Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2003 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συνέργεια, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Δεδικασμένο, Συρροή εγκλημάτων, Σωματεμπορία, Διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας.




Περίληψη:
Επάρκεια αιτιολογίας, ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και απόρριψη αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για τις αξιόποινες πράξεις, ο πρώτος τούτων: α) της σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, β) της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, και γ) παράνομης κατοχής πυρομαχικών, και ο δεύτερος της άμεσης συνέργειας σε σωματεμπορία κατ’ επάγγελμα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση. Αβάσιμος ο λόγος περί παραβιάσεως του δεδικασμένου που πρότεινε ο δεύτερος αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για μία πράξη διευκόλυνσης αλλότριας ακολασία, διότι μεταξύ των πράξεων της σωματεμπορίας και διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας υπάρχει αληθής συρροή, διότι οι δύο αυτές πράξεις προστατεύουν δύο διαφορετικά αγαθά, το ένα την οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής και το άλλο τη γενετήσια ελευθερία. Απορρίπτεται ως αβάσιμο το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.




Αριθμός 2003/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: Χ1 και Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενες τις Χ3 και Χ4.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31.5.2007 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1116/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 134/20.3.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. τις αριθμ. 125/31-5-2007 και 124/31-5-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, οι οποίες ασκήθηκαν αυτοπροσώπως από τους ίδιους και στρέφονται κατά του αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμ. 988/2006 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριό του στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, αρμοδίως ορισθησομένου από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι, ο πρώτος τούτων (Χ1) των αξιοποίνων πράξεων α) της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση β) της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους και γ) της παράνομης κατοχής πυρομαχικών και ο δεύτερος (Χ2) της αξιόποινης πράξης της άμεσης συνέργειας σε σωματεμπορία κατ' επάγγελμα, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση. Επί των εφέσεων αυτών εξεδόθη το αριθμ. 766/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε στην ουσία τις ως άνω εφέσεις και επικύρωσε ως προς αυτούς το εκκαλούμενο βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις τους και με τα από 27-6-2007 τρία υπομνήματα που συσχέτισε στην αίτησή του ο εκ τούτων Χ2. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα Χ1 την 1-6-2007 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 Κ.Π.Δ. και στον διορισθέντα αντίκλητό του δικηγόρο Παύλο Στρατάκη την 24-5-2007 (Α.Π. 1936/2007), στον αναιρεσείοντα δε Χ2 με θυροκόλληση στις 22-5-2007 και στην αντίκλητό του δικηγόρο Αλεξάνδρα Σκιαδά στις 29-5-2007, οι δε αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν από αυτούς, ενώπιον της γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Αικατερίνης Σωφρόνη στις 31-5-2007, συνετάγησαν δε από αυτήν οι 125/31-5-2007 και 124/31-5-2007 εκθέσεις, αντίστοιχα, στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα στην πρώτη η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η απόλυτη ακυρότητα και στη δεύτερη η παραβίαση του δεδικασμένου και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για κακούργημα (άρθρο 482 παρ. 1α Κ.Π.Δ.). Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 4 περ. δ του άρθρου 351 Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 3064/2002 "1. Όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή την κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ. 2. Με την ποινή της προηγουμένης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του, με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων. 4. Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους αν η πράξη α) ... β) ... γ) ... δ) τελείται κατ' επάγγελμα". Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ενεργητικό ή παθητικό υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι άνδρας ή γυναίκα. Η πράξη αυτή είναι αξιόποινος όταν ο δράστης ενεργεί με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευση κάποιου προσώπου, προς επίτευξη δε του σκοπού αυτού ο υπαίτιος είτε αποσπά τη συναίνεση του προσώπου αυτού, με τη χρήση απατηλών μέσων, είτε το παρασύρει εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων. Η έννοια της απόσπασης της συναίνεσης με απατηλά μέσα δίδεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου σε σχέση με το αδίκημα της μαστροπείας και εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλογικά ως "παραπλάνηση" της εργαζομένης. Ως απατηλά μέσα νοούνται εκείνα που είναι ικανά να δημιουργήσουν στο θύμα πλάνη ως προς το σκοπό της προσλήψεως (βλ. Γάφο Τεύχος Ε' σελ. 77-78, Μπουρόπουλος Ερμ.Ποιν.Κώδ. Τόμος Β 619). Ως τοιαύτα νοούνται "και οσάκις η ενήλικος γυνή προσληφθεί προς άσκησιν επαγγέλματος εντίμου ή εις θέσιν μη υποχρεώσαν αυτής εις την πορνεία" (Γαρδίκας 224). Το θύμα συχνότατα πιστεύει στις περιπτώσεις αυτές ότι θα εργασθεί λ.χ. ως χορεύτρια ή τραγουδίστρια κ.λ.π. Παρασύρει σημαίνει ενέργειες που αποσκοπούν να πείσουν ένα πρόσωπο να επιδοθεί εις την πορνεία, που πιθανότατα δεν θα προέβαινε άνευ των ενεργειών αυτών. Κατά δε τους Γάφο-Μπουρόπουλο ως ανωτέρω, παρασύρει σημαίνει το να μετατοπίζει το θύμα από τον τόπο της κατοικίας του ή διαμονής του εις άλλον τόπο (ημεδαπής ή αλλοδαπής) όπου πρόκειται να ασκήσει το επάγγελμα της πόρνης. Όσον αφορά τις έννοιες "εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του" πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με τον όρο "εκμετάλλευση" ο νομοθέτης αποσκοπεί στη συμπεριφορά εκείνη, η οποία αποβλέπει στην αποστέρηση από το εκμεταλλευόμενο πρόσωπο της δυνατότητας αυτοκαθορισμού των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης προκειμένου το πρόσωπο που προβαίνει στην εκμετάλλευση να αποκομίσει σε βάρος του οφέλη. Για δε την "ευάλωτη θέση" η ερμηνεία της θα πρέπει να γίνει προς την κατεύθυνση που είχε ακολουθήσει το τμήμα νομοτεχνικής επεξεργασίας σχεδίων και προτάσεων νόμων της διεύθυνσης επιστημονικών μελετών της Βουλής κατά την επεξεργασία του σχεδίου του Ν.3064/2002. Στην εκεί σχετική έκθεσή του αναφέρεται ότι "περισσότερο επιτυχής ήταν η προγενέστερη διατύπωση του κειμένου της διάταξης, σύμφωνα με την οποία ο υπαίτιος τιμωρείται με την ποινή της προηγουμένης παραγράφου αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό αποσπά τη συναίνεση προσώπου που βρίσκεται σε ανάγκη, με υποσχέσεις, δώρα κ.λ.π.". Έτσι σε ευάλωτη θέση θα μπορούσε να αναφερθεί ότι ευρίσκονται (ενδεικτικώς) ιδίως τα πρόσωπα εκείνα τα οποία αντιμετωπίζουν πρωτίστως οικονομικά, αλλά και οικογενειακά ή προσωπικά προβλήματα και εν γένει ευρίσκονται σε ένδεια. Τα πρόσωπα που έρχονται στη χώρα μας από ξένες χώρες, αλλοδαπές κυρίως γυναίκες στερούμενες κυριολεκτικά ακόμη και τα απολύτως αναγκαία προς το ζην, που θέλουν να εργασθούν ευπρεπώς και αξιοπρεπώς και όχι να διενεργούν ασελγείς πράξεις, πρόσωπα τα οποία έρχονται με την ελπίδα και προσδοκία μιας καλύτερης ζωής, αλλά αγνοούν εντελώς την ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου είναι δύσκολη η ανεύρεση εργασίας, προσέτι δε αγνοούν τις συνθήκες ζωής και εν γένει την ελληνική πραγματικότητα. Σε σχέση με την αρχική της μορφή η νέα διάταξη του άρθρου 351 Π.Κ. έχει ευρύτερο εκείνης περιεχόμενο, καθόσον προβλέπει και άλλες νομοτυπικές μορφές του εγκλήματος, οι οποίες σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποκλείεται να συντρέχουν ή να εναλλάσσονται, ενώ διεύρυνε το σκοπό του δράστη, τον οποίον δεν περιορίζει μόνο στην πορνεία, αλλά επεκτείνει γενικότερα στην εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής. Η κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της σωματεμπορίας αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση αυτής (άρθρο 4 παρ. δ του άρθρου 351 Π.Κ.). Κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. στ του Π.Κ., κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος απαιτείται δε αυτός να έχει διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή (π.χ. οργάνωση επιχείρησης, διάθεση ή κατασκευή μέσων κ.λ.π. (Α.Π. 331/2000 Ποιν. Δικ. 2000, 690) ή να ενεργεί με σταθερή, ομοιόμορφη, εξακολουθητική συμπεριφορά προς βιοποριστικό σκοπό, ή να ενεργεί με την ύπαρξη ολοκληρωμένου και οργανωμένου σχηματισμού, από τον οποίο προκύπτει αντικειμενικά η πρόθεση και η προοπτική επανειλημμένης τέλεσης ομοίων πράξεων στο μέλλον για βιοποριστικό σκοπό μη αποκλειομένης της επιβαρυντικής περιστάσεως με τα δεδομένα αυτά και όταν η πράξη τελείται μία φορά (Α.Π. 680/2000 ΠΧ, ΝΑ, 44, Α.Π. 1257/1999 Ποιν.Δικ. 2000, 103, Α.Π. 1166/1991, ΠΧ, ΜΒ, 130).
