά της έκλεισε το στόμα της για να μη μιλήσει σχετικά με την Ζ, την οποία η μάρτυρας την αποκαλούσε στις εγγονές της με τη φράση "τι το θέλετε αυτό το πουτανί" και του κάνετε παρέα. Εξάλλου, τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε και από τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε ο κατηγορούμενος και αναγνώσθηκαν από το Δικαστήριο, καθώς και από την απολογία του με την οποία προσπαθεί όλως αβασίμως να αποδώσει την εις βάρος του κατηγορία στο ότι τα παιδιά του έχουν επηρεασθεί από το περιβάλλον της μητέρας τους και κατέθεσαν σε βάρος του, ενώ για την Ζ ισχυρίστηκε ότι αυτή του έκανε άσεμνες ερωτικές χειρονομίες και όχι αυτός και τον κοιτούσε όχι παιδικά αλλά με άλλο τρόπο υπονοώντας ερωτικό. Οι ισχυρισμοί δεν είναι βάσιμοι ενόψει των ανωτέρω και ως εκ τούτου δεν γίνονται πιστευτοί από το Δικαστήριο, αφού πλήρως προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις ανωτέρω πράξεις, γεγονός που ενισχύεται κατά τρόπο σαφή και από την απολογία του. Περαιτέρω ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών: 1) του προτέρου εντίμου βίου και 2) της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την τέλεση των πράξεών του. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Αυτό γιατί, ως προς μεν το πρώτο αίτημά του, δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση των ανωτέρω πράξεων έζησε έντιμο οικογενειακό και κοινωνικό βίο, αφού από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ειδικά από τις καταθέσεις των θυγατέρων του - παθουσών προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει σοβαρές αξιόποινες πράξεις σε βάρος των ανηλίκων τέκνων του και πολύ πριν από την τέλεση των ως άνω ενδίκων πράξεων. Επίσης, ως προς το δεύτερο αίτημα, δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή διαγωγή στην κοινωνία μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων. Ναι μεν επικαλείται καλή συμπεριφορά στον τόπο κράτησης του, πλην όμως η εν λόγω συμπεριφορά στη φυλακή δεν αρκεί και δεν αποδεικνύει την καλή συμπεριφορά, αφού η σχετική διάταξη (άρθρο 84 παρ.2 ε' ΠΚ) αναφέρεται στη διαγωγή του στην κοινωνία και όχι στη φυλακή. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων και δη: 1)της αποπλάνησης παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και 2) της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, και να απορριφθούν οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι". Ακολούθως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1, του ότι: "1)Στους πιο κάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, όπως περιγράφονται ειδικά πιο κάτω, ήτοι αποπλάνηση παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και ασέλγεια μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριμένα: 1) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενήργησε ασελγείς πράξεις με πρόσωπα νεώτερα από 15 ετών και ειδικότερα, με τρία (3) κορίτσια-παθούσες, εκ των οποίων η μία δεν συμπλήρωσε τα δέκα (10) έτη της ηλικίας της και οι δύο (2) τα δεκατρία (13) τους έτη και παραπλάνησε, με αποτέλεσμα να υποστούν τέτοιες πράξεις. Ειδικότερα: Α)Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Μαρτίου έως 31 Μαρτίου 2002, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες κατά την ανάκριση ημερομηνίες, καθώς και στις συγκεκριμένες ημερομηνίες που αναφέρονται ειδικά πιο κάτω (κατά περίπτωση), όντας σε διάσταση με τη σύζυγο του, Ψ1, έχοντας αναλάβει ο ίδιος αποκλειστικά, την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των δύο (2) ανηλίκων θυγατέρων του, Γ1 (....)