Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1358 / 2014    (Γ, Civil Cases)

Θέμα
Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Χρησικτησία.




Περίληψη:
Χρησικτησία ακινήτου υπό το Βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο και τον Α.Κ. Προϋποθέσεις, στοιχεία. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Πότε υπάρχει. Αναίρεση. Λόγοι από τους αριθμ. 1, 8, 11, 19, αβάσιμοι. Λήψη απόφασης με διαφορά μιας ψήφου. Παραπομπή στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου




Αριθμός 1358/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΥΡΟΥ", που εδρεύει στην Ερμούπολη Σύρου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Χατζηαποστόλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΕΩΣ", που εδρεύει στην Ερμούπολη Σύρου και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βιτάλη, ο οποίος ανακάλεσε την από 10/6/2013 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2012 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα Ιερά Μητρόπολις Σύρου με την από 5/3/2012 αίτηση και τους από 5/9/2012 προσθέτους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 11/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ και ν. 8 § 1, κωδ. [7.39], 9 § 1 Βασ. [50.14], 1 κωδ. [7.31], 7 § 1 και 2 κωδ. [7.39] και 14 κωδ. [11.61] του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 65 ΕισΝΑΚ, στην έκτακτη χρησικτησία όταν αυτή συμπληρώνεται πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ή και μετά την εισαγωγή του, πριν όμως συμπληρωθεί εικοσαετία, προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα ακίνητο γίνεται κύριος του ακινήτου, υπό δε την ισχύ του προϊσχύσαντος ΒΡΔ κύριος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία γίνεται αυτός που το έχει στην καλόπιστη νομή του για μια τριακονταετία, ενώ δεν αποκλείεται στον νομέα να προσμετρήσει στον δικό του χρόνο εκείνον (χρόνο) του προκατόχου - δικαιοπαρόχου του για να συμπληρωθεί ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας και να γίνει κύριος του πράγματος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση χρησιδανείου, που φέρει ενοχικό χαρακτήρα και μπορεί να καταρτιστεί άτυπα, έστω και αν αφορά ακίνητο, έχει ως περιεχόμενο την από μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσης κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης, που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο, είτε για ορισμένο χρόνο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 980 και 982 του ΑΚ, ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή του, και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στον χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με αποτέλεσμα, όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου, να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει του πράγματος. Μετά τη λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, αν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος που χρησιδανείστηκε, μπορεί να αναζητήσει αυτό είτε με την αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με διεκδικητική, που βασίζεται στο δικαίωμα κυριότητας, ενώ, αν είναι νομέας, μπορεί να προστατευθεί και με την αγωγή αποβολής από τη νομή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 επ., 980, 982, 984 § 1, 987 και 998 ΑΚ, σε περίπτωση άρνησης του χρησαμένου ν’ αποδώσει το πράγμα στον χρήστη - παραχωρητή κατά τη λήξη του χρησιδανείου ή όταν αντιποιείται τη νομή του. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1094 του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου πρέπει ο ενάγων εκτός των άλλων να προσδιορίζει κατά θέση, έκταση και όρια το επίδικο, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του, και να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο έγινε κύριος του ακινήτου, ειδικότερα δε επί κτήσεως κυριότητας με χρησικτησία να αναφέρει τις συγκεκριμένες πράξεις νομής που ασκούσε στο επίδικο, αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου, επί ορισμένον χρόνο. Εξάλλου οι λόγοι αναιρέσεως από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ελέγχονται ως αβάσιμοι όταν, αντίστοιχα, το δικαστήριο εφαρμόζει κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ήταν εφαρμοστέος, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, και όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα δικαίου. Η δε έλλειψη στο δικόγραφο της αγωγής ενός ή περισσοτέρων από τα ανωτέρω στοιχεία που απαιτούνται (εκτός των άλλων) για το ορισμένο της, αναγόμενη σε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, ελέγχεται αναιρετικά με τους αρ.8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αρ.11 περ.γ’ του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι.