Κατά το άρθρο 22 παρ. 2, 4, 6, του Ν.2472/1997, όποιος κατά παράβαση του άρθρου 7 του παρόντος νόμου διατηρεί αρχείο χωρίς την άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της αδείας της Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000 ) δραχμών έως πέντε ( 5.000.000) δραχμών - παρ.2 -, όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου, έως δέκα εκατομμυρίων, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από διατάξεις - παρ.4 -. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 έως και 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως 10 ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων δραχμών -παρ.6-. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 εδ. α, β, γ και δ του αυτού νόμου, α) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συνιστά κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες γ) υποκείμενο των δεδομένων είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική και δ) αποδέκτης είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δημοσία αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. Επειδή κατ' άρθρο 7 §§1,2 του πιο πάνω νόμου απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις : α) το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεση του.....β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου...γ) Η επεξεργασία αφορά αποκλειστικά δεδομένα του υποκειμένου, τα οποία δημοσιοποιεί....δ) Η επεξεργασία αφορά θέματα υγείας.... ε) Η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εθνικής ασφάλειας.....στ) Η επεξεργασία πραγματοποιείται για ερευνητικούς ή επιστημονικούς σκοπούς.....ζ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα δημοσίων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος....Σύμφωνα με σχετική γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων η δημιουργία και χρήση ηλεκτρονικών τηλεφωνικών καταλόγων, για την αυτόματη αναγνώριση της ταυτότητας του συνδρομητή καλούσας γραμμής σε ψηφιακά δίκτυα ενοποιημένων υπηρεσιών (ISDN) δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των ν. 2472/97 και 2774/99, εφόσον οι σκοποί της εν λόγω επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων περιορίζονται στους προβλεπόμενους από αυτούς τους νόμους σκοπούς Γνωμ. Αρχής Προστασίας Δεδομένων 71/20-6-2002).
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (Α.Π. 1073/2006, Α.Π. 1565/2002 ΠΧ, ΝΓ 536, Α.Π. 1011/2000 ΠΧ, ΝΑ 244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση (Α.Π. 1151/2006, Α.Π. 1071/2005, Α.Π. 2464/2005, Α.Π. 645/2004, Α.Π. 2253/2002 κ.α.).
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στο 3° Τμήμα Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι επί της οδού ... στην ..., σε διαμέρισμα του 1ου ορόφου ο κατηγ/νος Χ1 λειτουργούσε "γραφείο" μέσω του οποίου κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού με αλλοδαπές γυναίκες. Από αυτή του τη δραστηριότητα, σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πληροφορίες ο κατηγ/νος είχε αποκομίσει τεράστια χρηματικά ποσά και ήταν κάτοχος σκαφών αναψυχής και αλόγων στον Ιππόδρομο. Κατόπιν τούτου η πιο πάνω υπηρεσία έθεσε σε πολύμηνη διακριτική παρακολούθηση το πιο πάνω γραφείο και διαπίστωσε κατ' αρχάς ότι σ' αυτό μετέβαιναν καθημερινά περί ώρα 20:00 οι κατηγ/νες Χ3 και Χ4. Επίσης ότι σ' αυτό μετέβαινε και ο πρώτος κατηγ/νος Χ1, συνήθως κάθε Δευτέρα προς Τρίτη ο οποίος και προ της εισόδου του στο πιο πάνω γραφείο φορούσε μαύρη κουκούλα, προκειμένου να κρύβει τα χαρακτηριστικά του και στη συνέχεια στις 8 Ιουνίου 2004, πρωινές ώρες. Η επόμενη κίνηση της πιο πάνω υπηρεσίας ήταν πλέον να διαπιστώσει αν όντως εκεί κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού αλλοδαπών γυναικών με σκοπό την είσπραξη των πιο πάνω ποσών. Για το σκοπό αυτό λοιπόν, αστυνομικός του 3ου τμήματος Ηθών επικοινώνησε με το κινητό τηλέφωνο 6979/144457, το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες της πιο πάνω υπηρεσίας, χρησιμοποιούνταν από το παραπάνω "γραφείο" και κανόνισε ερωτικό ραντεβού με μία αλλοδαπή έναντι του χρηματικού ποσού των 80 Ευρώ. Το παραπάνω ραντεβού κανονίσθηκε στο ξενοδοχείο "OLYMPIC", όπου προσήλθε, η αλλοδαπή υπήκοος Αλβανίας Α, προκειμένου να έρθει σε ερωτική επαφή με τον αστυνομικό, η οποία και συνελήφθη, μαζί με τον κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος και είχε μεταφέρει με ΙΧΕ την παραπάνω αλλοδαπή στο παραπάνω μέρος. (βλ. την από 15-6-2004 ένορκη κατάθεση του αστυνομικού Β). Στη συνέχεια, κατά τις πρωινές ώρες της 15 Ιουνίου 2004 έτερος αστυνομικός με το όνομα Γ μετέβη στο ξενοδοχείο "INTERCONTINENTAL" επί της Λεωφόρου Συγγρού 89-93 και προσποιούμενος τον πελάτη μίσθωσε το δωμάτιο με αριθμό 127 αφού προηγουμένως είχε κανονίσει ραντεβού με αλλοδαπή αντί του ποσού των 120 Ευρώ. Για τον παραπάνω σκοπό, δηλαδή, προκειμένου να έρθει σε σαρκική συνάφεια με αυτή συναντήθηκε στο ξενοδοχείο με την αλλοδαπή Δ, υπήκοο Λιθουανίας, η οποία πράγματι προσήλθε στο ραντεβού και του είπε ότι "έρχεται από το γραφείο" και του ζήτησε να τις προκαταβάλλει το προσυμφωνηθέν ποσό. Μόλις αυτή άρχισε να αποβάλλει τα ενδύματά της την συνέλαβε αφού της γνωστοποίησε την ιδιότητα του, διότι εκδίδονταν έναντι αμοιβής χωρίς να κατέχει πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος. Στην κατοχή της, μετά από σωματική έρευνα βρέθηκαν ένα κινητό τηλέφωνο και ένα προφυλακτικό (βλ. και την αριθμ. 3007/24/2650-α υποβλητική αναφορά και την από 15-6-2004 ένορκη κατάθεση του αστυνομικού Γ). Εδώ πρέπει βεβαίως να παρατηρηθεί ότι στο υπ' αριθμ. ... κινητό τηλέφωνο, όπως προκύπτει και από την από 12-7-2004 βεβαίωση της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας COSMOTE από 12-7-2004, είχε πραγματοποιηθεί φραγή εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων από την 13-6-2004 δηλαδή δύο μέρες πριν από την υποτιθέμενη κλήση, γεγονός που εντόπισε η Ανακριτής της υπόθεσης κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης με συνέπεια να αποστείλει σχετική αναφορά για το γεγονός στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών στην οποία μεταξύ των άλλων η πιο πάνω Ανακρίτρια διαλαμβάνει και τα εξής : " .......κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως προέκυψε ότι στη με αριθμό ... σύνδεση CosmoKARTA η οποία είναι ανώνυμη και ενεργοποιήθηκε στις 13-6-2003 είχε πραγματοποιηθεί από τις 13-6-2004 φραγή εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να δεχτεί αυτή τηλεφωνική κλήση κατά τις πρωινές ώρες της 15-6-2004, όπως αναφέρει στην από 15-6-2004 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ο αστυφύλακας Γ. Σας αναφέρω τα παραπάνω τα οποία περιήλθαν σε γνώση μου, κατά την άσκηση των καθηκόντων μου, και παρακαλώ για τις δικές σας ενέργειες. Επιπλέον σας αναφέρω ότι για την υπόθεση αυτή έχει επιληφθεί η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία ασχολείται με τη διερεύνηση γραπτού μηνύματος με περιεχόμενο "ΣΤΟΠ ΣΕ ΟΛΑ" , το οποίο έχει καταγραφεί σε κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου Χ1, ως προερχόμενο από αστυνομικό του Τμήματος Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής". Από όλα αυτά είναι φανερό ότι η επικοινωνία για να κλειστεί το πιο πάνω ραντεβού, δεν έγινε με το πιο πάνω κινητό τηλέφωνο και δημιουργούν σοβαρό προβληματισμό τα όσα περί του αντιθέτου εξέθεσε στην κατάθεση του ο μάρτυρας αστυνομικός. Όμως αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να οδηγήσει a priori σε κρίση ότι η πιο πάνω συνεύρεση δεν έλαβε χώρα και ότι η αλλοδαπή δεν του μετέφερε ότι έρχεται από το πιο πάνω γραφείο αλλά κρίνεται απαραίτητη η αξιολόγηση αυτών των στοιχείων υπό τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας, όπου και μεταξύ των άλλων ο εν λόγω αστυνομικός θα κληθεί για να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις. Στις 14/6/2004 αστυνομικοί του Τμήματος Ηθών μετέβησαν στην ... και έθεσαν σε διακριτική επιτήρηση το επί της οδού ... στην ... διαμέρισμα όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες λειτουργούσε το "γραφείο" μέσω του οποίου κανονίζονταν τα ερωτικά ραντεβού. Περί την 20:00 ώρα εισήλθαν στο ανωτέρω διαμέρισμα οι κατηγορούμενες Χ4 και η Χ3 και αποχώρησε η άλλη τηλεφωνήτρια που εργάζονταν την πρωινή βάρδια. Στη συνέχεια τέθηκε σε διακριτική επιτήρηση ο κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος κινούνταν με το υπ' αριθ. ...ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας HYUNDAI και τον ακινητοποίησαν κατά την είσοδο του στο Κέντρο Διασκέδασης με την επωνυμία "ΘΕΑΤΡΟ" στον Φλοίσβο Αττικής. Σε έρευνα που έγινε σε τσάντα χειρός που κρατούσε βρέθηκαν μεταξύ άλλων ένα κλειδί πόρτας που όπως διαπιστώθηκε αργότερα άνοιγε την κάτω εξωτερική θύρα της επί της οδού ..., στην ..., κατοικίας, ένας (1) μικροϋπολογιστής (POCKET PC) μάρκας TOSHIBA 9740, ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας SHARP GX20 με αριθμό κλήσης ..., ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG με αριθμό κλήσης ..., ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA 6310 με αριθμό κλήσης ... και ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας SONY ERICSSON Τ610 με αριθμό κλήσης ... . Μετά από έρευνα στον υπολογιστή του εν λόγω κατηγορουμένου βρέθηκε ένα αρχείο στο οποίο ήταν καταχωρημένος ένας μεγάλος αριθμός κινητών τηλεφώνων χωρίς να αναφέρονται τα ονόματα των κατόχων-συνδρομητών στους οποίους αντιστοιχούν αυτά. Η διενεργήσασα την αυτεπάγγελτη προανάκριση ως άνω αστυνομική αρχή εκθέτει ότι, σε έρευνα που διενεργήθηκε στα κινητά τηλέφωνα που κατείχε ο παραπάνω κατηγορούμενος διαπιστώθηκε πως στο κινητό τηλέφωνο μάρκας SHARP GX20 με αριθμό κλήσης ... υπήρχε μεγάλος αριθμός εισερχομένων μηνυμάτων με παραπλήσιο περιεχόμενο τα οποία αφορούσαν ερωτικά ραντεβού γυναικών με πελάτες.
Εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί ότι στο βαθμό που παραβιάζεται το τηλεφωνικό απόρρητο, απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 4 και 5 του ν. 2225/1994. Όμως, σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν στην προκειμένη υπόθεση στη δικογραφία και άλλα στοιχεία, πέραν των προεκτεθέντων μηνυμάτων, τα οποία οδηγούν αυτοτελώς σε κρίση για ύπαρξη οργανωμένης επιχείρησης που εκμεταλλευόταν αλλοδαπές με σωματεμπορία και ειδικότερα: Κατ' αρχήν υπήρχαν όπως προεκτέθηκε στο 3° Τμήμα Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής πληροφορίες ότι επί της οδού ... στην ..., σε διαμέρισμα του 1ου ορόφου ο κατηγ/νος Χ1 λειτουργούσε "γραφείο" μέσω του οποίου κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού με αλλοδαπές γυναίκες. Σε έρευνα που διενεργήθηκε λοιπόν συνεπεία αυτής της πληροφορίας, στην συνέχεια στους χώρους του ανωτέρω αυτοκινήτου του κατηγορούμενου Χ1 με το οποίο κινούνταν βρέθηκαν ένας ακόμη μικροϋπολογιστής (POCKET PC) μάρκας SIEMENS SX45, ένα (1) πακέτο σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας TELESTET, που περιείχε δύο (2) κάρτες SΙΜ με αριθμούς κλήσης ... και ..., εκ των οποίων αναβρέθηκε η μία με αριθμό κάρτας .../.../8858.5/99/32/2.2.1, ένα (1) πακέτο σύνδεσης COSM0TE άνευ κάρτας SIM με αριθμό κλήσης ..., μία (1) μαύρη κουκούλα κεφαλής (full face). Κατόπιν αυτών στο επί της οδού ... στην ...διαμέρισμα με την συνδρομή αστυνομικών της Ειδικής Κατασταλτικής Αντιτρομοκρατικής Μονάδας (Ε.Κ.Α.Μ.) αστυνομικοί του παραπάνω τμήματος εισήλθαν παρουσία δικαστικού λειτουργού στους χώρους του διαμερίσματος όπου βρήκαμε τις κατηγορούμενες Χ3 και Χ4 οι οποίες βρισκόταν σε ένα από τα δωμάτια του. Στο δωμάτιο αυτό είχαν τοποθετηθεί μονωτικά υλικά στο παράθυρο και στην πόρτα αυτού ώστε να μην ακούγονται έξω από το διαμέρισμα οι χτύποι των κινητών τηλεφώνων. Στην γωνία του δωματίου υπήρχε μία τηλεόραση η οποία ήταν συνδεδεμένη με κάμερα που ήταν τοποθετημένη εξωτερικά του διαμερίσματος και η οποία περιστρέφονταν έχοντας πλήρη εικόνα του δρόμου έξωθι του διαμερίσματος, καθώς και των δρόμων απέναντι από το διαμέρισμα. Επίσης υπήρχε τοποθετημένος ένας αυτοσχέδιος μηχανισμός για τον εξαερισμό του δωματίου το οποίο ήταν ερμητικά κλειστό. Στο δωμάτιο ήταν τοποθετημένα δύο μικρά γραφεία και αριστερά ενός εξ αυτών ένας καταστροφέας εγγράφων γεμάτος με κατεστραμμένα έγγραφα. Σε ένα από τα συρτάρια του γραφείου βρήκαν απενεργοποιημένα δώδεκα κινητά τηλέφωνα μάρκας PANASONIC εκ των οποίων τα τρία δεν είχαν κάρτα SIM, καθώς και δύο κινητά μάρκας NOKIA και MOTOROLA χωρίς κάρτα SIM. Σε άλλο συρτάρι βρέθηκαν τέσσερα πακέτα σύνδεσης TELESTET χωρίς κάρτες SIM με σβησμένους με απόξεση τους αριθμούς αυτών από την εξωτερική ετικέτα του πακέτου, δεκαοκτώ (18) φορτιστές κινητών τηλεφώνων πολλοί εκ των οποίων ήταν τοποθετημένοι σε πολύπριζα εκατέρωθεν των γραφείων. Σε δωμάτιο απέναντι αυτού όπου ήταν τα γραφεία βρέθηκαν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο και δύο οθόνες ηλεκτρονικού υπολογιστή ενώ σε άλλο δωμάτιο βρέθηκε αποσυνδεμένη μια μονάδα ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τα δωμάτια του διαμερίσματος ήταν εντελώς άδεια από οικοσκευές και γεμάτα σκόνη πλην του ειδικά μονωμένου δωματίου όπου ήταν τοποθετημένα τα γραφεία γεγονός που υποδηλώνει πως το διαμέρισμα δεν χρησιμοποιούνταν ως κατοικία. Επίσης στην είσοδο του διαμερίσματος είχε τοποθετηθεί ειδικά θωρακισμένη πόρτα ασφαλείας γεγονός που την καθιστούσε απαραβίαστη. Στην συνέχεια μετέβησαν στην επί της οδού ... στην ..., κατοικία του παραπάνω κατηγορούμενου Χ1, που διενεργήθηκε κατ' οίκον έρευνα κατά την οποία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν διάφορα αντικείμενα που αναφέρονται αναλυτικά στη σχετική έκθεση έρευνας και κατάσχεσης μεταξύ των οποίων, δύο φορητοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές, μία κεντρική μονάδα ηλεκτρονικού υπολογιστή, χρηματικό ποσό δύο χιλιάδων εκατόν εξήντα έξι (2.166) δολαρίων Η.Π.