Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 98 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα από ανάγνωση κατάθεσης μάρτυρα που λήφθηκε στην προδικασία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.




Αριθμός 98/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 26/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.7.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1414/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η λήψη υπόψη από το ουσιαστικό Δικαστήριο αναγνωσθείσας καταθέσεως μάρτυρα κατηγορίας, που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα, το οποίο δίνεται, από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, σε κάθε κατηγορούμενο να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας, οπότε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που συνιστά τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν η ανάγνωση της ανωτέρω καταθέσεως έγινε παρά την αντίρρηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 του ΚΠΔ, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας, μεταξύ άλλων, θανάτου, διαμονής του στο εξωτερικό ή άλλου σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεση του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον Εισαγγελέα, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον κατηγορούμενο, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο ήταν αδύνατη για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή.
Συνεπώς, στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν δημιουργείται ακυρότητα από την λήψη υπόψη από το Δικαστήριο κατάθεσης μάρτυρα που δόθηκε στην προδικασία, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, παρά την αντίρρηση του κατηγορουμένου και τούτο γιατί η εναντίωση του κατηγορουμένου ως προς την ανάγνωση τέτοιας κατάθεσης αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 6 και 18 της ΕΣΔΑ, αφού με αυτήν ο κατηγορούμενος θα ματαίωνε κατά βούληση τη χρήση αποδεικτικού μέσου, αναγκαίου για την αποκάλυψη της αλήθειας, δίχως μάλιστα την υπαιτιότητα του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 26/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης, αναγνώσθηκε η από 29-5-2002 ένορκη κατάθεση του απολιπομένου μάρτυρα Α, που δόθηκε ενώπιον του Ανακριτή Καρδίτσας, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου αλλά και των συνηγόρων υπεράσπισής του. Περαιτέρω από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να προβεί στην ανάγνωση της κατάθεσης αυτής, δέχθηκε ότι ο μάρτυρας αυτός ήδη είχε αποβιώσει γεγονός το οποίο συνομολόγησε και ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς, δεν δημιουργήθηκε η απόλυτη ακυρότητα την οποία επικαλείται ο αναιρεσίβλητος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στις 14-2-1997 και κατά τις βραδινές ώρες, ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητος ..... και ήδη αποβιώσας, Α, εγνωστοποίησε τηλεφωνικώς εις τον Διοικητή του Α. Σταθμού ....., μάρτυρα Β, ότι, με την υπόδειξη ενός Αλβανού, άνευρε, εις την αγροτική τοποθεσία ....., της περιφέρειας ....., δύο γυάλινα βάζα με χασίς και εζήτησε την παραλαβή των. Ο ανωτέρω, Β, εν όψει του ότι επρόκειτο περί υποθέσεως την οποία δεν ηδύνατο να διεκπεραιώσει ο υπολειτουργών Α.