ΙΙ. Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 550 τ.μ., μετά της εντός αυτού διώροφης οικοδομής, που αποτελεί την μητροπολιτική κατοικία, το οποίο βρίσκεται στη θέση "Μεταμόρφωση" στην Ερμούπολη Σύρου και επί της οδού Ομήρου (...), όπως απεικονίζεται στο (...) και συνορεύει περιμετρικά με (...). Το επίδικο οικόπεδο περιήλθε στη νομή της Δημογεροντίας του τότε νεοσύστατου οικισμού της Ερμούπολης Σύρου, αποκαλούμενη έκτοτε "Δημογεροντία Σύρας", το έτος 1827, μετά από άτυπη αγοραπωλησία με χρήματα των Δημογερόντων της Σύρου. Κατά το ίδιο έτος (1827) η Δημογεροντία Σύρας ανήγειρε στο επίδικο οικόπεδο μια οικία με έξοδα των Δημογερόντων της Σύρου, προκειμένου να χρησιμοποιείται αυτή από τον εκάστοτε Επίσκοπο(τότε) Σύρου και Τήνου, Την εν λόγω οικία, της οποίας η κατασκευή αρχικά ήταν πρόχειρη και λιτή, κατά τα έτη 1868-1874 κατεδάφισε πλήρως ο ενάγων, ο οποίος από το έτος 1833 διαδέχθηκε τη Δημογεροντία, μετά την κατάργηση του θεσμού των δημογερόντων δυνάμει του από 27-12-1833 Διατάγματος της τότε αντιβασιλείας (βλ. σχετ. Ανδρέα Φραγκίδη, Ιστορία της νήσου Σύρου έκδοση 1975, σελ. 456), και στη θέση της ανήγειρε νέα διώροφη οικοδομή που καλύπτει πλέον το μεγαλύτερο τμήμα του επίδικου οικοπέδου. Συγκεκριμένα, ο τότε Δήμαρχος Ερμούπολης Δ. Β., ως νόμιμος εκπρόσωπος του ενάγοντος, έδωσε εντολή για την οικοδόμηση της νέας διώροφης οικοδομής, με δαπάνες του ενάγοντος και στη βάση προϋπολογισμού που είχε συντάξει ο δημοτικός αρχιτέκτονας Β., και, αφού διενεργήθηκε μειοδοτικός διαγωνισμός από τον ενάγοντα, κατακυρώθηκε το έργο στον αρχιτέκτονα εργολάβο Α. Β. και στον ασβεστοποιό Θεόδωρο Περατικό, συνταγέντος προς τούτο του υπ’ αριθ. .../137-1873 συμβολαιογραφικού συμφωνητικού του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ιωάννη Αθανασίου. Η δαπάνη εκτέλεσης του έργου αυτού ανήλθε σε 26.628δραχμές, από τις οποίες τις 16.628 δραχμές κατέβαλε ο ενάγων από δικά του χρήματα, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 10.000 δραχμών κατέβαλαν οι τέσσερις Ιεροί Ναοί και συγκεκριμένα 3.500 δραχμές ο Ιερός Ναός της Μεταμόρφωσης, 2.000 δραχμές ο Ιερός ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, 3.500 δραχμές ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου και 1.000 δραχμές ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου. Τα παραπάνω περιστατικά της εκ νέου ανοικοδόμησης της υπάρχουσας εντός του επίδικου ακινήτου Μητροπολιτικής κατοικίας αποδεικνύονται, μεταξύ άλλων και από τα ακόλουθα έγγραφα: (αναφέρονται 21 αποδεικτικά έγγραφα, με το αντικείμενό τους). To παραπάνω επίδικο ακίνητο ο ενάγων παραχώρησε από την αρχή της απόκτησης του, κατά χρήση στην εναγομένη, κατόπιν παράκλησης της προκειμένου να χρησιμοποιείται ως κατοικία του εκάστοτε αρχιεπισκόπου Σύρου συναφθείσας, έτσι, άτυπης παρακλητικής σύμβασης του ισχύοντος τότε βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με βάση την οποία η εναγομένη έκαμε αποκλειστική χρήση του επιδίκου, του παραχωρούντος ενάγοντος παραμένοντος νομέα αυτού. Η συμβατική αυτή σχέση των διαδίκων, η οποία συνεχίστηκε μέχρι και την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), μετετράπη έκτοτε σε σύμβαση χρησιδανείου, διεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 810 επ. ΑΚ, διήρκεσε δε αυτή μέχρι την άσκηση της αγωγής. Καθ’ όλο, δηλαδή, το χρονικό διάστημα από το έτος 1833 τουλάχιστον, που συνεστήθη ο ενάγων, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ο τελευταίος, με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι δεν παραβλάπτει δικαιώματα άλλων, μέχρι και το έτος 1946 και έκτοτε χωρίς καλή πίστη, νεμόταν συνεχώς το επίδικο δια των νομίμων οργάνων της εναγομένης με τη χρήση του επιδίκου ως κατοικίας του εκάστοτε Μητροπολίτη που ασκούσε για λογαριασμό του (ενάγοντος) τις πράξεις νομής και κατοχής. Η κατοικία μάλιστα αυτή από το έτος 1833, οπότε η Σύρος αποτέλεσε ίδια επισκοπή με την Τήνο, μετά την απόσπαση της εκκλησιαστικώς από την Άνδρο, στην επισκοπή της οποίας υπαγόταν μέχρι τότε (βλ. Ανδρέα Φραγκίδη, Ιστορία της Νήσου Σύρου έκδοση 1975 σελ. 451-452), έγινε η μόνιμη κατοικία του εκάστοτε επισκόπου και όχι προσωρινή, δηλαδή, για τις ημέρες μόνο που επισκεπτόταν τη Σύρο, γενόμενη έτσι γνωστή ως "μητροπολιτική" ή "επισκοπική" κατοικία. Επιπλέον ο ενάγων (εκτός από την παραχώρηση του επιδίκου στην εναγομένη για τη χρήση που προαναφέρθηκε), προέβη και στις ακόλουθες πράξεις νομής σ’ αυτό: α) ασφάλιζε το επίδικο σε διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες, για τον κίνδυνο πυρκαγιάς, προβαίνοντας στη σύναψη σχετικών συμβάσεων ασφάλισης κατ’ έτος κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του έτους 1930 μέχρι και το έτος 1975, οπότε το δημοτικό συμβούλιο έκρινε ότι, ενόψει της οικονομικής δυσπραγίας του δήμου, δεν έπρεπε να ανανεώσει πλέον την ασφάλεια, μεταξύ άλλων, και του επιδίκου, αλλά να περιορίσει αυτές μόνο για τα δημοτικά ακίνητα που χρησιμοποιούνταν από τις υπηρεσίες του Δήμου και όχι και για αυτά που είχαν μισθωθεί ή παραχωρηθεί χωρίς αντάλλαγμα σε τρίτους, όπως και το επίδικο (...) β) το έτος 1972 παραχώρησε το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης στο επίδικο ακίνητο, προς εξασφάλιση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 3.000.000 δραχμών που είχε λάβει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την κατασκευή εσωτερικού δικτύου ύδρευσης του Δήμου, κατόπιν της υπ’ αριθ. 4 από 14-1-1972 