Α., τρία κουτιά από κινητά τηλέφωνα μάρκας PANASONIC GD 35 όμοια με αυτά που βρέθηκαν στο "γραφείο", μία (1) ηλεκτρονική ατζέντα μάρκας PSION 5-MX, τρεις (3) δισκέτες ηλεκτρονικού υπολογιστή, εκ των οποίων μία "BASF" με χειρόγραφη ένδειξη "ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ 3 ΕΧΕΙ", ένας (1) ψηφιακός δίσκος 00-ΡΟΜ με την ένδειξη ηλεκτρονικός πολυοδηγός -HELLAS NAVIGATOR στο εξώφυλλο και επί του δίσκου αναγραφόταν ΉΟΤΕ13", ένας (1) ψηφιακός δίσκος CD-ROM, στο εξώφυλλο του οποίου αναγράφεται "'HOTELS EYRO 2" και επί του δίσκου "HOTELS" τα οποία αφού εξετάστηκαν προέκυψε πως οι αριθμοί ΙΜΕΙ α) ... και β) ... που αναφέρονταν σε δύο από τα κουτιά των κινητών τηλεφώνων μάρκας PANASONIC GD 35 που κατασχέθηκαν στην οικία του κατηγορούμενου Χ1 ταυτίζονταν με τους αριθμούς ΙΜΕΙ από τα δύο κινητά που κατασχέθηκαν στους χώρους του "γραφείου". Επίσης διαπιστώθηκε πως και στους δύο μικροϋπολογιστές που κατασχέθηκαν στην κατοχή του παραπάνω κατηγορούμενου και κατόπιν έρευνας στο αυτοκίνητο του υπήρχε καταχωρημένο ένα αρχείο του WORD με ονομασία "Changed copy of your password was rightrtf" το οποίο είχε εκατόν ογδόντα οκτώ σελίδες στις οποίες ήταν καταχωρημένος μεγάλος αριθμός κινητών τηλεφώνων, που από πρόχειρο υπολογισμό ανέρχονται στις 70.000 τηλέφωνα περίπου και που αφορούσαν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, σε πελάτες που είχαν πραγματοποιήσει ερωτικά ραντεβού με τις αλλοδαπές γυναίκες που εκδίδονταν. Μεταξύ των αριθμών αυτών βρέθηκε και το υπ' αριθ. ... κινητό τηλέφωνο το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί από τον αστυνομικό Β όταν εμφανίσθηκε ως πελάτης και είχε κανονίσει ερωτικό ραντεβού μέσω του υπ' αριθ. ... κινητού τηλεφώνου, που λειτουργούσε σύμφωνα με τις πληροφορίες στο ανωτέρω "γραφείο", με την αλλοδαπή υπήκοο Αλβανίας Α την οποία μετέφερε στο ερωτικό ραντεβού ο κατηγορούμενος Χ2 με το αυτοκίνητο του. Μεταξύ των εμπλεκομένων στην όλη υπόθεση φέρεται όπως προεκτέθηκε και ο εκκαλών Ε. Για τον προκείμενο λοιπόν παραπεμφθέντα κατηγορούμενο μόνο ενοχοποιητικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι την 15-7-2003 μετέφερε με το αυτοκίνητό του την αλλοδαπή, υπήκοο Αλβανίας, Ζ, σε ερωτικό ραντεβού στην οδό ... στην ..., πράξη για την οποία και δικάστηκε από το Τριμελές Αυτόφωρο Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών με τριετή αναστολή. Στο χρονικό διάστημα όμως, από αρχές Ιουνίου 2004 μέχρι 15 Ιουνίου 2004, που φέρεται να έχει διαπραχθεί στην παρούσα υπόθεση το έγκλημα της σωματεμπορίας, ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν κατελήφθη να εμπλέκεται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, εξυπηρετούσα με την πιο πάνω συνδρομή, την τέλεση του εγκλήματος αυτού και η προαναφερθείσα εμπλοκή του στο παρελθόν στην πιο πάνω μεταφορά αλλοδαπής σε ερωτικό ραντεβού δεν μπορεί κατά τη γνώμη μας, μόνη να οδηγήσει σε κρίση ότι, για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την πιο πάνω πράξη που κατηγορείται.
Στο εκκαλούμενο βούλευμα κατόπιν τούτου, κατά την ημετέρα κρίση μετά τη λήψη υπ' όψη των προεκτεθέντων αποδεικτικών μέσων, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, αναλύονται και ερμηνεύονται ορθά οι σχετικές διατάξεις, γίνεται ορθή αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και ορθά συνάγεται η παραπεμπτική, για τους εκκαλούντες, πλην του εκκαλούντα Ε, κρίση, για τον οποίο κατά τη γνώμη μας δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, για στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατ' αυτού κατηγορίας για την πιο πάνω πράξη της άμεσης συνέργειας σε σωματεμπορία που αυτός κατηγορείται και ως προς το οποίο σημείο το εκκαλούμενο βούλευμα πρέπει να μεταρρυθμισθεί. Έτσι, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, συμπληρωματικά αναφερόμεθα στο πρωτόδικο βούλευμα το περιεχόμενο του οποίου και επιβεβαιώνουμε.
Υπό τα προεκτεθέντα, λοιπόν, πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων, πλην του εκκαλούντα Ε, κατά τα προρρηθέντα, για τις αξιόποινες πράξεις α) της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση -οι 1ος και ο μη ασκήσας έφεση συγκατηγ/νός του Χ5, κάτοικος ... - β) της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση - οι λοιποί ως άνω κατηγ/νοι - γ) της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους και δ) της παράνομης κατοχής πυρομαχικών - 1ος- ( άρθρα 13 γ', 14§1, 26§1α, 27§1, 45, 46 §1β, 51, 52, 53, 60, 79, 94§1,98, 351§§2,4δ του ΠΚ όπως το άρθρο 351 αντικ. με το άρθρο 8 του ν.3064/2002, άρθρα 2 και 22 §§ 2,4α,6 του ν. 2472/1997 και άρθρα 1περ.δ,7§§1,8α ν.2168/1993). Ειδικότερα και ως προς τον ισχυρισμό του εκκαλούντα Χ2 ότι υπάρχει δεδικασμένο, επειδή αυτός είχε οδηγηθεί στο αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και καταδικάστηκε για την πράξη της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας (άρθρο 348 Π.Κ.) σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών για τη συγκεκριμένη υπόθεση και δη για την πράξη της μεταφοράς της αλλοδαπής Α στο ξενοδοχείο ΟΛΥΜΠΙΚ, σε ερωτικό ραντεβού, που έλαβε χώραν την 8-6-2004, με απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου που εκδόθηκε την 10-6-2004, αυτός ελέγχεται νομικά αβάσιμος, καθόσον μεταξύ των πράξεων της σωματεμπορίας και διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας υπάρχει αληθής συρροή, κατά τα προεκτεθέντα στο νομικό μέρος της παρούσης, και έτσι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 988/2006 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές κατά τα άρθρα 309§1ε και 313 ΚΠΔ, την παραπομπή των τεσσάρων πρώτων εκκαλούντων, στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97§2 Συντάγματος, 8§1γ, 111§1, 119 και 122§1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τις ως άνω πράξεις δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν.
Κατά συνέπεια οι εφέσεις των εκκαλούντων με τις οποίες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμες κατ' ουσία, πλην της έφεσης εκκαλούντα Ε, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία της.
Από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 988/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με τις πράξεις της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση, της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους και της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, διέλαβε στο εν λόγω βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 351 παρ. 2-4δ Π.Κ., 2 και 22 παρ.2-4α-6 του Ν.2472/97 και 1 περ. δ, 7 παρ. 1-8α Ν.2168/1993, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο.
Ειδικότερα η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα είναι αβάσιμη, διότι όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο Εφετών αναφέρεται (υιοθετεί) εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η άνω αναφορά δεν είναι τυπική υπόθεση, όπως υποστηρίζεται. Γίνεται κατόπιν επανεξέτασης της υπόθεσης και από το συμβούλιο Εφετών, το οποίο κατέληξε στο αυτό συμπέρασμα και τούτο ελέγχεται. Αβάσιμη επίσης είναι η αιτίαση ότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία παραπέμπει εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, αποτελεί αντιγραφή, όσον αφορά τα αποδεχόμενα πραγματικά περιστατικά, της εισαγγελικής πρότασης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που είναι ενσωματωμένη στο πρωτοβάθμιο με αριθμό 988/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, καθόσον από την αντιπαραβολή των δύο προτάσεων δεν επιβεβαιώνεται η αιτίαση αυτή, τα δε υπάρχοντα λεκτικά σφάλματα οφείλονται σε γραφική παραδρομή.
