Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1025 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1025/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου, για αναίρεση της 36/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 64/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και τον αυτοπροσώπως παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για να γεννηθεί η από την τελευταία διάταξη απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, θα πρέπει να υπάρχει υποχρέωση από το νόμο του δικαστηρίου να προκαλέσει αυτό αυτεπαγγέλτως την άσκηση εκ μέρους του κατηγορουμένου ορισμένου δικαιώματος που του παρέχεται από το νόμο. Τέτοια δε υποχρέωση του δικαστηρίου δεν δημιουργείται από τη διάταξη του άρθρου 358 εδ. τελευταίο ΚΠΔ, σε σχέση με την δυνατότητα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Για να δημιουργηθεί η ακυρότητα αυτή, πρέπει να ζητηθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του η άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος και, εν αρνήσει του διευθύνοντος τη συζήτηση, να ασκηθεί προσφυγή κατά της διατάξεως αυτής στο δικαστήριο και το τελευταίο να απορρίψει αυτήν ή να μην αποφανθεί επ' αυτής. Επομένως ο πρώτος , εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα, διδόταν ο λόγος στην κατηγορουμένη ή τον συνήγορό της, για να υποβάλλουν ερωτήσεις και να κάνουν τις παρατηρήσεις τους επί της καταθέσεώς του, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι από τα πρακτικά της απόφασης (σελ. 11) προκύπτει, ότι μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο πρόεδρος έδινε το λόγο και στον συνήγορο της κατηγορουμένης για να απευθύνει ερωτήσεις και να κάνει τις παρατηρήσεις του. Στο άρθρο 17 στοιχ. Β' του ν. 1756/1988, που περιλαμβάνει τον Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και κατάστασης των δικαστικών λειτουργών ορίζονται: Στην παράγραφο 1: Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση". Στην παράγραφο 3: Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα. Στο Πρωτοδικείο α)...β)...γ) κλπ. Στην Εισαγγελία Εφετών α)...β)...Τέλος στην παράγραφο 4 ορίζονται ότι: "Με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός....". Από τις παραπάνω διατάξεις, προκύπτει ότι, προκειμένου για το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των 15 εφετών και εισαγγελέων, το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την προεδρία του εφέτη που κληρώθηκε και με τη συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέα εφετών, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδόμενη απόφαση ότι εκείνοι που έλαβαν μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί που κληρώθηκαν, ούτε, σε σχέση με τον εισαγγελέα, ότι κωλύεται ο Εισαγγελέας Εφετών και οι αρχαιότεροι του εισαγγελείς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ' έφεση, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτήθηκε, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, από τον Προεδρεύοντα Εφέτη και από δύο Εφέτες ως μέλη που όλοι κληρώθηκαν, καθώς και από τον Αντεισαγγελέα Εφετών, που κληρώθηκε επίσης, και τη γραμματέα. Αναπλήρωση του Εισαγγελέα Εφετών του παραπάνω Δικαστηρίου δεν έγινε και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για πράξη αναπλήρωσης και μνεία αυτής στην απόφαση.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου (άρθρο 171 παρ.1 εδ. α του ΚΠΔ), με την αιτίαση ότι η σύνθεση αυτού δεν ήταν σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του παραπάνω Κώδικα, ενόψει του ότι δεν συμμετείχε ο Εισαγγελέας Εφετών και δεν προκύπτει ότι η αναπλήρωσή του από τον Αντεισαγγελέα Εφετών έγινε νόμιμα, με πράξη του Εισαγγελέα που διευθύνει την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ. 2 (όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 2 παρ.15 του Ν. 2408/1996), 321 παρ.1 στοιχ. δ', και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και καλείται με αυτό στο ακροατήριο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει δε να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, και τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδό της. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία το Δικαστήριο αυτό παραδεκτώς επισκοπεί για το βάσιμο του λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση στο πρώτο βαθμό των συνεκδικασθεισών με αριθμ. πιν 1 και 2 υποθέσεων ψευδούς καταμήνυσης προέβαλε ένσταση ακυρότητας των με αριθμ.