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, χωρίς, όμως, τελικά να εγγραφεί η υποθήκη, καθόσον το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα αρκέστηκε στην ενεχύραση των τακτικών και έκτακτων εσόδων του Δήμου, γ) περιλάμβανε σε σχετικά εκδοθέντα Ψηφίσματα του Δημοτικού Συμβουλίου το επίδικο ακίνητο ως δημοτικό (αναφέροντα 24 ψηφίσαντα των ετών 1955 έως 1982), δ) καταχώρησε το επίδικο ακίνητο ως εξής: α) στο τηρούμενο από το έτος 1959 και μέχρι την άσκηση της αγωγής "Βιβλίο Κτηματικής Περιουσίας του Δήμου Ερμουπόλεως" θεωρημένο με ημερομηνία 14-9-1959, μετά από την εγκύκλια διαταγή της Νομαρχίας Κυκλάδων από την αρμόδια δικαστική Αρχή (Ειρηνοδίκη Ερμουπόλεως) με την επισημείωση "Μητροπολιτικό Μέγαρο ... χρησιμοποιείται ως κατοικία Μητροπολίτου, έχει παραχωρηθεί δωρεάν η χρήσις του", β) στον "Πίνακα των Ακινήτων του Δήμου Ερμουπόλεως" με την ίδια ως άνω επισημείωση, αντίγραφο του οποίου βρίσκεται στο Ιστορικό Αρχείο Δήμου Ερμουπόλεως, γ) στο "Βιβλίο Δημοτικής Περιουσίας" και στο "Βιβλίο της ακινήτου περιουσίας του Δήμου Ερμουπόλεως" της Νομικής Υπηρεσίας του ενάγοντος, με την ίδια ως άνω επισημείωση, ενώ, επίσης, ήταν καταγραμμένη, ως δημοτική ιδιοκτησία, στον "Οδηγό Δημοτικού Αρχείου Ερμούπολης 1821-1949" των Χρήστου Λούκου και Πόπης Πολέμη, έκδοσης της "εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού", έτους 1987 (βλ. σχετικό αντίγραφο σελ. 66, όπου το επίδικο ακίνητο αναφέρεται ως δημοτικό με αναφορά "Επισκοπικός Οίκος") και ε) με σειρά αποφάσεων του και με τελευταίο το 7β/4-1-1965 Ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου Ερμούπολης, που λήφθηκαν κατόπιν του υπ’ αριθ. 44798/1964 εγγράφου του Νομάρχη Κυκλάδων, προς εφαρμογή των σχετικών διατάξεων περί χρησιδανείων και μισθώσεων του Δημοτικού Κώδικα και λόγω οικονομικής δυσπραγίας του, αποφάσισε και κήρυξε λήξασα, από 1-1-1965, την προς την εναγομένη δωρεάν παραχώρηση της χρήσης του επίδικου ακινήτου (μητροπολιτικής κατοικίας), επιτρέποντας, εφεξής, τη χρήση του με την καταβολή μισθώματος, που ορίστηκε στο ποσό των 3.000 δραχμών, χωρίς, ωστόσο, να εφαρμοστεί η απόφαση αυτή, αλλά, κατόπιν διαβουλεύσεων των διαδίκων, συνεχίστηκε το προηγούμενο μεταξύ τους συμβατικό καθεστώς (χρησιδάνειο) και, γενικά, έπραττε ως προς το επίδικο ακίνητο, ό,τι έπραττε και για τα υπόλοιπα ακίνητα ιδιοκτησίας του, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης τακτικής διαχείρισης αυτών. Τις παραπάνω πράξεις νομής ο ενάγων ασκούσε διανοία κυρίου και όχι στα πλαίσια της διευρυμένης διοικητικής και διαχειριστικής του ευθύνης που είχε και επί της εκκλησιαστικής περιουσίας των Ναών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη. Με βάση όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ήδη κατά τις διατάξεις του, προϊσχύσαντος του ΑΚ, βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, νεμόμενος τούτο συνεχώς με καλή πίστη από το έτος 1833 μέχρι το έτος 1946, συνέχισε δε να νέμεται αυτό ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής και μετά την ισχύ του ΑΚ μέχρι την άσκηση της αγωγής. Περί του ότι ο ενάγων κατέστη κύριος με τον αμέσως παραπάνω τρόπο και ότι καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση χρησιδανείου του επίδικου ακινήτου προκύπτουν τόσο από τα σχετικά έγγραφα που προαναφέρθηκαν, όσο και από την σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Ε. Π., ο οποίος, λόγω του ότι διετέλεσε δήμαρχος Ερμούπολης κατά το χρονικό διάστημα από 1983-1990, αλλά και πολιτικός προϊστάμενος στο Δήμου και γραμματέας αυτού από το έτος 1976 έως το 1978, καταθέτει με λόγο πλήρους γνώσης περί της ιδιότητας του επιδίκου ως δημοτικού ακινήτου και περί της παραχώρησης αυτού στην εναγομένη για την προαναφερόμενη χρήση. Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο ούτε και από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις προσκομιζόμενες από την εναγομένη ένορκες βεβαιώσεις, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι καταθέσεις αυτές δεν κρίνονται ικανές να ανατρέψουν τα ως άνω αποδειχθέντα. Τα παραπάνω, εξάλλου, επιβεβαιώνονται και από το υπ’ αριθ. 2374 με αριθ. διεκπεραίωσης 2224 από 15-12-1913 έγγραφο του τότε Δημάρχου Ι. Π. που απηύθυνε προς τον τότε Νομάρχη Κυκλάδων σε απάντηση του υπ’ αριθ. 9292/3-12-1913 εγγράφου του τελευταίου, με το οποίο ο τότε δήμαρχος πληροφορεί τον Νομάρχη Κυκλάδων σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, αναφέροντας ότι αυτό ανήκει στον Δήμο Ερμούπολης από το έτος 1827, ότι εξαρχής παραχωρήθηκε στην Μητρόπολη Σύρου για να χρησιμοποιηθεί ως μητροπολιτική κατοικία, καθώς και ότι κατασκευάστηκε εκ νέου το έτος 1868-1874 από τον Δήμο Ερμούπολης με έξοδα του Δήμου και με συνεισφορά ποσού 10.000 δραχμών των τεσσάρων ως άνω Ιερών Ναών, που αυτοβούλως προσέφεραν το ποσό αυτό, σαν ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον ποιμενάρχη τους. Επίσης η παραπάνω κρίση ενισχύεται και από το γεγονός ότι και η ίδια η εναγομένη δια των παρακάτω μητροπολιτών της αναγνώριζε την ιδιότητα του επιδίκου ως δημοτικού ακινήτου. Συγκεκριμένα α) στα πλαίσια εκτέλεσης του έργου της εκ νέου