Ακόμα αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία παραπέμπει εξολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, αναφέρεται συμπληρωματικά προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων στο πρωτόδικο βούλευμα, διότι όταν ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις να παραπέμπει συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, πάσχει δε από έλλειψη αιτιολογίας και εκδίδεται κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης όταν αναφέρεται εξολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ή (και) στην ενσωματωμένη σ' αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση (Α.Π. 1151/2006, Α.Π. 2253/2002 κ.α.). Στην προκειμένη όμως περίπτωση η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία αναφέρεται εξολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν για όλες τις πράξεις για τις οποίες παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφάρμοσε και αναφέρθηκε, επιτρεπτώς, συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα.
Τέλος αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας επειδή στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, κατά την αξιολόγηση του περιεχομένου της ένορκης κατάθεσης του αστυφύλακα Γ, περιέχεται αντί για την παραδοχή για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων η εκτίμηση ότι καθίσταται αναγκαίος ο ακροαματικός έλεγχος σε σχέση με την εν λόγω κατάθεση, όπου ο εν λόγω αστυνομικός θα κληθεί για να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις, διότι η πρόταση του Εισαγγελέα αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα που προέκυψαν από την εκτίμηση του αποδεικτικού αυτού μέσου (ένορκη κατάθεση) από τα οποία κρίνει ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις και συγκεκριμένα από το τμήμα του περιεχομένου της κατάθεσης ότι η συνεύρεση της αλλοδαπής Δ μετ' αυτού έγινε στο ξενοδοχείο INTERCONTINENTAL και ότι η αλλοδαπή του μετέφερε ότι έρχεται από το γραφείο με το οποίο αυτός επικοινώνησε, ο προβληματισμός του δε έγκειται στο τμήμα της ένορκης κατάθεσης του αστυνομικού που αναφέρεται στον τρόπο επικοινωνίας και γι' αυτό θεωρεί απαραίτητη την αξιολόγηση του στοιχείου αυτού υπό τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας. Οι λοιπές αναφερόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις του αναιρεσείοντα Χ2 πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως της αιτιολογίας την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικώς και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επίσης αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 4 και 5 του Ν.2225/1994 ανάκληση από την διενεργήσασα την αυτεπάγγελτη προανάκριση αστυνομική αρχή, των μηνυμάτων από το κινητό τηλέφωνο μάρκας SHARP GX20 με αριθμό κλήσης ... του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, καθόσον, όπως από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο δεν συνεκτίμησε σε βάρος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου τα μηνύματα αυτά, αφού στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εξειδικεύονται τα στοιχεία τα οποία οδήγησαν αυτοτελώς στην κρίση για την ύπαρξη οργανωμένης επιχείρησης που εκμεταλλευόταν αλλοδαπές με σωματεμπορία. Τέλος αβάσιμη είναι και η αιτίαση για παραβίαση του δεδικασμένου ως προς μία από τις μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της σωματεμπορίας και συγκεκριμένα για την πράξη της μεταφοράς της αλλοδαπής Α σε ξενοδοχείο την 8-6-2004 επειδή ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2 καταδικάσθηκε για την πράξη της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας (άρθρο 348 Π.Κ.) σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, διότι μεταξύ των πράξεων της σωματεμπορίας και διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας υπάρχει αληθής συρροή διότι οι δύο αυτές διατάξεις προστατεύουν δύο διαφορετικά έννομα αγαθά και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 348 Π.Κ. προστατεύει από την οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής, ενώ προστατευόμενο έννομο αγαθό με το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι η γενετήσια ελευθερία του προσώπου και έτσι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ α-δ-γ Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθούν και οι ένδικες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: 1) Να απορριφθούν οι με αριθμ. 125/31-5-2007 και 124/31-5-2007 αιτήσεις αναίρεσης, που ασκήθηκαν αντιστοίχως από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, κατά του αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από 220 ευρώ έκαστος.
Αθήνα 23-12-2007 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Συμπληρωματικά με τα όσα αναφέρονται στην παραπάνω πρόταση μου εκθέτω τα εξής: Στο τέλος των δύο παραπάνω αιτήσεων αναιρέσεως αναφέρονται από τους αναιρεσείοντες τα εξής: 1) Στην αριθμ. 125/2007 έκθεση αναίρεσης του Χ1 "Αιτούμαι, σύμφωνα με τα άρθρα 485 και 309 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., να διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνισή μου ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, ώστε να δώσω κάθε απαραίτητη διευκρίνιση σχετικά με τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης του υπ' αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και ιδίως να μου δοθεί η ευκαιρία να αποδείξω ότι ελήφθησαν εις βάρος μου υπόψη, προς στήριξη των εις βάρος μου κατηγοριών και της ανάγκης για παραπομπή μου στο δικαστήριο, παράνομα και απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι υφίσταται ανεπαρκής αιτιολογία του ως άνω βουλεύματος που εκδηλώνεται με τη μορφή της τυπικής και ουσιαστικά ανύπαρκτης δικαστικής κρίσης μέσω της καθολικής αναφοράς στις εισαγγελικές προτάσεις και στο πρωτόδικο βούλευμα, καθώς και με τη μη λήψη υπόψη της έλλειψης αποδείξεων εις βάρος μου και της επιλεκτικής αξιολόγησης μόνο των εις βάρος μου ενδείξεων". 2) Στην αριθμ. 124/2007 έκθεση αναίρεσης του Χ2 "Αιτούμαι, σύμφωνα με τα άρθρα 485 και 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., να διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνιση μου ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, ώστε να δώσω κάθε απαραίτητη διευκρίνιση σχετικά με τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης του υπ' αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ιδίως να μου δοθεί η ευκαιρία να αναπτύξω προφορικά και να αποδείξω, προσκομίζοντας και τα απαραίτητα έγγραφα και στοιχεία που θεμελιώνουν τον σχετικό νομικό συλλογισμό, ότι παραπέμφθηκα στο ακροατήριο κατά παράβαση των διατάξεων του δεδικασμένου που πράγματι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και που απαγορεύει, ως καταφανώς άδικη, τη δεύτερη εις βάρος μου ποινική δίωξη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά". Το αίτημα αυτό περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης υποβλήθηκε νομοτύπως και πρέπει να γίνει δεκτό, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού η παρουσία των αναιρεσειόντων οι οποίοι αναπτύσσουν τις απόψεις τους εκτενώς στις πολυσέλιδες εκθέσεις αναιρέσεως και στο υπόμνημα που συσχέτισε στην αίτηση αναιρέσεως του ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2, δεν έχει να προσφέρει οτιδήποτε για την εξέλιξη της υπόθεσης, δεδομένου και του ότι ενώπιον του Συμβουλίου σας, θα κριθούν νομικά ζητήματα και όχι η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου σας, που διατυπώθηκε από τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, στις αντίστοιχες