Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 5 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Δυσφήμηση συκοφαντική.




Περίληψη:
Συκοφαντική δυσφήμιση. Παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απόρριψη χωρίς αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών, που είχαν προβληθεί μη παραδεκτά. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 5/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, χήρας Κ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Λιόλη, για αναίρεση της με αριθμό 114/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1958/2008.

Αφού άκουσε
Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού Κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφάντες δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει, η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' τουίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση τουΔικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη πουεφαρμόσθηκε. Επίσης, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει μεβεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράςτους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεωςτων αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τηςαποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι πουπροβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ήτην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη144/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος συκοφαντικής δυσφημήσεως και επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Η κατηγορούμενη στη Θεσσαλονίκη στις 25-2-2002 κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στην ειδική διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αίτηση της κατά του συζύγου της Κ ζητώντας να ρυθμιστεί η επικοινωνία των τέκνων τους με τον ως άνω σύζυγο της. Στην αίτηση αυτή, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση ο Πρόεδρος του πιο πάνω δικαστηρίου, γραμματείς του ως άνω Πρωτοδικείου, δικηγόροι και άλλοι, ισχυριζόταν για την εγκαλούσα Ψ και μητέρα του συζύγου της και καθ' ου η αίτησή της, ότι πάσχει από το σύνδρομο της ηπατίτιδας Β και C. Το γεγονός, όμως, αυτό, που περιέχεται στην παραπάνω αίτηση είναι ψευδές αφού η αλήθεια την οποία γνώριζε η κατηγορουμένη είναι ότι η εγκαλούσα (πρώην πεθερά της) ουδέποτε είχε νοσήσει έως τότε από την προαναφερόμενη ασθένεια, όπως προκύπτει και από την υπ' αριθμ. 6623/2003 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου που εκδόθηκε επί τακτικής αγωγής του συζύγου της κατηγορουμένης εναντίον της κατά την ειδική διαδικασία των διατροφών, ενώ οι ιατρικές γνωματεύσεις που αναγνώσθηκαν αναφέρονται στην υγεία του συζύγου της, ο οποίος περί τα τέλη του έτους 1999 διαπιστώθηκε ότι έπασχε από κίρρωση του ύπατος σε ενεργό φάση οφειλόμενη σε συνεργασία των ιών Β και C ασθένεια συνεπεία της οποίας απεβίωσε στις 25-4-2005 και δεν αφορούν την υγεία της εγκαλούσας.Την αναλήθεια του εν λόγω ισχυρισμού της την γνώριζε η εν λόγω κατηγορουμένη, αυτός δε μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της πιο πάνω εγκαλούσας. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως που της αποδίδεται". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ειδικότερα, του ότι : "στη Θεσσαλονίκη στις 25-2-2002 ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, το γεγονός δε αυτό είναι ψευδές και αυτός γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στην ειδική διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αίτηση της κατά του συζύγου της Κ ζητώντας να ρυθμιστεί η επικοινωνία των τέκνων τους με τονως άνω σύζυγο της, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση ο Πρόεδρος του πιο πάνω δικαστηρίου, γραμματείς του ως άνω Πρωτοδικείου, δικηγόροι κ ά. και με την οποία ισχυριζόταν για την εγκαλούσα Ψ και μητέρα του συζύγου της και καθ' ου η αίτηση της, ότι αυτή πάσχει από το σύνδρομο της ηπατίτιδας Β και C. Το γεγονός, όμως, αυτό, που περιέχονται στην παραπάνω αίτηση είναι ψευδές και αυτή το ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων αν και γνώριζε ότι είναι ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της πιο πάνω εγκαλούσας".
Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στην κατηγορουμένη ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία (1) τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.Ι, 83, 84 παρ. 2α', 363 σε συνδ. με 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 144/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τίπροκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας,Ζ, καθώς και την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι: 1) το δικάσαν Εφετείο απέρριψε σιωπηρά, άλλως, χωρίς αιτιολογία, όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που πρότεινε παραδεκτά, τους οποίους περιέλαβε σε έγγραφο υπόμνημα, που ενεχείρισε στο διευθύνοντα τη συζήτηση, ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά και ειδικότερα, απέρριψε: α) τον ισχυρισμό από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη, οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και επομένως, ως αυτοτελής, έπρεπε η απόρριψη να αιτιολογείται ειδικά από το Δικαστήριο εvός τέτοιου ισχυρισμού. Όπως, όμως, συνάγεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης (άρ. 362 Π Κ) ή της εξύβρισης (άρ. 361 παρ.1 ΠΚ) και όχι όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρ. 363 Π Κ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψεύδους. Στην τελευταία περίπτωση εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έτσι, εφόσον το δικάσαν Δικαστήριο έκρινε ένοχο την αναιρεσείουσα του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η απόρριψη σιωπηρά από αυτό του από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ισχυρισμού της, δεν έχρηζε ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον η εφαρμογή του στην προκειμένη περίπτωση, αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2α ΠΚ, β) τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής της πλάνης ότι "η πράξη της δεν πρέπει να της καταλογιστεί γιατί πίστεψε ότι είχε δικαίωμα να συμπεριλάβει την επίμαχη φράση στην αίτησή της και η πλάνη αυτή είναι συγγνωστή αφού η πράξη αυτή αποτελούσε αναγκαίο μέσο για την προστασία της υγείας των παιδιών". Όμως, το Εφετείο, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, δεν στέρησε την απόφασή του από την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και να παραθέσει μάλιστα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ως προς το συγγνωστό της πλάνης αυτής, δεν γίνεται επίκληση ειδικών συνθηκών (προσωπική κατάσταση της αναιρεσείουσας - πνευματικές και επαγγελματικές δραστηριότητές της), με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός της αυτής, να μην είναι σαφής και ορισμένος, 2) Το Δικαστήριο της ουσίας δεν αιτιολογεί για ποίο λόγο δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του την κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως της, Ζ, καθόσον, από την επισκόπηση των αυτών πρακτικών δεν προκύπτει ότι η εξερασθείσα μάρτυρας, Ζ, εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως και 3) ο λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 79 ΠΚ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν στάθμισε σωστά τα στοιχεία του άρθρου 79 ΠΚ και επέβαλε στην αναιρεσείουσα την ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, ενώ έπρεπε να επιβάλει σε αυτήν μικρότερη ποινή, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, αφού ελέγχεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, καθόσον η επιμέτρηση της ποινής μέσα στα όρια που ο νόμος διαγράφει, ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠολΔ 176).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Νοεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ.63 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης/2008) αίτηση της Χ, χήρα Κ, για αναίρεση της με αριθμό
144/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2010

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