ανοικοδόμησης της υπάρχουσας εντός του επιδίκου οικίας κατά τα έτη 1868-1874, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Σύρου και Τήνου Α. με το υπ’ αριθ. 266/6-11-1868 έγγραφό του, που απηύθυνε προς τον τότε Δήμαρχο Ερμούπολης Δ. Β., αναφέρει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων "... Το έργον τούτο (η ανέγερση δηλαδή της επίδικης οικίας) Κύριε Δήμαρχε, αφορών τον ωραϊσμόν της Αρχιεπισκοπής, ούσης δημοτικής ιδιοκτησίας, πεποίθαμεν ότι θέλετε επιδιώξει δραστηρίως, το μεν διότι κατά τον δημοτικόν Νόμον ο ωραϊσμός της πόλεως και των δημοτικών καταστημάτων θεωρείται εκ των σπουδαίων του Δήμου καθηκόντων...", β) στην προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. .../9-3-1979 πράξη του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μάξιμου Ταλασλή, για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, ο τότε Μητροπολίτης Σύρου, Τήνου, Ανδρου, Κέας και Μήλου, Δ. Α. Σ., δήλωσε μεταξύ άλλων ότι, το επίδικο ακίνητο μέχρι το έτος 1874 ανήκε στον Δήμο Ερμούπολης, η οποία έκτοτε του το παραχώρησε για να ανεγερθεί επ’ αυτού η Μητροπολιτική κατοικία. Δηλαδή και οι δύο αυτοί Μητροπολίτες σε ανύποπτο χρόνο αναγνώριζαν ρητά ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε (μέχρι το έτος 1874 τουλάχιστον) στην κυριότητα του ενάγοντος Δήμου, χαρακτηρίζοντας το δημοτική ιδιοκτησία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 2003 κατά τη διαδικασία του Εθνικού Κτηματολογίου η εναγομένη προέβη στη δήλωση του επίδικου ακινήτου ως τμήματος μείζονος ακινήτου εκτάσεως 744 τ.μ. ως ανήκον στην ιδιοκτησία της, που περιήλθε σ’ αυτήν με αιτία τη χρησικτησία και έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ... (βλ. το από 14-1-2008 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του ακινήτου), γεγονός το οποίο πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ο ενάγων το ίδιο έτος (2003), όταν το διαπίστωσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του (ενάγοντος) κατά τη διάρκεια έρευνας της ακίνητης περιουσίας του τελευταίου, για να προβεί στις αναγκαίες πράξεις καταχώρησης της στο Κτηματολόγιο. Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη αμφισβητώντας το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο απέβαλε αυτόν από τη νομή του. Η τελευταία ισχυρίζεται ότι είναι αυτή κυρία του επίδικου ακινήτου, του οποίου απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νεμήθηκε τούτο από το έτος 1827,όταν αγόρασε αυτό άτυπα, από τους αδελφούς Σ., ομάδα προσφύγων της Ερμούπολης, για να χρησιμοποιηθεί για την κατοικία του εκάστοτε Μητροπολίτη. Ο ισχυρισμός αυτός περί ιδίας κυριότητας είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η εναγομένη βρισκόταν μεν στην κατοχή του επιδίκου χρησιμοποιώντας αυτό ως μητροπολιτική κατοικία, η χρήση όμως αυτή επιτράπηκε από τον κύριο και νομέα του επιδίκου (ενάγοντα), δυνάμει παρακλητικής σχέσης αρχικά και χρησιδανείου μετέπειτα και έτσι όσο διήρκεσε η σχέση αυτή, η οποία κατά τα προαναφερθέντα, συνεχίστηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής, νομέας εξακολουθούσε να είναι ο ενάγων, για λογαριασμό του οποίου ήταν στην κατοχή του η εναγομένη. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη επανειλημμένα, δια των ως άνω Μητροπολιτών της, είχε αναγνωρίσει ότι το επίδικο αποτελούσε δημοτική ιδιοκτησία και ως εκ τούτου αυτή είχε μόνο τη κατοχή του. Εξάλλου, εάν η εναγομένη θεωρούσε ότι το επίδικο ακίνητο, δεν ανήκε στον ενάγοντα, αλλά είχε περιέλθει εξαρχής στη νομή και κατοχή της, δεν θα είχε προβεί, ο ως άνω Μητροπολίτης Δ. Σ., το έτος 1979, στην περιεχόμενη στην υπ’ αριθ. .../1979 συμβολαιογραφική πράξη, δήλωση του κατ’ άρθρο 62 του ν. 590/1997, η οποία προϋπέθετε, ότι κάποιο άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο φερόταν ως κύριος του ακινήτου, του οποίου επιχειρείτο η μεταβίβαση με βάση την εν λόγω διάταξη. Σε κάθε δε περίπτωση, όταν το έτος 1965 με Ψήφισμα του το Δημοτικό Συμβούλιο του ενάγοντος αποφάσισε τη λήξη της σύμβασης χρησιδανείου και την παραχώρηση του επιδίκου με σύμβαση μίσθωσης, γεγονός το οποίο πληροφορήθηκε η εναγομένη, όπως συνομολογείται από την ίδια, εάν αυτή θεωρούσε ότι το επίδικο είχε περιέλθει στην κυριότητά της, θα έπρεπε να ζητήσει από τον ενάγοντα να αναγνωρίσει επίσημα το δικαίωμα της αυτό και σε περίπτωση άρνησης του να το επιδιώξει δικαστικά, πράγμα όμως το οποίο δεν συνέβη. Περαιτέρω, η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι, συμφωνά με το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 23Κ (2.3) Νεαράς ΡΙΑ κεφ. Α και ΡΛΑ κεφ.62) που ίσχυε κατ’ άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, δεν υπόκεινται σε χρησικτησία τα ακίνητα των εκκλησιών και των ευαγών οίκων, όπως είναι το επίδικο ακίνητο και έτσι ο ενάγων δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Η επίκληση όμως από την εναγομένη της περιεχόμενης στις ως άνω διατάξεις προστασίας ελέγχεται ως στηριζόμενη επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋπόθεσης, αφού για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων απαιτείται τα ακίνητα να ανήκουν