με αριθμό 125/2007 και 124/2007 αιτήσεις αναιρέσεως κατά του αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Αθήνα 23-12-2007 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται ολικά ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα των Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται ολικά ή εν μέρει και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο 3° Τμήμα Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι επί της οδού ... στην ..., σε διαμέρισμα του 1ου ορόφου ο κατηγορούμενος Χ1 λειτουργούσε "γραφείο", μέσω του οποίου κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού με αλλοδαπές γυναίκες. Από αυτή του τη δραστηριότητα, σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πληροφορίες, ο κατηγορούμενος είχε αποκομίσει τεράστια χρηματικά ποσά και ήταν κάτοχος σκαφών αναψυχής και αλόγων στον Ιππόδρομο. Κατόπιν τούτου η πιο πάνω υπηρεσία έθεσε σε πολύμηνη διακριτική παρακολούθηση το πιο πάνω γραφείο και διαπίστωσε κατ' αρχάς ότι σ' αυτό μετέβαιναν καθημερινά, περί ώρα 20:00, οι κατηγορούμενες Χ3 και Χ4. Επίσης ότι σ' αυτό μετέβαινε και ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, συνήθως κάθε Δευτέρα προς Τρίτη, ο οποίος και προ της εισόδου του στο πιο πάνω γραφείο φορούσε μαύρη κουκούλα, προκειμένου να κρύβει τα χαρακτηριστικά του και στη συνέχεια στις 8 Ιουνίου 2004, πρωινές ώρες. Η επόμενη κίνηση της πιο πάνω υπηρεσίας ήταν πλέον να διαπιστώσει αν όντως εκεί κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού αλλοδαπών γυναικών με σκοπό την είσπραξη των πιο πάνω ποσών. Για το σκοπό αυτό λοιπόν, αστυνομικός του 3ου τμήματος Ηθών επικοινώνησε με το κινητό τηλέφωνο ..., το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες της πιο πάνω υπηρεσίας, χρησιμοποιούνταν από το παραπάνω "γραφείο" και κανόνισε ερωτικό ραντεβού με μία αλλοδαπή έναντι του χρηματικού ποσού των 80 Ευρώ. Το παραπάνω ραντεβού κανονίσθηκε στο ξενοδοχείο "OLYMPIC", όπου προσήλθε, η αλλοδαπή υπήκοος Αλβανίας Α, προκειμένου να έρθει σε ερωτική επαφή με τον αστυνομικό, η οποία και συνελήφθη, μαζί με τον κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος είχε μεταφέρει με ΙΧΕ την παραπάνω αλλοδαπή στο παραπάνω μέρος, (βλ. την από 15-6-2004 ένορκη κατάθεση του αστυνομικού Β). Στη συνέχεια, κατά τις πρωινές ώρες της 15 Ιουνίου 2004, έτερος αστυνομικός, με το όνομα Γ, μετέβη στο ξενοδοχείο "INTERCONTINENTAL", επί της Λεωφόρου Συγγρού 89-93 και προσποιούμενος τον πελάτη μίσθωσε το δωμάτιο με αριθμό 127, αφού προηγουμένως είχε κανονίσει ραντεβού με αλλοδαπή, αντί του ποσού των 120 Ευρώ. Για τον παραπάνω σκοπό, δηλαδή, προκειμένου να έρθει σε σαρκική συνάφεια με αυτή, συναντήθηκε στο ξενοδοχείο με την αλλοδαπή Δ, υπήκοο Λιθουανίας, η οποία πράγματι προσήλθε στο ραντεβού και του είπε ότι "έρχεται από το γραφείο" και του ζήτησε να τις προκαταβάλλει το προσυμφωνηθέν ποσό. Μόλις αυτή άρχισε να αποβάλλει τα ενδύματά της τη συνέλαβε, αφού της γνωστοποίησε την ιδιότητά του, διότι εκδίδονταν έναντι αμοιβής, χωρίς να κατέχει πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος. Στην κατοχή της, μετά από σωματική έρευνα, βρέθηκαν ένα κινητό τηλέφωνο και ένα προφυλακτικό, (βλ. και την αριθμ. 3007/24/2650-α υποβλητική αναφορά και την από 15-6-2004 ένορκη κατάθεση του αστυνομικού Δ). Εδώ πρέπει βεβαίως να παρατηρηθεί ότι στο υπ' αριθμ. ... κινητό τηλέφωνο, όπως προκύπτει και από την από 12-7-2004 βεβαίωση της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας COSMOTE, είχε πραγματοποιηθεί φραγή εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων από την 13-6-2004, δηλαδή δύο μέρες πριν από την υποτιθέμενη κλήση, γεγονός που εντόπισε η Ανακριτής της υπόθεσης κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης, με συνέπεια να αποστείλει σχετική αναφορά για το γεγονός στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, στην οποία, μεταξύ των άλλων, η πιο πάνω Ανακρίτρια, διαλαμβάνει και τα εξής : " .......κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως προέκυψε ότι στη με αριθμό ... σύνδεση CosmoKARTA, η οποία είναι ανώνυμη και ενεργοποιήθηκε στις 13-6-2003 είχε πραγματοποιηθεί από τις 13-6-2004 φραγή εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να δεχτεί αυτή τηλεφωνική κλήση κατά τις πρωινές ώρες της 15-6-2004, όπως αναφέρει στην από 15-6-2004 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ο αστυφύλακας Γ. Σας αναφέρω τα παραπάνω, τα οποία περιήλθαν σε γνώση μου, κατά την άσκηση των καθηκόντων μου, και παρακαλώ για τις δικές σας ενέργειες. Επιπλέον σας αναφέρω ότι για την υπόθεση αυτή έχει επιληφθεί η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία ασχολείται με τη διερεύνηση γραπτού μηνύματος, με περιεχόμενο "ΣΤΟΠ ΣΕ ΟΛΑ", το οποίο έχει καταγραφεί σε κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου Χ1, ως προερχόμενο από αστυνομικό του Τμήματος Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής. "Από όλα αυτά είναι φανερό ότι η επικοινωνία για να κλειστεί το πιο πάνω ραντεβού, δεν έγινε με το πιο πάνω κινητό τηλέφωνο και δημιουργούν σοβαρό προβληματισμό τα όσα περί του αντιθέτου εξέθεσε στην κατάθεσή του ο μάρτυρας αστυνομικός. Όμως αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να οδηγήσει a priori σε κρίση ότι η πιο πάνω συνεύρεση δεν έλαβε χώρα και ότι η αλλοδαπή δεν του μετέφερε ότι έρχεται από το πιο πάνω γραφείο, αλλά κρίνεται απαραίτητη η αξιολόγηση αυτών των στοιχείων υπό τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας, όπου και μεταξύ των άλλων ο εν λόγω αστυνομικός θα κληθεί για να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις. Στις 14/6/2004 αστυνομικοί του Τμήματος Ηθών μετέβησαν στην ... και έθεσαν σε διακριτική επιτήρηση το επί της οδού ..., στην ..., διαμέρισμα, όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες λειτουργούσε το "γραφείο", μέσω του οποίου κανονίζονταν τα ερωτικά ραντεβού. Περί την 20:00 ώρα εισήλθαν στο ανωτέρω διαμέρισμα οι κατηγορούμενες Χ4 και η Χ3 και αποχώρησε η άλλη τηλεφωνήτρια που εργάζονταν την πρωινή βάρδια. Στη συνέχεια τέθηκε σε διακριτική επιτήρηση ο κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος κινούνταν με το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας HYUNDAI και τον ακινητοποίησαν κατά την είσοδό του στο Κέντρο Διασκέδασης με την επωνυμία "ΘΕΑΤΡΟ", στο Φλοίσβο Αττικής. Σε έρευνα που έγινε σε τσάντα χειρός, που κρατούσε, βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, ένα κλειδί πόρτας, που όπως διαπιστώθηκε αργότερα άνοιγε την κάτω εξωτερική θύρα της επί της οδού ..., στην ..., κατοικίας, ένας (1) μικροϋπολογιστής (POCKET PC), μάρκας TOSHIBA 9740, ένα (1) κινητό τηλέφωνο, μάρκας SHARP GX20, με αριθμό κλήσης ..., ένα (1) κινητό τηλέφωνο, μάρκας SAMSUNG, με αριθμό κλήσης ..., ένα (1) κινητό τηλέφωνο, μάρκας NOKIA 6310, με αριθμό κλήσης ... και ένα (1) κινητό τηλέφωνο, μάρκας SONY ERICSSON Τ610, με αριθμό κλήσης ... . Μετά από έρευνα στον υπολογιστή του εν λόγω κατηγορουμένου βρέθηκε ένα αρχείο, στο οποίο ήταν καταχωρημένος ένας μεγάλος αριθμός κινητών τηλεφώνων, χωρίς να αναφέρονται τα ονόματα των κατόχων-συνδρομητών στους οποίους αντιστοιχούν αυτά. Η διενεργήσασα την αυτεπάγγελτη προανάκριση ως άνω αστυνομική αρχή εκθέτει ότι, σε έρευνα που διενεργήθηκε στα κινητά τηλέφωνα που κατείχε ο παραπάνω κατηγορούμενος διαπιστώθηκε πως στο κινητό τηλέφωνο, μάρκας SHARP GX20, με αριθμό κλήσης ..., υπήρχε μεγάλος αριθμός εισερχομένων μηνυμάτων, με παραπλήσιο περιεχόμενο, τα οποία αφορούσαν ερωτικά ραντεβού γυναικών με πελάτες. Στην προκείμενη