και Γ2 (....), που φοιτούν στο Δημοτικό Σχολείο (στην ΣΤ' και Δ' τάξη αντίστοιχα), με τις οποίες κατοικούσε στην επί της ενταύθα (...) οδού, ....., οικία του, οι οποίες κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα (από τον Ιανουάριο του 2002 και μετέπειτα) έκαναν στενή παρέα με την συνομήλικη της κόρης του, Γ1 (δωδεκαετή) ανήλικη, Ζ (μαθήτρια της ΣΤ' τάξης του Δημοτικού Σχολείου, γεννηθείσα στις 3.7.90) που επισκεπτόταν τακτικά (κυρίως τα απογεύματα, αλλά και τα πρωινά, κατά τα Σαββατοκύριακα) τις παραπάνω δύο (2) φίλες της - θυγατέρες του στην ως άνω κατοικία τους στην ...... και σχεδόν καθημερινά, από τις 18 Μαρτίου και μετέπειτα και ιδίως, κατά την τελευταία βδομάδα, κατά τη διάρκεια των εν λόγω επισκέψεων της στην κατοικία του, αφού προηγουμένως, με διάφορες περιποιήσεις και εκδηλώσεις πατρικής αγάπης ενδιαφέροντος και θαυμασμού, απέκτησε την εμπιστοσύνη της προαναφερομένης ανήλικης φίλης των θυγατέρων του, Ζ, στη συνέχεια, εκμεταλλευόμενος την επιρροή που προοδευτικά απέκτησε πάνω της, όπως και την παιδικότητα και ανωριμότητα της, καθώς και την συνακόλουθη έλλειψη καθαρής κρίσης, εκτίμησης και ηθικής αξιολόγησης εκ μέρους της, σχετικά με καταστάσεις και περιστατικά που αφορούν την γενετήσια σφαίρα, όπως επίσης και τα συναισθήματα σεβασμού, αγάπης, εμπιστοσύνης που έτρεφε για τον ίδιο, λόγω της ηλικίας του και της ιδιότητας του, ως πατέρα των δύο (2) καλύτερων φίλων της, εμφανιζόμενος ως πολύ φιλελεύθερο και απελευθερωμένο άτομο (κυκλοφορώντας πολλές φορές γυμνός μπροστά τους ή μόνο με το κάτω εσώρουχο του), παρακινώντας και τα τρία (3) ανωτέρω παιδιά να φέρονται και να συμπεριφέρονται ανάλογα, αφού την παραπλανούσε με σκοπό τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας και ορμής του, επιχείρησε επανειλημμένα μ' αυτήν (και επ' αυτής) τις παρακάτω πράξεις που ανάγονται στην γενετήσια σφαίρα και που αντικειμενικά προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών και ειδικότερα, της μάθαινε να τον φιλάει στο στόμα, την φιλούσε στο στόμα (με τη γλώσσα του μέσα σ' αυτό), έπιανε και χάιδευε το στήθος της, με πρόφαση το μασάζ που της έκανε στην πλάτη (ή έβαζε το χέρι του κάτω από την μπλούζα της και της το χάιδευε), έβαζε το χέρι του κάτω από το εσώρουχο της και χάιδευε το αιδοίο της, της ζητούσε να ξεντυθεί μπροστά του για να τη βλέπει και να τη χαϊδεύει ή την ξέντυνε ο ίδιος, ειδικότερα το απόγευμα της Παρασκευής 29/3 που είχανε ξαπλώσει όλοι μαζί στο κρεβάτι της μιας κόρης του, της ζήτησε (όπως και τις δύο κόρες του) να φιλήσει και να γλείψει το γεννητικό του όργανο (το πέος του), πράξεις που έκανε (όπως και οι δύο κόρες του), υπακούοντας στην επιθυμία και παραγγελία του, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί σεξουαλικά και να εκσπερματώσει μπροστά στα μάτια και των τριών (3) παιδιών, περαιτέρω, όταν πήγανε βόλτα οι τρεις [3] τους με το αυτοκίνητο του (το Σάββατο 30.3) στο δάσος του .... στην περιοχή του ξενοδοχείου "....", στην διαδρομή, την έβαλε να καθίσει δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού, ώστε να απλώνει το χέρι του και να της χαϊδεύει τους μηρούς, το αιδοίο και τον πρωκτό μέσα από το εσώρουχό της (πράξεις που επανέλαβε και το πρωί της επομένης ημέρας, Κυριακής 31/3 που πήγανε ξανά όλοι μαζί περίπατο με το αυτοκίνητο του μέσα στην πόλη της ...) και να την τσιμπά στους μηρούς και τον πρωκτό, φθάνοντας δε στο δάσος, όπου ακινητοποίησε το αυτοκίνητο του, έβγαλε τη βερμούδα που φορούσε (χωρίς να φορά εσώρουχο από κάτω) και ύστερα το γεννητικό του όργανο σε κοινή θέα των τριών (3) παιδιών και ζήτησε πρώτα από τη μικρή του κόρη, Γ2 να "του την σηκώσει, γιατί ήταν πεσμένη...", μετά δε την άρνηση της τελευταίας ζήτησε το ίδιο πράγμα από τη προδιαλαμβανόμενη Ζ, η