Σ. ....., του οποίου προΐστατο, εγνωστοποίησε τούτο εις τον Διοικητή του AT ..... εις τον οποίο υπήγετο ο ΑΣ ..... πρώτο κατηγορούμενο, Χ2, και κατόπιν συνεννοήσεως με αυτόν, κατά το αυτό βράδυ, μετέβησαν αμφότεροι αρχικώς εις το Κοινοτικό Κατάστημα ....., απ' όπου ο πρώτος κατηγορούμενος παρέλαβε τα ανωτέρω δύο βάζα με χασίς και ακολούθως εις τον χώρο που τους υπεδείχθη, μαζί με τον ρηθέντα Πρόεδρο της Κοινότητας ....., Α και τον μάρτυρα, αγροφύλακα τότε, Γ. Κατά την έρευνα που διεξήγαν εκεί, βρήκαν δύο ακόμη γυάλινα βάζα με χασίς θαμμένα στο έδαφος, τα οποία ο πρώτος κατηγορούμενος μετέφερε στο γραφείο του, εις το Α.Τ. ..... . Συγχρόνως, αυτός επικοινώνησε με τον Διευθυντή του Τμήματος Ασφαλείας ....., Δ και εγνωστοποίησε εις αυτόν την ανεύρεση των τεσσάρων βάζων με χασίς, ο τελευταίος δε εγνωστοποίησε τούτο εις τον Διοικητή του Α.Τ. ..... , Ε και ακολούθως στον δεύτερο κατηγορούμενο, Χ1, ο οποίος προΐστατο της Ομάδος Δίωξης Ναρκωτικών της αυτής Υπηρεσίας. Κατόπιν εντολής του τελευταίου, οι άνδρες της ομάδος Δίωξης Ναρκωτικών και ειδικότερα οι ΣΤ, Ζ, Η και Θ, με υπεύθυνο τον ΣΤ, την επόμενη ημέρα και κατά τις πρωινές ώρες, μετέβησαν εις το AT ....., όπου συνάντησαν τους αστυνομικούς Β και Ι και, χωρίς να κατέλθουν του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαιναν, μαζί με αυτούς, μετέβησαν στην τοποθεσία ..... και εις τον χώρο όπου είχαν ανευρεθή τα τέσσερα βάζα με χασίς, προκειμένου όπως, ως εκ της εμπειρίας των, ενεργήσουν έρευνα, για την τυχόν ανεύρεση και άλλων ναρκωτικών. Όμως, μετά σχολαστική έρευνα του γύρω χώρου, δεν βρήκαν τίποτα και εν όψει του ότι το γεγονός της ανευρέσεως, την προηγουμένη, ναρκωτικών εις τον χώρο αυτό είχε γίνει ευρέως γνωστό και η φύλαξή του (δια την τυχόν σύλληψη αυτού που τα είχε τοποθετήσει εκεί και ενδεχομένως μετέβαινε εκεί για την παραλαβή των) δεν θα είχε αποτέλεσμα, όπως βεβαιώνουν οι ίδιοι, επέστρεψαν εις την υπηρεσία των, χωρίς να επανέλθουν εις το Α.Τ. ..... και χωρίς οι ίδιοι να παραλάβουν τα τέσσερα βάζα με το χασίς, που προαναφέρθησαν. Αντιθέτως, αυτά παρέμειναν εις το γραφείο και στα χέρια του πρώτου κατηγορουμένου, Χ2. Το κατατεθέν από τον Χ2 ότι τα παραπάνω βάζα παρεδόθησαν, χωρίς την σύνταξη σχετικής εκθέσεως παραδόσεως, εις τον ΣΤ, ως υπεύθυνο και επικεφαλής της ως άνω ομάδος δίωξης ναρκωτικών δεν αποδεικνύεται βάσιμος, εφόσον όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από άλλα στοιχεία αλλά αντιθέτως αναιρείται από τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, ανδρών της Ο.Δ.Ν. Ειδικότερα, κατά την κατάθεση του μάρτυρος ΣΤ "Όταν πήγαμε στην περιοχή των ....., τα βάζα με τα ναρκωτικά είχαν ήδη ανευρεθεί και εμείς κάναμε μόνο την έρευνα στην περιοχή. Δεν πήγαμε στο αστυνομικό τμήμα του ..... για να πάρουμε τα βάζα και να τα μεταφέρουμε στην ..... . Δεν τα είχαμε δει καθόλου ... . Δεν έμαθα ούτε γνωρίζω ποιος πήγε τα βάζα από το Αστυνομικό Τμήμα ..... στην ..... . Και στην ..... που πήγα δεν είδα τα βάζα. Δεν ξέρω πού τοποθετήθηκαν τα βάζα. Ο Χ1 παρέλαβε τα ναρκωτικά. Πάντα αυτός τα παραλάμβανε ... ." Κατά την κατάθεση του μάρτυρος Η "Άκουσα για τέσσερα (4) βάζα ναρκωτικών όταν ήρθε το τμήμα εσωτερικών Υποθέσεων στην Υπηρεσία. Προηγουμένως δεν ήξερα τίποτα ... . Δεν γνωρίζω ποιος πήρε τα βάζα και τα παρέδωσε στον Χ1". Ο ίδιος μάρτυρας Η, στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε: "Ψάξαμε την περιοχή για μία-μιάμιση ώρα εκεί που κρίναμε ότι υπήρχα ναρκωτικά. Δεν βρήκαμε τίποτα ... επιστρέψαμε κατευθείαν στην Υπηρεσία μας. Δεν ασχοληθήκαμε ξανά με την ... Η επιστροφή ήταν απευθείας στην ..... . Δεν παραλάβαμε τίποτα ...". Κατά την κατάθεση του μάρτυρος Θ: "ήμουν στη Δίωξη Ναρκωτικών ..... και μετείχα στην ομάδα ΣΤ, Ζ και Η. Πήραμε εντολή από τον Χ1 και μεταβήκαμε στην περιοχή να ψάξουμε αν υπάρχουν και άλλα ναρκωτικά κρυμμένα. Μας οδήγησαν συνάδελφοι στην περιοχή και μας υπέξειξαν το σημείο όπου βρέθηκαν τα ναρκωτικά ... . Τα βάζα με τα ναρκωτικά δεν τα είδα καθόλου". Ο ίδιος μάρτυρας Θ στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε: "μας υπέδειξαν το σημείο που ήταν θαμμένα (τα ναρκωτικά). Ψάξαμε, δεν βρήκαμε τίποτα. Γυρίσαμε στην υπηρεσία μας ... Στην επιστροφή δεν επιστρέψαμε από το τμήμα ..... Δεν περάσαμε από το Αστυνομικό Τμήμα .....". Επίσης κατά την κατάθεση του μάρτυρος Ι , που μετείχε, όπως προελέχθη, στην ως άνω έρευνα "... Τα βάζα την επόμενη μέρα τα είχε ο Χ2 στο γραφείο του ... . Νομίζω ότι τα βάζα τα έφερε ο Β το πρωί όταν πήγε στο γραφείο του Χ2". Ο ίδιος μάρτυρας Ι στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε "... για τα ναρκωτικά επαναλαμβάνω ότι θυμάμαι ότι δεν ανέβηκε η ομάδα. Όταν γυρίσαμε δεν ανέβηκε η ομάδα ... εγώ ανέβηκα. Τα βάζα ήταν μέσα. Τα μέλη είχαν φύγει ...", ενώ κατά την κατάθεση του μάρτυρος Β "Τα βάζα τα κρατούσε ο αστυνόμος Χ2 στα χέρια του και μεταφέρθηκαν στο αστυνομικό Τμήμα ..... . Την επομένη μέρα πήγα και εγώ μαζί με τη δίωξη Ναρκωτικών ..... στο χώρο όπου βρέθηκαν τα βάζα με τα ναρκωτικά και μετά από έρευνα που κάναμε δεν βρήκαμε τίποτα άλλο. Στην ομάδα συμμετείχαν οι Ζ, ΣΤ και ο Η. Ο Χ2 μου είπε ότι θα επιληφθεί η Ασφάλεια της υποθέσεως διότι είναι στη δικαιοδοσία της ... Δεν γνωρίζω αν έστειλαν και τα τέσσερα βάζα στην .....". Ο ίδιος μάρτυρας κατά την κατάθεσή του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δήλωσε "εγώ δεν παρέδωσα βάζα. Κατά την επιστροφή δεν πέρασαν από το Αστυνομικό Τμήμα. Δεν ανέβηκαν επάνω. Εγώ ανέβηκα ...". Επί τη βάσει τούτων, οι ανωτέρω άνδρες της Ο.Δ.Ν. ....., αφού δεν παρέλαβαν, κατά τον ανωτέρω χρόνο τα βάζα με το χασίς, τα οποία αναμφισβητήτως ήσαν τέσσερα και είχαν περιέλθει στα χέρια του πρώτου κατηγορουμένου, είναι προφανές ότι δεν παρέδωσαν αυτά εις τον δεύτερο κατηγορούμενο, Χ1, και ουδεμίαν σχέση είχαν με το περιεχόμενό των. Παρά ταύτα, ο τελευταίος, την 26-2-1997, προέβη εις την σύνταξη σχετικής εκθέσεως - παραδόσεως - παραλαβής και κατασχέσεως "ενός γυάλινου βάζου" που περιείχε ποσότητα καννάβεως "χασίς" σε φούντα, βάρους 205 γραμμαρίων, που βρέθηκε σε συστάδα θάμνων την 14-2-1997 στο 28° χιλ/μετρο της ΕΟ .....-..... . Εις την έκθεση αυτή το "ένα" γυάλινο βάζο φέρεται να παραδίδει εις αυτόν ο μάρτυρας, Ζ, ο οποίος, όμως, όχι μόνον αρνείται την παράδοση αυτή αλλά αμφισβητεί και την επί της εκθέσεως αυτής υπογραφή του, καταθέτων ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι "δεν παρέδωσα εγώ ναρκωτικά στον Χ1. Τη δικογραφία την έκανε μόνος του ο Χ1 και υπέγραψε μόνος του. Δεν γνωρίζω ποιος έκανε το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής. Πιστεύω ότι το έκανε ο Χ1". Εξάλλου, ο ανωτέρω κατηγορούμενος (Χ1) δικαιολογών την αναγραφή του "ενός" βάζου εις την προαναφερόμενη έκθεση, ενώ τα βάζα ήσαν τέσσερα, ισχυρίζεται ότι, "... στις 14-2-1997 ενημερώθηκα ότι στο Αστυνομικό Τμήμα ....., βρίσκονται τέσσερα βάζα ναρκωτικών ...". Αποδέχεται δηλαδή αυτός, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τα βάζα που περιήλθαν εις την υπηρεσία του ήσαν τέσσερα. Το επικαλούμενο, όμως, από αυτόν, ως άνω γεγονός της τοποθετήσεως του περιεχομένου των τεσσάρων βάζων εις ένα, δεν αποδεικνύεται βάσιμο και αμφισβητείται σθεναρώς από τους προαναφερόμενους μάρτυρες, εφ' όσον όπως, προελέχθη, αυτοί δεν παρέλαβαν βάζα από το Α.Τ. ..... και δεν παρέδωσαν βάζα. Εκ τούτου συνάγεται ότι, εφ' όσον δεν παρελήφθησαν τα προαναφερόμενα βάζα από τους άνδρες της Ο.Δ.Ν. από τον πρώτο κατηγορούμενο, αυτά όμως περιήλθαν στα χέρια του 2ου κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος και σχημάτισε δικογραφία για το "ένα" μόνο βάζο, με ποσότητα χασίς 205 γραμμαρίων, αυτά παρεδόθησαν εις τον τελευταίο (Χ1) από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2, χωρίς διατυπώσεις, ήτοι χωρίς την σύνταξη σχετικής εκθέσεως παραδόσεως. Το περιεχόμενο από "χασίς", όμως, των τριών αυτών βάζων, τα οποία ήσαν ομοειδή προς το τέταρτο βάζο και γεμάτα, όπως καταθέτει ο ήδη αποβιώσας Πρόεδρος τότε της Κοινότητας ....., Α, στην από 29-5-2002 ένορκη κατάθεσή του, που αναγνώσθηκε, ενώπιον του Ανακριτού Καρδίτσας, παρέμεινε εις την κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου, Χ1, εφ' όσον αυτός δεν περιέλαβε τούτο εις την σχετική δικογραφία κατ' αγνώστου δράστου, που υπεβλήθη εις τον εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας, η οποία αφορούσε στο περιεχόμενο, από 205 γραμμάρια χασίς του ενός βάζου. Την ποσότητα αυτή, η οποία περιήλθε στην κατοχή του κατά το χρονικό διάστημα από 14-2-1997 έως 26-2-1997, είχε στην φυσική του εξουσία και ηδύνατο να διαθέτει κατά βούληση, ενώ εις τον ίδιο είχε ανατεθεί η δίωξη των παραβατών του Ν. 1729/1987 Περί Ναρκωτικών, ως Προϊστάμενο της ΟΔΝ ..... . Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και α) από το γεγονός ότι ο ρηθείς κατηγορούμενος, εις την συνταχθείσα από αυτόν, την 26-2-1997, έκθεση παραδόσεως - παραλαβής και κατασχέσεως, εις την οποία φέρεται ότι ο μάρτυρας κατηγορίας, Ζ, παρέδωσε εις αυτόν "ένα" βάζο, που περιείχε ποσότητα καννάβεως σε φούντα, βάρους 205 γραμμαρίων (που δεν είναι αληθές, κατά τα προρρηθέντα), μνημονεύει ότι το βάζο αυτό "βρέθηκε σε συστάδα θάμνων, την 14-2-1997, στο 28° χιλ/τρο της Ε.Ο. .....-.....", ενώ αυτό ανευρέθη (μαζί με άλλα 3 βάζα) εις την αγροτική περιοχή ....., που ευρίσκεται εις απόσταση τριών περίπου χιλ/τρων από την Ε.Ο, εις το ύψος της Κοινότητας ..... . Ο ίδιος δε δεν παρέχει επαρκείς εξηγήσεις εις το σημείο αυτό, αλλά ισχυρίζεται ότι "... ο Η ανέφερε το 28° χιλ. και μου έλεγε ότι αυτή είναι η θέση που βρέθηκαν. Δεν είχα λόγο να τον αντικρούσω. Αν διατάξει το Δικαστήριο να χιλιομετρηθεί τώρα η απόσταση, θα διαπιστώσουμε ότι είναι το 38° χιλ. Οι κατώτεροι αστυνομικοί δεν είναι ικανοί ούτε γι' αυτό". Όμως ο ανωτέρω Η, ως μέλος της ΟΔΝ, γνωρίζοντας την τοποθεσία εις την οποία είχαν μεταβεί, κατά τα προαναφερθέντα, οπωσδήποτε θα ανέφερε αυτή και όχι το 28° χιλ/τρο της ΕΟ .....-....., όπως θα ανέφερε αυτή και ο μάρτυρας, Ζ, που φέρεται ότι παρέδωσε το "ανωτέρω" ένα βάζο. β) από το γεγονός ότι εξηφανίσθησαν αυτά καθ' εαυτά τα τρία βάζα, τα οποία ο ρηθείς κατηγορούμενος, (Χ1) ως επικεφαλής της Ομάδος δίωξης Ναρκωτικών, ώφειλε να τα διαφυλάξει, ως πειστήρια. Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό το αναφερόμενο από τον μάρτυρα, Ζ, "... Ο Χ1 μου είπε ότι από τα τέσσερα βάζα τα τρία βάζα τα πέταξε και έμεινε το ένα ... . Ο Χ2 μου πρότεινε να πω ψέματα, ότι δηλαδή σπάσανε τα τρία βάζα και έμεινε μόνο το ένα. Δε γνωρίζω γιατί είπε τόσα ψέματα ο Χ1 για την πρόσμιξη των ναρκωτικών". Επί τη βάσει τούτων, απεδείχθη πλήρως, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη ότι ο 2ος κατηγορούμενος, Χ1, ετέλεσε την πράξη της κατοχής ναρκωτικών που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερον αυτή διατυπούται στο διατακτικό της παρούσης". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1α, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, του ΠΚ, άρθρο 4 παρ.1 Πιν. α' αριθ. 6, 5 παρ. 1 εδ. ζ' και 6 παράγ. 1, περ. β' του Ν 1729/1987, όπως τα ανωτέρω άρθρα 5 και 6 αντικ. με τα άρθρα 10 και 11 του Ν.2161/1993 και ισχύουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 εδ. ζ' και 26 παρ.1 εδ. β' του Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, προκύπτει ότι αξιολογήθηκαν οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων, όπως και αυτή του θανόντος μάρτυρος, που αναγνώστηκε στο ακροατήριο και μάλιστα σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, ιδιαιτέρως δε αιτιολογείται στην απόφαση ο τρόπος που περιήλθε στην κατοχή του αναιρεσείοντος η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, για την οποία καταδικάστηκε και την οποία επαρκώς προσδιορίζει και τέλος αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους η απολογία του δεν είναι πειστική. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του στηρίχθηκε αποκλειστικά στην κατάθεση που αναγνώστηκε, δεν είναι βάσιμη, η διαφορετική δε από τον ίδιο αποδεικτική εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, ως βάλλουσα κατά της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτη.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και, πρέπει, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι για έρευνα, να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 26/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