οπωσδήποτε στην κυριότητα των εκκλησιών ή των ευαγών οίκων, στην προκείμενη όμως περίπτωση, δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση αυτή, αφού, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν παραπάνω, το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητα της εναγομένης, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής οι ως άνω διατάξεις. Επίσης η εναγομένη προβάλλει και τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ακίνητο κατέστη πράγμα εκτός συναλλαγής κατ’ άρθρο 966 ΑΚ και συνεπώς ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι προορίζεται για την εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών, καθόσον αποτελεί με τον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Ερμούπολης μια ενιαία και αδιάσπαστη λειτουργική και τοπική ενότητα, ώστε ο ενάγων να μην μπορούσε να αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος είναι νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 966, 1054 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον το επίδικο ακίνητο που αδιαμφισβήτητα χρησιμοποιείται ως μητροπολιτική κατοικία και ένα τμήμα αυτού ως εκκλησιαστικό μουσείο δεν είναι πράγμα που έχει αφιερωθεί στην άσκηση της θείας λατρείας, αλλά ούτε και αποδείχθηκε ότι βρίσκεται με τον Ιερό Ναό της Μεταμόρφωσης σε τοπική και λειτουργική σχέση εξάρτησης τέτοια, ώστε να αποτελεί με αυτόν ένα ενιαίο οργανικό σύνολο ούτως ώστε να εξυπηρετεί θρησκευτικό σκοπό, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο είναι ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο από τον παρακείμενο Ιερό Ναό της Μεταμόρφωσης ακίνητο που επιτελεί εντελώς διαφορετική λειτουργία από αυτόν, με τον οποίο δεν τελεί σε καμιά σχέση εξάρτησης. Πρέπει, ακόμη, να σημειωθεί εδώ ότι ο Μητροπολίτης Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας και Μήλου, Δ. Α. Σ., στις 9-3-1979 προέβη, με την ιδιότητα του αυτή, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μάξιμου Ταλασλή, σε μονομερή δήλωση κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και συντάχθηκε σχετικά υπ’ αριθ. .../1979 πράξη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ερμούπολης στον τόμο 540 και με αύξ. αριθ. 94, στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: "Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σύρου-Τήνου-Άνδρου, Κέας και Μήλου κ. Δ. Α. Σ.... και ηττήσατο ούτος υπό την άνω ιδιότητα του, ως Μητροπολίτης Σύρου ... (νομικόν Πρόσωπον Ιδιωτικού Δικαίου) την σύνταξιν της παρούσης δηλώσεως και εξέθηκεν τα ακόλουθα: Ότι η Ιερά Μητρόπολις Σύρου Τήνου-Άνδρου Κέας και Μήλου είναι απόλυτος κυρία νομεύς και κάτοχος ενός αστικού ακινήτου κτήματος-Μεγάρου- κειμένου εν τη πόλει και τω Δήμω Ερμουπόλεως και άνωθεν του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, εκτισμένου επί οικοπέδου ανήκοντος πρότερον, ήτοι προ του έτους 1874 εις τον Δήμον Ερμουπόλεως και παραχωρηθέντος εν έτει 1874 προκειμένου να αναγερθεί επ’ αυτού (του οικοπέδου) το σήμερον υφιστάμενον Μητροπολιτικόν Μέγαρον, προορισθέν έκτοτε και χρησιμοποιούμενον μέχρι και σήμερον, ως Εκκλησιαστικόν Κτίριον, δια την κατοικίαν των εκάστοτε Μητροπολιτών της Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου, Τήνου κλπ, ... Επί του άνω λεπτομερώς καθοριζομένου οικοπέδου, εν έτει 1874, δι’ εισφορών των τεσσάρων (4) Ορθοδόξων Ιερών Ναών της πόλεως της Ερμουπόλεως, ήτοι του Ιερού Ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Ιερού Ναού της Κοιμήσεως Θεοτόκου, Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου και Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου και εισφορών θεοσεβών πολιτών, ανηγέρθη το Μητροπολιτικόν Μέγαρον, συγκείμενον εκ δύο ορόφων μεθ’ υπογείου μετά του παρακειμένου και συνεχόμενου τω Μεγάρω κτίσματος της παλαιάς Μητροπόλεως ... Του προπεριγραφέντος αστικού ακινήτου κτήματος η Ιερά Μητρόπολις Σύρου, Τήνου κλπ κατέστη κυρία νομεύς και κάτοχος ως κατέχουσα και νεμόμενη τούτο συνεχώς και αδιακόπως από του έτους 1874 μέχρι σήμερον καλοπίστως και με την πεποίθησιν κυρίου, εν συνδυασμώ και με την παράγραφον Ι του άρθρου 62 του Νόμου 590/21-5-1977 "Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδας". Η παραπάνω νόμιμα μεταγραφείσα δήλωση του Μητροπολίτη Δ. Α. Σ. ως εκπροσώπου της εναγομένης, κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι γίνεται με αυτήν επίκληση από την εναγομένη ιδιαίτερου τρόπου κτήσης κυριότητας του επιδίκου, δεν μπορεί να παράξει έννομες συνέπειες και, συγκεκριμένα, να οδηγήσει στη σύσταση ή τη μετάθεση της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, καθόσον α) (...), και β) διότι δεν συντρέχει η απαιτούμενη από την παραπάνω διάταξη (62 του ν. 590/1977) προϋπόθεση της ανέγερσης του επίδικου ακινήτου δια εισφορών Μονών και Ναών, αφού, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν παραπάνω, η εν λόγω Μητροπολιτική κατοικία ανηγέρθη από τον ενάγοντα Δήμο, ο οποίος κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης και όχι αποκλειστικά με εισφορές των τεσσάρων Ιερών Ναών που αναφέρεται στη δήλωση. Περαιτέρω η εναγομένη προβάλλει, επικουρικά, τον