οποία έσκυψε να του το φιλήσει, αλλά την τράβηξε η ως άνω κόρη του και απομακρύνθηκαν για να παίξουν, στη συνέχεια, το ίδιο απόγευμα (Σάββατο 30.3) όταν επιστρέψανε στην οικία του και ξαπλώσανε να κοιμηθούν όλοι μαζί σ' ένα κρεβάτι (ο κατηγορούμενος, η Ζ και η μικρή του κόρη Γ2) έγλυψε με τη γλώσσα του τη Ζ στο στόμα της και έβαζε τη γλώσσα του στο στόμα της, της σήκωσε την μπλούζα (της πιτζάμας) που φορούσε και χάιδευε και έγλειφε το στήθος της, αμέσως μετά, ξεντύθηκε από το εσώρουχο του, έβγαλε και το κάτω μέρος της πιτζάμας της Ζ και άρχισε να πιάνει το αιδοίο της με τα δάκτυλα του βάζοντας και πιέζοντας με το δάκτυλο του το εσωτερικό του, μέσα από τα εσωτερικά χείλη με αποτέλεσμα να την διακορεύσει και να τρίβει το γεννητικό του όργανο στο αιδοίο της μικρής και στον πρωκτό της, έτσι ώστε να εκσπερματώσει και πάλι μπροστά της, Β)Στη Θεσσαλονίκη σε επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, πάντως κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων δύο ετών και έξι (6) μηνών τουλάχιστον (ήτοι, από τα τέλη του 1999 μέχρι τις 31.3.2002), καθώς και στις ημερομηνίες που αναφέρονται ειδικά πιο κάτω, όντας σε διάσταση με τη σύζυγο του - εγκαλούσα, Ψ1, έχοντας αναλάβει ο ίδιος αποκλειστικά τελικώς, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3040/1999 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την άσκηση της επιμέλειας (εδώ και μια οκταετία περίπου) του προσώπου των δύο (2) ανηλίκων θυγατέρων τους, Γ1 (....) και Γ2 (....) που γεννήθηκαν στις: 13.4.1990 και 16.7.1992, αντίστοιχα (ηλικίας σήμερα δώδεκα (12) ετών η πρώτη και δέκα (10) περίπου ετών η δεύτερη, έχοντας αποφοιτήσει από την ΣΤ' τάξη του Δημοτικού Σχολείου η μεγάλη και από την Δ' τάξη η μικρή), με τις οποίες κατοικούσε στην επί της ενταύθα (...) οδού ...., οικία του οι οποίες κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα (από τον Ιανουάριο του 2002 και μετέπειτα) έκαναν στενή παρέα με την προαναφερομένη Ζ (δώδεκα περίπου ετών) εκμεταλλευόμενος την ιδιαίτερη επιρροή που προοδευτικά απέκτησε πάνω στις δύο (2) κόρες του (δημιουργώντας τους σιγά-σιγά, με τη μέθοδο της κατασυκοφάντησης, αισθήματα αποστροφής, μίσους και τελικά απόρριψης της ως άνω μητέρας τους και απόλυτης αντίθετα εξάρτησης τους από το πρόσωπο του ιδίου), όπως και την παιδικότητα και ανωριμότητα τους, καθώς και τη συνακόλουθη έλλειψη καθαρής κρίσης, εκτίμησης και ηθικής αξιολόγησης εκ μέρους τους, σχετικά με καταστάσεις και περιστατικά που αφορούν τη γενετήσια σφαίρα, όπως επίσης και τα συναισθήματα σεβασμού, αγάπης και απόλυτης εμπιστοσύνης που έτρεφαν για τον ίδιο, λόγω της ηλικίας του και της πατρικής του ιδιότητας, αλλά και την ολική τους εξάρτηση από το πρόσωπο του, εμφανιζόμενος παράλληλα, ως πολύ φιλελεύθερο και απελευθερωμένο άτομο (κυκλοφορώντας πολλές φορές γυμνός μπροστά τους ή μόνο με το κάτω εσώρουχο του, ενώ κοιμόντουσαν τις περισσότερες φορές όλοι μαζί σε ένα κρεβάτι), προτρέποντας και τις δύο (2) ανήλικες κόρες του να συμπεριφέρονται ανάλογα, αφού τις παραπλανούσε, με σκοπό τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας και ορμής του, τόσο κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους (από τα τέλη 1999 και ολόκληρο το 2001) όσο και κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους (2002), επιχείρησε επανειλημμένα μ' αυτές (και επ' αυτών) τις παρακάτω πράξεις που ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα και που αντικειμενικά προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών. Ειδικότερα, στην ως άνω κατοικία του, στη ..., μάθαινε και τις δύο τους να τον φιλούν στο στόμα, τις φιλούσε και ο ίδιος στο στόμα τους (με τη γλωσσά του μέσα σ' αυτό), έπιανε, έγλειφε και χάιδευε το στήθος της μεγάλης του κόρης, Γ1 (λέγοντας την "μεγαλώνουν"), ζητούσε και από τις δύο (2) να ξεντυθούν μπροστά του νια να τις βλέπει και να χαϊδεύει τα γεννητικά τους όργανα ή τις ξέντυνε ο ίδιος, χάιδευε το αιδοίο της μεγάλης του κόρης, λέγοντας "έβγαλε τρίχες", της έκανε μπάνιο (παρότι, λόγω της ηλικίας της, είχε τη δυνατότητα να κάνει μπάνιο μόνη της), για να της χαϊδεύει το στήθος και τα γεννητικά της όργανα, όταν έκανε μπάνιο την μικρή του κόρη, Γ2, χάιδευε τα γεννητικά της όργανα και έβαζε το δάκτυλο του στο εσωτερικό μέρος του αιδοίου της, μέχρι που το παιδί του πόνεσε ζητούσε από κάθε μια τους, συνήθως, όταν βρισκόταν μόνη στο σπίτι μαζί του (και η άλλη έλειπε), να χαϊδεύουν το πέος του, να το φιλούν και να το γλείφουν, επίσης, το απόγευμα της Παρασκευής 29.3.2002 που είχαν ξαπλώσει όλοι μαζί (οι κόρες του, ο ίδιος και η ανωτέρω ανήλικη φίλη τους Ζ) στο κρεβάτι της μιας του κόρης (της Γ2) στην παραπάνω οικία του στη ...., ζήτησε και από τις τρεις (3) ανήλικες να φιλήσουν και να γλείψουν το γεννητικό του όργανο (το πέος του), πράγμα που έκαναν αμφότερες οι κόρες του (όπως και η Ζ) υπακούοντας στην επιθυμία και παραγγελία του, με συνέπεια να φθάσει σε σεξουαλική κορύφωση και να εκσπερματώσει μπροστά στα μάτια τους, ακόμη όταν την επόμενη μέρα (το Σάββατο 30.3.2002), πήγανε περίπατο οι τρεις (3) τους με το αυτοκίνητο του στο δάσος του ...., στην περιοχή του ξενοδοχείου "...", κατά την διαδρομή, έβαλε να καθίσουν δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού, η κόρη του Γ1 και η ανωτέρω Ζ, έτσι ώστε να τις θωπεύει και να τις τσιμπά στους μηρούς, στη συνέχεια δε, όταν φθάσανε στο δάσος και σταμάτησαν, έβγαλε τη βερμούδα που φορούσε (χωρίς να φορά εσώρουχο από κάτω) και ύστερα το γεννητικό του όργανο σε κοινή θέα των τριών (3) παραπάνω παιδιών και ζήτησε από την μικρή του κόρη, Γ2να "του την σηκώσει, γιατί ήταν πεσμένη......", αλλά η τελευταία αρνήθηκε (και μετά συνέβη η σκηνή που προπεριγράφεται με την μικρή Ζ). 2)Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας συγγενής εξ αίματος α' βαθμού (ανιών), επιχείρησε ασελγείς πράξεις με συγγενείς του (κατιόντες] και δη με τις ανήλικες κόρες του. Ειδικότερα, στη ...., σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, πάντως κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων δύο ετών και έξι [6] μηνών τουλάχιστον (ήτοι, από τα τέλη του 1999 μέχρι τις 31.3.2002), όντας σε διάσταση με την ανωτέρω σύζυγο του εγκαλούσα .έχοντας αναλάβει ο ίδιος αποκλειστικά (δυνάμει προμνημονευομένης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης) την άσκηση τη επιμέλειας (εδώ και μια οκταετία περίπου) του προσώπου των προαναφερομένων δύο (2) ανηλίκων θυγατέρων τους, ήτοι, της Γ1 (...) και της Γ2 (.....), που γεννήθηκαν στις 13.4.1990 και 16.7.1992, αντίστοιχα (ηλικίας, σήμερα, δώδεκα -12- ετών και δέκα -10- περίπου ετών, αντίστοιχα), με σκοπό τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας και ορμής του, τόσο κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος από τα τέλη 1999 και ολόκληρο το 2001, όσο και κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους (2002) επιχείρησε, επανειλημμένα, τις προπεριγραφείσες στο πιο πάνω, υπό στοιχ. 1β', αδίκημα ασελγείς πράξεις (ήτοι πράξεις που ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα και που αντικειμενικά προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών) με τις δύο (2) ως άνω θυγατέρες του Γ1 και Γ2". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' του ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 22 ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98 και 339 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Διέλαβε, επίσης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του πιο πάνω σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, λόγω της, με βάση τις ειρημένες οικείες παραδοχές του, μη συνδρομής στη συγκεκριμένη περίπτωση της ελαφρυντικής περιστάσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. ε' του ΠΚ, την οποία, επίσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Το γεγονός δε ότι εξαίρονται οι καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων δεν υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα έγγραφα (μεταξύ των οποίων είναι η πρωτόδικη υπ' αριθ. 125-132, 134-138/2003 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά) και την απολογία του κατηγορουμένου, ενώ δεν παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφασή, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται, το αθωωτικό δεδικασμένο της 19246/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ πρώτος και τέταρτος (β' σκέλος) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α)της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β)της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, σε σχέση τόσο με την κατηγορία, όσο και με τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω, όσον αφορά την απόρριψη του, επίσης κατά τα ανωτέρω, υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της πιο πάνω ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. α' του ΠΚ (του προτέρου εντίμου βίου), το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, με βάση τις ειρημένες οικείες παραδοχές του, δεν αναφέρεται καθόλου στα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων προς θεμελίωση της ανωτέρω ελαφρυντικής περιστάσεως (ποινικό μητρώο με δύο μόνο καταδίκες για παραβάσεις του ΚΟΚ σε ποινές φυλακίσεως 15 ημερών και 3 μηνών, ανυπαρξία οιασδήποτε άλλης εκκρεμούς ποινικής διώξεως και οιασδήποτε άλλης καταδικαστικής αποφάσεως κατ' αυτού, σταθερή και μόνιμη εργασία, από την οποία παρείχε τα αναγκαία μέσα βιοπορισμού στην οικογένειά του) και δεν παραθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και το οδήγησαν στην αρνητική περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου κρίση του. Αντιθέτως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο αναφέρεται αορίστως σε "σοβαρές αξιόποινες πράξεις που είχε διαπράξει ο κατηγορούμενος σε βάρος των ανηλίκων τέκνων του και πολύ πριν από την τέλεση των ως άνω ενδίκων πράξεων", χωρίς να προσδιορίζει περαιτέρω ποια είναι η νομοτυπική μορφή αυτών "των άλλων" (εκτός των ενδίκων) αξιοποίνων πράξεων, πότε τελέσθηκαν αυτές απ' αυτόν, αν για τις εν λόγω πράξεις ασκήθηκε εις βάρος του ποινική δίωξη ή αν καταδικάσθηκε ήδη αυτός για οποιαδήποτε απ' αυτές. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ τέταρτος (α' σκέλος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. α' του ΠΚ αναιτιολόγητα, είναι βάσιμος, όπως και κατωτέρω περί του άνω λόγου αναιρέσεως εκτίθεται. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, γιατί έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να ασκήσει το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμά του να προβεί σε εξηγήσεις και δηλώσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, και παραβιάζονται οι αμέσως προς το υπερασπιστικό δικαίωμα αυτού συναπτόμενες αρχές της προφορικότητας της διαδικασίας και της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης. Δεν επέρχεται, όμως, τέτοια ακυρότητα, όταν τα από το μη αναγνωσθέν έγγραφο προκύπτοντα περιστατικά προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προβάλλει την αιτίαση ότι από την περικοπή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεως, που έχει ως εξής: "...