περίπτωση πρέπει να λεχθεί ότι στο βαθμό που παραβιάζεται το τηλεφωνικό απόρρητο, απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 4 και 5 του ν. 2225/1994. Όμως, σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν στην προκειμένη υπόθεση στη δικογραφία και άλλα στοιχεία, πέραν των προεκτεθέντων μηνυμάτων, τα οποία οδηγούν αυτοτελώς σε κρίση για ύπαρξη οργανωμένης επιχείρησης που εκμεταλλευόταν αλλοδαπές με σωματεμπορία και ειδικότερα? Κατ' αρχή υπήρχαν, όπως προεκτέθηκε, στο 3° Τμήμα Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, πληροφορίες ότι επί της οδού ..., στην ..., σε διαμέρισμα του 1ου ορόφου, ο κατηγορούμενος Χ1 λειτουργούσε "γραφείο", μέσω του οποίου κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού με αλλοδαπές γυναίκες. Σε έρευνα που διενεργήθηκε λοιπόν συνεπεία αυτής της πληροφορίας, στη συνέχεια στους χώρους του ανωτέρω αυτοκινήτου του κατηγορούμενου Χ1 με το οποίο κινούνταν, βρέθηκαν ένας ακόμη μικροϋπολογιστής (POCKET PC), μάρκας SIEMENS SX45, ένα (1) πακέτο σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας TELESTET, που περιείχε δύο (2) κάρτες SΙΜ, με αριθμούς κλήσης ... και ..., εκ των οποίων αναβρέθηκε η μία με αριθμό κάρτας .../.../8858.5/99/32/2.2.1, ένα (1) πακέτο σύνδεσης COSM0TE, άνευ κάρτας SIM, με αριθμό κλήσης ..., μία (1) μαύρη κουκούλα κεφαλής (full face). Κατόπιν αυτών, στο επί της οδού ... στην ..., διαμέρισμα, με την συνδρομή αστυνομικών της Ειδικής Κατασταλτικής Αντιτρομοκρατικής Μονάδας (Ε.Κ.Α.Μ.), αστυνομικοί του παραπάνω τμήματος εισήλθαν, παρουσία δικαστικού λειτουργού, στους χώρους του διαμερίσματος, όπου βρήκαν τις κατηγορούμενες Χ3 και Χ4, οι οποίες βρισκόταν σε ένα από τα δωμάτιά του. Στο δωμάτιο αυτό είχαν τοποθετηθεί μονωτικά υλικά στο παράθυρο και στην πόρτα αυτού, ώστε να μην ακούγονται έξω από το διαμέρισμα οι χτύποι των κινητών τηλεφώνων. Στη γωνία του δωματίου υπήρχε μία τηλεόραση, η οποία ήταν συνδεδεμένη με κάμερα, που ήταν τοποθετημένη εξωτερικά του διαμερίσματος και η οποία περιστρέφονταν, έχοντας πλήρη εικόνα του δρόμου έξωθι του διαμερίσματος, καθώς και των δρόμων απέναντι από το διαμέρισμα. Επίσης υπήρχε τοποθετημένος ένας αυτοσχέδιος μηχανισμός για τον εξαερισμό του δωματίου, το οποίο ήταν ερμητικά κλειστό. Στο δωμάτιο ήταν τοποθετημένα δύο μικρά γραφεία και αριστερά ενός εξ αυτών ένας καταστροφέας εγγράφων, γεμάτος με κατεστραμμένα έγγραφα. Σε ένα από τα συρτάρια του γραφείου βρήκαν απενεργοποιημένα δώδεκα κινητά τηλέφωνα, μάρκας PANASONIC, εκ των οποίων τα τρία δεν είχαν κάρτα SIM, καθώς και δύο κινητά, μάρκας NOKIA και MOTOROLA, χωρίς κάρτα SIM. Σε άλλο συρτάρι βρέθηκαν τέσσερα πακέτα σύνδεσης TELESTET, χωρίς κάρτες SIM, με σβησμένους με απόξεση τους αριθμούς αυτών από την εξωτερική ετικέτα του πακέτου, δεκαοκτώ (18) φορτιστές κινητών τηλεφώνων, πολλοί εκ των οποίων ήταν τοποθετημένοι σε πολύπριζα εκατέρωθεν των γραφείων. Σε δωμάτιο απέναντι αυτού, όπου ήταν τα γραφεία, βρέθηκαν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο και δύο οθόνες ηλεκτρονικού υπολογιστή, ενώ σε άλλο δωμάτιο βρέθηκε αποσυνδεμένη μια μονάδα ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τα δωμάτια του διαμερίσματος ήταν εντελώς άδεια από οικοσκευές και γεμάτα σκόνη, πλην του ειδικά μονωμένου δωματίου, όπου ήταν τοποθετημένα τα γραφεία, γεγονός που υποδηλώνει πως το διαμέρισμα δεν χρησιμοποιούνταν ως κατοικία. Επίσης, στην είσοδο του διαμερίσματος είχε τοποθετηθεί ειδικά θωρακισμένη πόρτα ασφαλείας, γεγονός που την καθιστούσε απαραβίαστη. Στην συνέχεια μετέβησαν στην επί της οδού ..., στην ..., κατοικία του παραπάνω κατηγορούμενου Χ1, που διενεργήθηκε κατ' οίκο έρευνα, κατά την οποία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν διάφορα αντικείμενα, που αναφέρονται αναλυτικά στη σχετική έκθεση έρευνας και κατάσχεσης, μεταξύ των οποίων, δύο φορητοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές, μία κεντρική μονάδα ηλεκτρονικού υπολογιστή, χρηματικό ποσό δύο χιλιάδων εκατόν εξήντα έξι (2.166) δολαρίων Η.Π.Α., τρία κουτιά από κινητά τηλέφωνα, μάρκας PANASONIC GD 35, όμοια με αυτά που βρέθηκαν στο "γραφείο", μία (1) ηλεκτρονική ατζέντα μάρκας PSION 5-MX, τρεις (3) δισκέτες ηλεκτρονικού υπολογιστή, εκ των οποίων μία "BASF", με χειρόγραφη ένδειξη "ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ 3 ΕΧΕΙ", ένας (1) ψηφιακός δίσκος 00-ΡΟΜ, με την ένδειξη ηλεκτρονικός πολυοδηγός HELLAS NAVIGATOR, στο εξώφυλλο και επί του δίσκου αναγραφόταν HΟΤΕ13", ένας (1) ψηφιακός δίσκος CD-ROM, στο εξώφυλλο του οποίου αναγράφεται "HOTELS EYRO 2" και επί του δίσκου "HOTELS", τα οποία αφού εξετάστηκαν προέκυψε πως οι αριθμοί ΙΜΕΙ α) ... και β) ..., που αναφέρονταν σε δύο από τα κουτιά των κινητών τηλεφώνων, μάρκας PANASONIC GD 35, που κατασχέθηκαν στην οικία του κατηγορούμενου Χ1 ταυτίζονταν με τους αριθμούς ΙΜΕΙ από τα δύο κινητά που κατασχέθηκαν στους χώρους του "γραφείου". Επίσης διαπιστώθηκε πως και στους δύο μικροϋπολογιστές που κατασχέθηκαν στην κατοχή του παραπάνω κατηγορούμενου και κατόπιν έρευνας στο αυτοκίνητό του υπήρχε καταχωρημένο ένα αρχείο του WORD, με ονομασία "Changed copy of your password was rightrtf", το οποίο είχε εκατόν ογδόντα οκτώ σελίδες, στις οποίες ήταν καταχωρημένος μεγάλος αριθμός κινητών τηλεφώνων, που από πρόχειρο υπολογισμό ανέρχονται στις 70.000 τηλέφωνα περίπου και που αφορούσαν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, σε πελάτες που είχαν πραγματοποιήσει ερωτικά ραντεβού με τις αλλοδαπές γυναίκες που εκδίδονταν. Μεταξύ των αριθμών αυτών βρέθηκε και το υπ αριθ: ... κινητό τηλέφωνο, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί από τον αστυνομικό Β όταν εμφανίσθηκε ως πελάτης και είχε κανονίσει ερωτικό ραντεβού μέσω του υπ' αριθ. 6979-144457 κινητού τηλεφώνου, που λειτουργούσε σύμφωνα με τις πληροφορίες στο ανωτέρω "γραφείο", με την αλλοδαπή υπήκοο Αλβανίας Α, την οποία μετέφερε στο ερωτικό ραντεβού ο κατηγορούμενος Χ2 με το αυτοκίνητό του...
Στο εκκαλούμενο βούλευμα κατόπιν τούτου, κατά την ημετέρα κρίση, μετά τη λήψη υπ' όψη των προεκτεθέντων αποδεικτικών μέσων, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, αναλύονται και ερμηνεύονται ορθά οι σχετικές διατάξεις, γίνεται ορθή αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και ορθά συνάγεται η παραπεμπτική, για τους εκκαλούντες, πλην του εκκαλούντα Ε, κρίση, για τον οποίο κατά τη γνώμη μας δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, για στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατ' αυτού κατηγορίας για την πιο πάνω πράξη της άμεσης συνέργειας σε σωματεμπορία που αυτός κατηγορείται και ως προς το οποίο σημείο το εκκαλούμενο βούλευμα πρέπει να μεταρρυθμισθεί. Έτσι, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, συμπληρωματικά αναφερόμεθα στο πρωτόδικο βούλευμα το περιεχόμενο του οποίου και επιβεβαιώνουμε. Υπό τα προεκτεθέντα, λοιπόν, πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων, πλην του εκκαλούντα Ε, κατά τα προρρηθέντα, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση οι- 1ος και ο μη ασκήσας έφεση συγκατηγορούμενός του Χ5, κάτοικος ..., β) της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση - οι λοιποί ως άνω κατηγορούμενοι - γ) της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους και δ) της παράνομης κατοχής πυρομαχικών - 1ος- (άρθρα 13 γ', 14§1, 26§1α, 27§1, 45, 46 §1β, 51, 52, 53, 60, 79, 94§1,98, 351§§2,4δ του ΠΚ, όπως το άρθρο 351 αντικ. με το άρθρο 8 του ν.3064/2002, άρθρα 2 και 22 §§ 2,4α,6 του ν. 2472/1997 και άρθρα 1περ.δ,7§§1,8α ν.2168/1993).