ισχυρισμό ότι μετά την αντιποίηση της νομής του επιδίκου που έγινε από αυτήν αρχικά κατά το έτος 1841 με την ανέγερση, στη θέση της υπάρχουσας στο επίδικο παλαιάς οικίας, νέου οικήματος από τον τότε Μητροπολίτη Α., άλλως το έτος 1869 όταν έγινε εκ νέου ολική ανακαίνιση του οικίας με την ανέγερση διώροφης οικοδομής και όλως επικουρικά κατά το έτος 1913 όταν ο τότε Νομάρχης Κυκλάδων με το υπ’ αριθ. 9292/1913 έγγραφο του προς τον Δήμαρχο Ερμούπολης ζητούσε ενημέρωση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, νεμήθηκε αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τουλάχιστον από το έτος 1913 μέχρι την άσκηση της αγωγής και έτσι κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν. Και τούτο διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι έγινε αντιποίηση της νομής εκ μέρους της εναγομένης κατά τους ως άνω χρόνους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι κατά την νέα ανακαίνιση του επιδίκου που έγινε κατά τα έτη 1999-2000 βρέθηκε μαρμάρινη επιγραφή, όπου αναγράφεται "ΔΕΔΜΗΤΑΙ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟΝ ΤΟΔΕ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΚΛΑΔΩΝ Α. ΤΟΥ Κ. ΤΟΥ ΕΞ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΔΙ ΙΔΙΩΝ ΕΞΟΔΩΝ ΤΗ 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1841 ΕΝ ΕΡΜΟΥΠΟΛΕΙ ΣΥΡΟΥ". Ωστόσο, από το γεγονός και μόνο αυτό, ότι, δηλαδή, το έτος 1841 ο τότε Μητροπολίτης Ά. ανήγειρε με δική του δαπάνη ένα δωμάτιο στη θέση, όπου βρισκόταν το αρχικό οίκημα, όπως τούτο προκύπτει από την ανωτέρω επιγραφή, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η εναγομένη δια της ως άνω ενέργειας του τότε μητροπολίτη της αντιποιήθηκε τη νομή του επιδίκου. Επίσης, σε άλλη μαρμάρινη επιγραφή που κατασκευάστηκε, ενόψει της ανοικοδόμησης της επίδικης κατοικίας το έτος 1869-1874, και βρίσκεται εντός του επιδίκου, αναγράφεται επί λέξει ότι "Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΣ ΟΥΤΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ ΑΩΟΔ ΑΞΙΩΣΕΙ ΜΕΝ ΠΑΤΡΙΚΗ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΥΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝΟΥ Α. ΤΟΥ Λ. ΠΡΟΘΥΜΩ ΔΕ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΕΡΜΟΥΠΟΛΕΩΣ Δ. Β. ΚΑΙ ΦΙΛΟΤΙΜΩ ΔΑΠΑΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΙΕΡΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΑΥΤΗΣ ΝΑΩΝ". Και από αυτήν όμως την επιγραφή δεν συνάγεται αντιποίηση της νομής εκ μέρους της εναγομένης κατά τη χρονική εκείνη περίοδο (έτος 1869), αφού, αφενός μεν, όπως προαναφέρθηκε, ο τότε Μητροπολίτης Α. ρητά με το υπ’ αριθ. 266/6-11-1868 έγγραφο του προς τον Δήμαρχο Ερμούπολης αναγνώριζε ότι το επίδικο είναι δημοτική ιδιοκτησία, αφετέρου η αναφορά ότι η ανέγερση του επιδίκου έγινε τη προθύμω ενεργεία του Δημάρχου και τη φιλοτιμώ δαπάνη του Δήμου, δεν σημαίνει ότι ο ενάγων προέβη απλά σε δωρεά προς την εναγομένη με τη συμβολή του στη δαπάνη ανέγερσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν παραπάνω, η ανοικοδόμηση της επίδικης κατοικίας έγινε με πρωτοβουλία του Δήμου, μετά από σχετική δημοπρασία και γενικά την τήρηση των διαδικασιών που απαιτούνται για την ανακαίνιση ή ανοικοδόμηση δημοτικών ακινήτων. Τέλος, αναφορικά με την επικαλούμενη αντιποίηση της νομής κατά το έτος 1913 δεν προκύπτει, ούτε, εξάλλου, η εναγομένη επικαλείται ότι το ως άνω έγγραφο του Νομάρχη Κυκλάδων προς τον Δήμαρχο Ερμούπολης, σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, απεστάλη μετά από αμφισβήτηση της εναγομένης του δικαιώματος του Δήμου στο επίδικο. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα φερόταν και η εναγομένη ως εμπλεκόμενη στην αλληλογραφία εκείνη, ενώ στο ανωτέρω έγγραφο του Νομάρχη Κυκλάδων γίνεται λόγος για αμφισβήτηση από τους τέσσερις Ιερούς ναούς και όχι από την εναγομένη. Άλλωστε, εάν η εναγομένη είχε αντιποιηθεί τη νομή του επιδίκου κατά τη χρονική εκείνη περίοδο, μετά την απάντηση του Δημάρχου περί αποκλειστικής κυριότητας του Δήμου στο επίδικο, θα έπρεπε η εναγομένη να αντιδράσει και να μεριμνήσει για την άρση της αμφιβολίας αυτής με την έγερση σχετικής αγωγής, πράγμα όμως το οποίο δεν έπραξε. Αλλά και σε κάθε περίπτωση από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη γνωστοποίησε ή ο ενάγων έλαβε με οποιοδήποτε τρόπο γνώση της αντιποίησης της νομής του από την εναγομένη, αφού διαφορετικά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας, δεν μπορεί να αρχίσει να χρησιδεσπόζει ο κατέχων δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου το χρησιδανεισθέν πράγμα, προτού αυτός εκδηλώσει την πρόθεση να νέμεται το ακίνητο με διάνοια κυρίου και λάβει γνώση του γεγονότος αυτού ο χρήστης (...)". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού απέρριψε και την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου, για την οποία (ένσταση) γίνεται λόγος στην παράγραφο IV της παρούσης, δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου Δήμου Ερμουπόλεως, ανεγνώρισε τον αναιρεσίβλητο το Δήμο κύριο του επιδίκου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδώσει σ’ αυτόν το επίδικο.