Πρέπει να επισημανθεί ότι η τελευταία μάρτυς - παθούσα (Γ1) αρχικά και δη κατά την ανάκριση δεν καταφέρθηκε κατά του κατηγορουμένου πατέρα της. Αυτό οφείλεται στο ότι μεταξύ των, αυτής και του πατέρα της, δημιουργήθηκε ειδική σχέση με ερωτική χροιά, την οποία ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε και απειλούσε την ανήλικη κόρη του ότι θα αυτοκτονούσε αν πήγαινε στην φυλακή. Μετά ταύτα όμως και βλέποντας το μέγεθος της ζημίας που της είχε κάνει εγκατέλειψε τη σιωπή της και κατέθεσε λεπτομερώς και άκρως πειστικώς τις ασελγείς πράξεις που τέλεσε σε βάρος της ο κατηγορούμενος και σε βάρος των λοιπών ανηλίκων παθουσών....", προκύπτει ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο για να καταλήξει στην περί ενοχής αυτού κρίση του έλαβε υπόψη του αμέσως και κυρίως και συνεκτίμησε, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, την από 23-4-2002 κατάθεση της άνω θυγατέρα του Γ1 ενώπιον της Ανακρίτριας του Δ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στην οποία κατέθεσε ότι αποτελούν ψευδολογίες όλα τα καταγγελλόμενα σε βάρος του και ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα οι ασελγείς πράξεις που περιγράφονται στην έγκληση της μητέρας της, η οποία (κατάθεση) δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει μεν ότι η ανωτέρω ανακριτική κατάθεση της μάρτυρα - παθούσας Γ1 δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, πλην όμως τα από το έγγραφο αυτό προκύπτοντα πιο πάνω περιστατικά προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις που έδωσαν στο ακροατήριο: α)η ίδια πιο πάνω παθούσα, β)η μάρτυρας (μητέρα της) Ψ1 και γ)οι μάρτυρες ...., ..... και ..... Επομένως, εφόσον το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα περιεχόμενο της ειρημένης ανακριτικής καταθέσεως της άνω μάρτυρα-παθούσας Γ1 προκύπτει από τις καταθέσεις των πιο πάνω μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τις οποίες και έλαβε υπόψη του το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, δεν επήλθε καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ τρίτος λόγος αναιρέσεως. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, σε σχέση με τη βασιμότητα του ειρημένου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ τέταρτου (α' σκέλος) λόγου αναιρέσεως, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, μόνο ως προς την διάταξή της περί απορρίψεως του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. α' του ΠΚ (και όχι ως προς την περί ενοχής διάταξη), κατ' ανάγκη δε και ως προς τις διατάξεις της για την επιβολή ποινών και συνολικής ποινής. Στη συνέχεια δε πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 του Κ.Ποιν.Δ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 1 και 3 του ν. 3346/2005, 2 παρ. 1 ΠΚ, 320 παρ. 3 και 370 περ. β' του Κ.Ποιν.Δ προκύπτει, μεταξύ άλλων, και ότι το αξιόποινο των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλή ποινή φυλακίσεως μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές και τα οποία έχουν τελεσθεί μέχρι τις 17-6-2005, είτε δεν εισήχθησαν στο ακροατήριο για εκδίκαση και εκκρεμούν μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, είτε εισήχθησαν αλλά δεν έχει εκδοθεί επ' αυτών μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία αμετάκλητη απόφαση, παραγράφεται υπό τον όρο ότι ο κατηγορούμενος ή ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τις 17-6-2005 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ, ενώ οι δικογραφίες που αφορούν στα ανωτέρω