Ειδικότερα, και ως προς τον ισχυρισμό του εκκαλούντα Χ2 ότι υπάρχει δεδικασμένο, επειδή αυτός είχε οδηγηθεί στο αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και καταδικάστηκε για την πράξη της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας (άρθρο 348 Π.Κ.), σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών για τη συγκεκριμένη υπόθεση και δη για την πράξη της μεταφοράς της αλλοδαπής Α στο ξενοδοχείο ΟΛΥΜΠΙΚ, σε ερωτικό ραντεβού, που έλαβε χώρα την 8-6-2004, με απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, που εκδόθηκε την 10-6-2004, αυτός ελέγχεται νομικά αβάσιμος, καθόσον μεταξύ των πράξεων της σωματεμπορίας και διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας υπάρχει αληθής συρροή, κατά τα προεκτεθέντα στο νομικό μέρος της παρούσης, και έτσι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 988/2006 βούλευμά του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές κατά τα άρθρα 309§1ε και 313 ΚΠοινΔ, την παραπομπή των τεσσάρων πρώτων εκκαλούντων, στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97§2 Συντάγματος, 8§1γ, 111§1, 119 και 122§1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τις ως άνω πράξεις δεν έσφαλε, αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν.
Κατά συνέπεια οι εφέσεις των εκκαλούντων με τις οποίες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία, πλην της έφεσης εκκαλούντα Ε, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία της".
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 988/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με τις πράξεις της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους και της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, διέλαβε στο εν λόγω βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι ήδη αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 351 παρ. 2-4δ Π.Κ., 2 και 22 παρ.2-4α-6 του Ν.2472/97 και 1 περ. δ, 7 παρ. 1-8α Ν.2168/1993, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο.
Ειδικότερα, η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα είναι αβάσιμη, διότι όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται (υιοθετεί) εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η άνω αναφορά δεν είναι τυπική, όπως υποστηρίζεται. Γίνεται κατόπιν επανεξέτασης της υπόθεσης και από το συμβούλιο Εφετών, το οποίο κατέληξε στο αυτό συμπέρασμα και τούτο ελέγχεται. Αβάσιμη επίσης είναι η αιτίαση ότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία παραπέμπει εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, αποτελεί αντιγραφή, όσον αφορά τα αποδεχόμενα πραγματικά περιστατικά, της εισαγγελικής πρότασης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, που είναι ενσωματωμένη στο πρωτοβάθμιο με αριθμό 988/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, καθόσον από την αντιπαραβολή των δύο προτάσεων δεν επιβεβαιώνεται η αιτίαση αυτή, τα δε υπάρχοντα λεκτικά σφάλματα οφείλονται σε γραφική παραδρομή. Ακόμα αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία παραπέμπει εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, αναφέρεται συμπληρωματικά προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων στο πρωτόδικο βούλευμα, διότι όταν ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις να παραπέμπει συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, πάσχει δε από έλλειψη αιτιολογίας και εκδίδεται κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης όταν αναφέρεται εξολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ή (και) στην ενσωματωμένη σ' αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση . Στην προκείμενη όμως περίπτωση η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία αναφέρεται εξολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν για όλες τις πράξεις για τις οποίες παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφάρμοσε και αναφέρθηκε, επιτρεπτώς, συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα. Τέλος αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας επειδή στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, κατά την αξιολόγηση του περιεχομένου της ένορκης κατάθεσης του αστυφύλακα Γ, περιέχεται αντί για την παραδοχή για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων η εκτίμηση ότι καθίσταται αναγκαίος ο ακροαματικός έλεγχος σε σχέση με την εν λόγω κατάθεση, όπου ο εν λόγω αστυνομικός θα κληθεί για να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις, διότι η πρόταση του Εισαγγελέα αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα που προέκυψαν από την εκτίμηση του αποδεικτικού αυτού μέσου (ένορκη κατάθεση), από τα οποία κρίνει ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις και συγκεκριμένα από το τμήμα του περιεχομένου της κατάθεσης ότι η συνεύρεση της αλλοδαπής Δ μετ' αυτού έγινε στο ξενοδοχείο INTERCONTINENTAL και ότι η αλλοδαπή του μετέφερε ότι έρχεται από το γραφείο με το οποίο αυτός επικοινώνησε, ο προβληματισμός του δε έγκειται στο τμήμα της ένορκης κατάθεσης του αστυνομικού που αναφέρεται στον τρόπο επικοινωνίας και γι' αυτό θεωρεί απαραίτητη την αξιολόγηση του στοιχείου αυτού υπό τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας. Οι λοιπές αναφερόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις του αναιρεσείοντα Χ2 πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως της αιτιολογίας την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικώς και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επίσης αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 4 και 5 του Ν.2225/1994 ανάκληση από την διενεργήσασα την αυτεπάγγελτη προανάκριση αστυνομική αρχή, των μηνυμάτων από το κινητό τηλέφωνο, μάρκας SHARP GX20, με αριθμό κλήσης ... του αναιρεσείοντος Χ1, καθόσον, όπως από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο δεν συνεκτίμησε σε βάρος του αναιρεσείοντος τα μηνύματα αυτά, αφού στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εξειδικεύονται τα στοιχεία τα οποία οδήγησαν αυτοτελώς στην κρίση για την ύπαρξη οργανωμένης επιχείρησης που εκμεταλλευόταν αλλοδαπές με σωματεμπορία.
Τέλος αβάσιμη είναι και η αιτίαση για παραβίαση του δεδικασμένου ως προς μία από τις μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της σωματεμπορίας και συγκεκριμένα για την πράξη της μεταφοράς της αλλοδαπής Α σε ξενοδοχείο την 8-6-2004, επειδή ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2 καταδικάσθηκε για την πράξη της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας (άρθρο 348 ΠΚ), σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, διότι μεταξύ των πράξεων της σωματεμπορίας και διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας υπάρχει αληθής συρροή, διότι οι δύο αυτές διατάξεις προστατεύουν δύο διαφορετικά έννομα αγαθά και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 348 ΠΚ προστατεύει από την οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής, ενώ προστατευόμενο έννομο αγαθό με το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι η γενετήσια ελευθερία του προσώπου και έτσι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ α, γ και δ του ΚΠοινΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν .
Κατά τα άρθρα 485 παρ.1 και 309 παρ.2 του ΚΠοινΔ, το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάσσει, ύστερα από αίτηση του κατηγορουμένου, την αυτοπρόσωπη ενώπιον αυτού εμφάνισή του, εάν κρίνει ότι ο κατηγορούμενος έχει εκθέσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του ως προς τις πλημμέλειες του προσβαλλόμενου με την αναίρεση βουλεύματος, ή αν οι προβαλλόμενες με την αναίρεση πλημμέλειες δεν δικαιολογούν ως εκ της φύσεώς τους αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου, ή αν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται εντελώς αορίστως χωρίς προσδιορισμό των σημείων του προσβαλλόμενου βουλεύματος, τα οποία ενόψει της κρινόμενης αναίρεσης, έχουν ανάγκη προφορικής ανάπτυξης εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Επομένως το αίτημα των αναιρεσειόντων, με το περιεχόμενο που διαλαμβάνεται στην εισαγγελική πρόταση, που υποβάλλουν με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, για εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου ότι οι προβαλλόμενες με τις αναιρέσεις τους πλημμέλειες δεν έχουν ανάγκη ιδιαίτερης προφορικής ανάπτυξης από τους ιδίους τους αναιρεσείοντες, αφού στο Συμβούλιο τούτο κρίνονται νομικά ζητήματα και όχι η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, αναπτύσσουν δε αυτοί τις απόψεις τους εκτενώς στις πολυσέλιδες εκθέσεις αναιρέσεως και στο υπόμνημα που συσχέτισε στην αίτηση αναιρέσεώς του ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 125/31-5-2007 και 124/31-5-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου του Δικαστηρίου τούτου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα απ' αυτούς.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Αυγούστου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