ΙΙΙ. Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων ως άνω (υπό Ι) ουσιαστικών διατάξεων ως προς α)την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος Δήμου Ερμουπόλεως με έκτακτη χρησικτησία, δια της νομής του επί του επιδίκου (λεπτομερώς αναφερόμενες πράξεις νομής) από την κατά το έτος 1827 άτυπη αγορά του ακινήτου και με καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (Φεβρ. 1946) και εν συνεχεία, χωρίς να απαιτείται και καλή πίστη, μέχρι την αντιποίηση της νομής αυτής εκ μέρους της αναιρεσείουσας - εναγομένης Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου κατά το έτος 2003, την ιδιότητα του επιδίκου ως δεκτικού χρησικτησίας και την αντιποίηση της νομής εκ μέρους της αναιρεσείουσας, στην οποία, κατά τις ίδιες παραδοχές, ο αναιρεσίβλητος Δήμος είχε παραχωρήσει το επίδικο με παρακλητική σύμβαση και από την εισαγωγή του ΑΚ με σύμβαση χρησιδανείου, κατά τα λεπτομερώς επίσης αναφερόμενα στην απόφαση, τις οποίες διατάξεις (προϊσχύσασες διατάξεις του β.ζ.ρ. δικαίου για την απαίτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, άρθρα 64, 65 ΕισΝΑΚ, 974, 1045 ΑΚ, 810 επ. του ΑΚ). Το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, και τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τους πρώτον, τρίτο και τέταρτο του αναιρετηρίου, και εν μέρει δεύτερο, του δικογράφου προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμα. "Τα ανωτέρω περιστατικά ως προς τις πράξεις νομής επί του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο Δήμο, δια των οργάνων του αλλά και μέσω της αναιρεσείουσας Ι. Μητροπόλεως, ως χρησαμένης, αναφέρονται λεπτομερώς στην ένδικη αγωγή του πρώτου, όπως αναφέρεται σ’ αυτήν και περιγράφεται με σαφή και αναλυτικό τρόπο το επίδικο κατά θέση, έκταση και όρια, αποτυπούμενο μάλιστα και σε τοπογραφικό διάγραμμα που ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του (επιδίκου), ενώ δεν προσαπαιτείται να συνοδεύεται η αγωγή από σκαρίφημα γεωμετρικών μεταβολών, δηλαδή τοπογραφικό διάγραμμα εντεταγμένο στο κρατικό σύστημα αναφοράς ΕΓΣΑ 87, με πίνακα συντεταγμένων των κορυφών των ορίων του επιδίκου. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα (ανωτ. υπό Ι) νομική σκέψη η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη ως προς τα ανωτέρω στοιχεία, και το Εφετείο τον έκρινε ομοίως και απέρριψε την σχετική (περί αοριστίας) ένσταση της αναιρεσείουσας δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που η τελευταία υποστηρίζει με τους έβδομον, του αναιρετηρίου, και πρώτον και εν μέρει δεύτερον, του δικογράφου προσθέτων λόγων, από τις διατάξεις αυτές (όχι και του αρ.1), προτεινόμενους λόγους αναιρέσεως. Ιιι.Τέλος, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές του Εφετείου είναι προφανές ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και απέρριψε, ρητώς δε, κατ’ ουσίαν και τον ισχυρισμό (ένσταση) της αναιρεσείουσας - εναγομένης για δική του κυριότητα κτηθείσα με χρησικτησία, επί του επιδίκου, κατέληξε δε στην κρίση του, όπως αναμφιβόλως από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, επομένως και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο τρία έγγραφα που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα. Τα αντίθετα, επομένως, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και έκτο αντίστοιχα, από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους του αναιρετηρίου, είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα.
IV. Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη τη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του κατάσταση, αλλ’ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα - εναγομένη προέβαλε επικουρικά τον ισχυρισμό ότι το δικαίωμα του ενάγοντος ασκείται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, επικαλούμενη: α) την μακρόχρονη αδράνεια του ενάγοντος να ασκήσει το δικαίωμα του, β) την άσκηση εκ μέρους της (εναγομένης) εμφανών πράξεων νομής επί του επιδίκου υπό τα όμματα των οργάνων του ενάγοντος, γ) την εκτεταμένη ανάπλαση του Μητροπολιτικού Μεγάρου κατά το χρονικό διάστημα 1999-2000, με αποκλειστικά δικές της δαπάνες ύψους 100.000.000 δραχμών, δ) την μη εναντίωση του εναγομένου στις παραπάνω εργασίες, μετά την ολοκλήρωση των οποίων και στην τελετή των εγκαινίων που έγινε το έτος 2000 παραβρέθηκε μεταξύ άλλων και ο Δήμαρχος Ερμούπολης, ε) την έκδοση εκ μέρους του ενάγοντος Δήμου το έτος 1965 Ψηφίσματος για την καταβολή μισθώματος εκ μέρους της εναγομένης για τη χρήση του επιδίκου, το οποίο όμως μετά από αντίδραση της τελευταίας δεν εφαρμόστηκε ποτέ, στ) την δημιουργία σ’ αυτήν της εύλογης πεποίθησης ότι δεν θα ασκηθεί οποιοδήποτε δικαίωμα διεκδίκησης του ακινήτου αυτού από τον ενάγοντα και ζ) την ανατροπή με την άσκηση της αγωγής, της δημιουργηθείσης και επί μακρόν χρόνο διατηρηθείσης καταστάσεως, επάγουσα επαχθείς συνέπειες για την ίδια, η οποία, σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής, θα αναγκασθεί να αποδώσει το επίδικο, που το κατέχει περίπου επί 180 χρόνια. Σχετικά με την ένσταση αυτή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ένσταση της εναγομένης, αν και νόμιμη (άρθρο 281 ΑΚ), είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, για τους εξής λόγους: Όπως προαναφέρθηκε, η κατάληψη του επιδίκου έγινε από την εναγομένη αυθαίρετα και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος το έτος 2003, εν γνώσει της μάλιστα ότι κανένα δικαίωμα κυριότητας δεν είχε επ’ αυτού. Ο ενάγων όμως δεν αδράνησε και μάλιστα επί μακρόν να ασκήσει το δικαίωμα του, αλλά, αντίθετα, αμέσως μόλις πληροφορήθηκε κατά το ίδιο έτος (2003) την αμφισβήτηση του δικαιώματος του εκ μέρους της εναγομένης και την αποβολή του από το επίδικο αντέδρασε με την άσκηση της ένδικης αγωγής. Επίσης αποδείχθηκε ότι πράγματι η εναγομένη, κατά τη χρονική περίοδο 1999-2000,προέβη σε ολική ανακαίνιση της μητροπολιτικής κατοικίας με δική της δαπάνη, εν γνώσει του ενάγοντος και χωρίς αντίρρησή του, το ύψος της οποίας (δαπάνης) ανήλθε σε 105.000.000 δραχμές περίπου. Σημειωτέον ότι στην ανακαίνιση αυτή περιλαμβάνεται και το οίκημα όπου στεγάζεται το εκκλησιαστικό μουσείο, όπως τούτο αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από την εναγομένη σχετικά με την ανακαίνιση έγγραφα, στα οποία αναφέρεται ως εμβαδόν του εκτελεσθέντος έργου 550 τμ, όσο δηλαδή είναι το εμβαδόν ολόκληρου του εντός του επιδίκου ευρισκόμενου διώροφου οικήματος του αποτελούντος τη μητροπολιτική κατοικία και το εκκλησιαστικό μουσείο, απορριπτόμενων όσων αντίθετα ισχυρίζεται η εναγομένη, ότι δηλαδή το τελευταίο οίκημα κατασκευάστηκε εξ αρχής το έτος 1984 με δαπάνες της εναγομένης, χωρίς εναντίωση του ενάγοντος. Το γεγονός όμως της πολυδάπανης ανακαίνισης της επίδικης κατοικίας δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων με το να επιτρέψει την ανακαίνιση αυτή αναγνώριζε δικαίωμα κυριότητας της εναγομένης στο επίδικο και γι’ αυτό δεν αντέδρασε, αφού η ενέργεια αυτή δεν μπορούσε να εκληφθεί, οπωσδήποτε, ως πράξη νομής από την εναγομένη, δεδομένου ότι δικαιολογείτο να προβεί η τελευταία σε μια τέτοια ενέργεια λόγω της πολύχρονης και χωρίς αντάλλαγμα χρήσης του επιδίκου. Επίσης και το επικαλούμενο από την εναγομένη γεγονός ότι δεν εφαρμόστηκε το Ψήφισμα του έτους 1965 για μετατροπή της σύμβασης χρησιδανείου σε σύμβαση μίσθωσης, μετά από την αντίδραση της εναγομένης, δεν μπορεί να εκληφθεί ως αδράνεια του Δήμου να ασκήσει το δικαίωμα του, αφού με το εν λόγω Ψήφισμα δεν εξεδήλωσε την πρόθεση να αποβάλει την εναγομένη από το επίδικο, αλλά μόνο να αλλάξει τη μορφή της παραχώρησης, στην οποία δεν προχώρησε προφανώς υποχωρώντας στην απαίτηση της εναγομένης και εμμένοντας στην ισχύουσα μέχρι τότε σύμβαση χρησιδανείου. Επίσης καμία άλλη συμπεριφορά δεν εκδηλώθηκε από τα αρμόδια όργανα του ενάγοντος πριν από την άσκηση της αγωγής, που να είναι ικανή να δημιουργήσει στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι απεμπολεί και εγκαταλείπει τα από την κυριότητα δικαιώματα του. Δεν συντρέχουν λοιπόν εν προκειμένω ειδικές περιστάσεις που να έχουν αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά του δικαιούχου του δικαιώματος που ασκείται, ώστε να μη δικαιολογείται η μεταγενέστερη άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Και ναι μεν η εναγομένη θα υποστεί δυσμενείς περιουσιακές συνέπειες από την ένδικη, διεκδίκηση, πλήν όμως αυτές είναι απότοκες αποκλειστικά και μόνο των δικών της επιλογών και ενεργειών. Ενεργώντας την εκ βάθρων ανακαίνιση τα έτη 1999-2000 και εν συνεχεία την κατάληψη του επιδίκου γνώριζε το αβάσιμο του "τίτλου" κυριότητας αυτής και αποδέχθηκε τον κίνδυνο μιας πιθανής διεκδίκησης, προσδοκώντας ωστόσο ότι ο ενάγων δεν θα αντιδράσει έγκαιρα ή καθόλου. Γι’ αυτό, με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, η άσκηση της ένδικης αγωγής δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 του ΑΚ". Υπό τα προπαρατεθέντα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου, καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ που προαναφέρθηκε, άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο, η οποία (άσκηση του δικαιώματος) δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα τιθέμενα από τη διάταξη αυτή ως άνω όρια, και τα αντίθετα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς της είναι αβάσιμα.
Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του δικαστηρίου, και ειδικότερα του Προέδρου του Τμήματος Ιωάννη Σίδερη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, και του μέλους Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτη, υπό τα ανωτέρω περιστατικά και εν όψει της, κατά το άρθρο 62 του ν. 590/1977, μονομερούς δηλώσεως κυριότητας του επιδίκου, που έγινε από τον Μητροπολίτη Σύρου Δ. Α. Σ. στις 9.3.1979, με την νομίμως μεταγραφείσα .../1979 συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μαξίμου Ταλασλή, συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος Δήμου Ερμουπόλεως και έπρεπε να αναιρεθεί κατά την απορριπτική της ένσταση αυτής διάταξή της η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω και των ανεπαρκών και αντιφατικών της αιτιολογιών σχετικά, με τον χρόνο της εκ μέρους της αναιρεσείουσας αμφισβητήσεως του δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, ως και της γνώσεως του "αβασίμου του τίτλου" του οποίου εγένετο επίκληση από την αναιρεσείουσα, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 590/1977 κατά παραδοχήν ως βασίμου του ανωτέρω πέμπτου λόγου της κρινόμενης αίτησης.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αφού δηλαδή η απορριπτική του λόγου αυτού της αναίρεσης και κατ’ επέκταση της ειρημένης ενστάσεως της αναιρεσείουσας απόφασης λαμβάνεται με διαφορά μιάς ψήφου, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2 στοιχ.β’ εδ.γ’ του ΚΠολΔ, το Τμήμα να παραπέμψει τον ανωτέρω πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για να δικαστεί από αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πέμπτο, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της κρινόμενης αίτησης, όπως αυτός αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