πλημμελήματα τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 125-132, 134-138/2003 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, εκτός των άλλων, και για την αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, ήτοι για πλημμέλημα, για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή φυλακίσεως μέχρι ένα έτος (άρθρο 346 § 1 ΠΚ) και καταδικάσθηκε αυτός σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για καθεμιά από τις δύο πράξεις του ειρημένου πλημμελήματος. Κατά της άνω αποφάσεως άσκησε ο κατηγορούμενος έφεση, η οποία εκδικάσθηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης στις 10-10-2005, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 284-289/2005 απόφασή του εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και καταδίκασε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο στις ίδιες πιο πάνω ποινές φυλακίσεως. Όμως, λόγω της, κατά τα ανωτέρω, κατά το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3346/2005, από την, κατά την 17-6-2005, έναρξη ισχύος αυτού επελθούσας παραγραφής του αξιοποίνου της άνω πλημμεληματικής πράξεως, έπρεπε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης και κατ' εφαρμογή της ήδη κατά την έκδοσή της ισχύουσας επιεικέστερης πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 3346/2005, να παύσει η κατά του κατηγορουμένου για την πιο πάνω πράξη ασκηθείσα ποινική δίωξη. Επομένως, με το να προχωρήσει το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, αντί να παύσει, όπως κατά τα ανωτέρω όφειλε, την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, υπερέβη την εξουσία του και χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός από τα άρθρα 470 και 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ πέμπτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση του άνω Δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την άνω αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, και, κατ' ανάλογη εφαρμογή της γενικής διατάξεως του άρθρου 370 περ. β' του Κ.Ποιν.Δ, να παύσει η κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την άνω πράξη και με τον προδιαληφθέντα όρο της παρόδου του άνω διαστήματος του ενός έτους από τη δημοσίευση του άνω ν. 3346/2005 (17-6-2005), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 284-289/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης α) αναφορικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1 για την αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, μόνο ως προς τη διάταξή της περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. α' του ΠΚ, καθώς και ως προς τις διατάξεις της για την επιβολή ποινών και συνολικής ποινής, και β)αναφορικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, αναφορικά με την ανωτέρω πράξη της αποπλανήσεως παιδιών, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, και δη κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΠΑΥΕΙ την κατά του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αναφερόμενη στο διατακτικό της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεως αξιόποινη πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, όπως αυτή επακριβώς σ' αυτό περιγράφεται, με τον όρο ότι αυτός δεν θα υποπέσει μέσα σε ένα έτος από την, κατά τη 17-6-2005, δημοσίευση του ν. 3346/2005 σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη (κακουργήματος ή πλημμελήματος), για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των δύο μηνών ή σε χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 1 Ιουνίου 2006 αίτηση του ανωτέρω Χ1 για αναίρεση της πιο πάνω υπ' αριθ. 284-289/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