ΑΒΜΣΤ2005/692/25-10-2005 και ΑΒΜΣΤ2005/691/16-6-2006 κλητηρίων θεσπισμάτων του πρώτου για τον μη ακριβή καθορισμό της πράξης, και του δευτέρου διότι τούτο περιλαμβάνει αυτούσια την μήνυση του εγκαλούντος κατ' αυτής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την ένσταση αυτή προχώρησε στην συνεκδίκαση των υποθέσεων και καταδίκασε γι'αυτές την κατηγορουμένη . Την ένσταση ακυρότητας των κλητηρίων θεσπισμάτων επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αυτή. Ειδικότερα το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του την εξής αναφορικά με την ένσταση ακυρότητας των κλητηρίων θεσπισμάτων αιτιολογία: "Εκ της θεωρήσεως των υπαρχόντων στη δικογραφία αντιγράφων των προς την ενισταμένη κατηγορουμένη κοινοποιηθέντων κλητηρίων θεσπισμάτων, αποδεικνύεται κατ' αρχάς, ότι στο υπ'αριθμ. ΑΒΜΣΤ2005/692/25-10-2005 κατηγορητήριο με επάρκεια καθορίζεται η αποδιδόμενη σ'αυτή αξιόποινη πράξη, με πλήρη αναφορά στα φερόμενα ψευδή γεγονότα που διέλαβε στην επίμαχη, προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, αναφορά της, το σκοπό της να προκαλέσει, εν γνώσει του ψεύδους των ισχυρισμών της, την πειθαρχική καταδίωξη του εγκαλούντος και πλήρη αναφορά στο σύνολο των διατάξεων του Π.Κ. που προβλέπουν και τιμωρούν την αποδιδόμενη σε αυτή πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως .Εξάλλου στο έτερο των κατηγορητηρίων, το υπ'αριθμ. ΑΒΜΣΤ2005/691/16-6-2006, παρατηρείται ότι πράγματι περιέχεται σε αυτό αυτούσια η φερομένη ως ψευδής έγκληση της κατηγορουμένης, πράγμα όμως που δεν βλάπτει, αφού είναι σαφής η εκεί αναφορά των αναγκαίων για τη στοιχειοθέτηση της αποδιδομένης στην κατηγορουμένη αξιοποίνου πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως του εγκαλούντος στοιχείων και δη η επιδίωξή της να προκαλέσει την ποινική του καταδίωξη, υπερασπιζόμενη, με την αναφορά στο ιστορικό της αντιδικίας της με την αδελφή της, στην οποία εκτέλεση χρέη δικηγόρου της ο εγκαλών, προηγηθείσα ψευδή αναφορά της σε βάρος του τελευταίου προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, εν γνώσει του ψεύδους των σε αυτή περιληφθέντων γεγονότων. Υπό τις παραδοχές αυτές πρέπει, μετά ταύτα, να απορριφθεί η περί ακυρότητος των ενδίκων κατηγορητηρίων ένσταση της κατηγορουμένης προβληθείσα δια του συνηγόρου της και να διαταχθεί η πρόοδος της Δίκης". Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, αφενός μεν της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 321 του ΚΠΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έπρεπε, εφαρμόζοντας σωστά τη διάταξη αυτή, να ακυρώσει τα κλητήρια θεσπίσματα, αφετέρου δε ότι η απόρριψη της ενστάσεώς της και από το Εφετείο έγινε με ελλιπή αιτιολογία. Ο λόγος αυτός, κατά μεν το πρώτο σκέλος προβαλλόμενος κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' είναι απαράδεκτος, γιατί ο υπό στοιχ. Ε' του άρθρου 510 παρ. 1 λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και όχι δικονομικής, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 321 ΚΠΔ, κατά δε το δεύτερο σκέλος, προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος γιατί η αιτιολογία που παρατίθεται στην απόφαση είναι ορθή, σαφής και πλήρης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501 παρ. 1 και 349 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία απορρίφθηκε αίτημα αναβολής του εκκαλούντος, για σημαντικά αίτια και στη συνέχεια απορρίφθηκε η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 ΚΠΔ και συνεπώς και για εκείνον της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν συγχωρείται, όμως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος (άρθρ. 463 ΚΠΔ), η άσκηση αναίρεσης κατά της παρεμπίπτουσας απόφασης που απορρίπτει το αίτημα του εκκαλούντος για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, όταν το δικαστήριο, δεν απορρίπτει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά επιτρέπει την δια πληρεξουσίου παράσταση αυτού και ο τελευταίος δεν επικαλείται έννομο προς τούτο συμφέρον.
Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης της αναιρεσειούσης, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.36/2008 απόφασή του, δια του συνηγόρου της Αντωνίου Κουδρόγλου, ότι η παρεμπίπτουσα απόφαση τούτου, που απέρριψε το αίτημα αυτής περί αναβολής της δίκης προκειμένου να εμφανισθεί και να την υπερασπισθεί ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος της (Αντώνιος Κουδρόγλου), στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο προς τούτο συμφέρον, ενώ, περαιτέρω, δεν στερήθηκε του δικαιώματός της να αναθέσει την υπεράσπισή της σε συνήγορο της εκλογής της, αφού με βάση τα ανωτέρω εκπροσωπήθηκε σ' αυτήν με τον ως άνω συνήγορο που αυτή είχε διορίσει για την εκπροσώπησή της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η αίτηση αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της 36/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ..., που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή