Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1479 / 2010    (Α Ποιν. Διακ., Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Αίτηση αναιρέσεως καταδικαστικής αποφάσεως, ασκούμενη από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση, ως ασκηθείσα μετά την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας.




Αριθμός 1479/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα και Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του την 21η Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, για αναίρεση της 9002/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 172/2010.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 163/3-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 25.1.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 9002/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3, 474 παρ. 1 και 2 και 507 παρ.1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα από τον κατηγορούμενο ή από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του γίνεται μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών, η οποία αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της, ενώ αν ο δικαιούμενος ήταν απών, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως (ΑΠ 1999/2009, ΑΠ 1010/2009, ΑΠ 1554/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΑΠ 80/2010, ΑΠ 2190/2009). Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. (Ολ. ΑΠ 4/1995, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 2648/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, με την 9002/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό, για υπεξαγωγή εγγράφων κατ' εξακολούθηση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι δύο (22) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 6.11.2009, με παρόντα τον αναιρεσείοντα και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ στις 5.1.2010 με αριθμό καταχωρίσεως 6, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 25.1.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσείων, άσκησε την ένδικη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, στις 25.1.2010, με δήλωση του έχοντος προς τούτο ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα Νικολάου Αγραφιώτη, δικηγόρου Αθηνών, στη γραμματέα του παραπάνω δικαστηρίου και συντάχθηκε για το λόγο αυτό η με αριθμό 22/2010 έκθεση αναιρέσεως. Όμως, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, άρχισε στις 6.1.2010 και συμπληρώθηκε στις 16.1.2010 και στην εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως δεν αναφέρονται καθόλου λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, οι οποίοι να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Με τα δεδομένα αυτά, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε μετά την κατά τα άνω πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας είναι απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η με αριθμό 22/25.1.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 9002/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 28 Απριλίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι ημεδαπός και παρών κατά την απαγγελία αυτής, είναι α) δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, στην περίπτωση που ασκείται με αίτηση προς το γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή προς εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται ή β) είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, στην περίπτωση που ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, που τηρεί η γραμματεία του εκδόντος δικαστηρίου. Οι παραπάνω προθεσμίες αρχίζουν μετά την επίδοση της αποφάσεως μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία αυτής και δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξουσίου δικηγόρου (ΚΠοινΔ 501 παρ. 3), εφόσον αυτή έγινε μετά την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, διότι, άλλως, αν η επίδοση προηγήθηκε της καταχωρίσεως, η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει από την τελευταία. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κατόπιν ειδοποίησης προ 24 ωρών από το γραμματέα της εισαγγελίας, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ έκθεση γίνεται επίκληση αφ' ενός περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα και κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση και αφ' ετέρου των αποδεικτικών μέσων που τα επαληθεύουν.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 5-1-2010 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, η προσβαλλόμενη 9002/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, απαγγέλθηκε με τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα φυσικώς παρόντα και μετέχοντα στη δίκη και καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του ως άνω δικαστηρίου την 5-1-2010 (ΚΠοινΔ 473 παρ. 3). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με αίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, η οποία έγινε προς τον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την 25-1-2010, ήτοι την 20η ημέρα από την προηγηθείσα καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο. Έτσι, όμως, η άσκηση της έγινε μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από της καταχωρίσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο και, ως εκ τούτου, είναι εκπρόθεσμη.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και δεδομένου του ότι ο αναιρεσείων, αν και ειδοποιήθηκε νομίμως για να προσέλθει ενώπιον του δικαστηρίου, ουδόλως εμφανίσθηκε και ουδέν ισχυρίσθηκε ως προς την εκπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΚΠοινΔ 513 παρ.1 εδ.α') και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σ' αυτόν που την άσκησε (ΚΠοινΔ 476 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-1-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 9002/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Ιουλίου 2010. -Και
ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα, την 5η Αυγούστου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