Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 906 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Απιστία Δικηγόρου, Περιοριστικοί όροι.




Περίληψη:
Προσβαλλόμενο βούλευμα για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση, απάτη κατ' εξακολούθηση και απιστία δικηγόρου κατ' εξακολούθηση. Α) Ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β ΚΠΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ορθά εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ, περί εμπράκτου μετανοίας και απορρίφθηκε ο προβληθείς ισχυρισμός του κατηγορουμένου, υπό τις παραδοχές, ότι έλαβε χώρα απόδοση των χρημάτων και ικανοποίηση του παθόντος, όχι πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές δηλαδή οικειοθελώς χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων, αλλά υπό την πίεση του παθόντος και μετά την υποβολή εναντίον του στις 1-3-2005 της σχετικής εγκλήσεως και υπό τον φόβο των συνεπειών των σε βάρος του καταγγελθεισών αξιοποίνων πράξεων (ΑΠ 259/2009, 2074, 2455/2008). Β) Ο δεύτερος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφορικά με την απόρριψη από αυτό του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αντικαταστάσεως των τεθέντων σε αυτόν περιοριστικών όρων, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, που απέρριψε υποβληθέν υπ' αυτού σχετικό αίτημα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος (ΑΠ 610, 1943/2003, ΑΠ 925/2001) -.




Αριθμός 906/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.490/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 299/09. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 14/14.1.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο δικαστήριο σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υττ' αριθμ. 8/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υττ' αριθμ. 490/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υττ' αριθμ. 188/2009 Βούλευμα του, παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης τον πιο πάνω αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο προκειμένου να δικασθεί α) για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, β) της απάτης κατ' εξακολούθηση και γ) της απιστίας δικηγόρου κατ' εξακολούθηση. Στη συνέχεια μετά από έφεση που άσκησε ο παραπάνω αναιρεσείων κατηγορούμενος εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 490/2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η έφεση αυτού και επικυρώθηκε το πρωτόδικο Βούλευμα. Κατά του ως άνω Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα, παραδεκτά και εμπρόθεσμα. Περιέχει δε λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. 2) Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του Βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό Βούλευμα είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο Βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, καθώς συμπληρωματικά και στο πρωτόδικο Βούλευμα (ΑΠ 2253/2002 ΠΧρ ΝΓ', 795, ΑΠ 1608/2001 ΠΧρ ΝΒ, 623). Περαιτέρω όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 περ. β' ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει την εφαρμοσθείσα διάταξη, υπάγει εσφαλμένως σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει όταν στο Βούλευμα εμφιλοχωρούν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το Βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 2275/02 ΠΧρ. ΝΓ, 808). 3) Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο Βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον παραπάνω αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, της απάτης κατ' εξακολούθηση και της απιστίας δικηγόρου κατ' εξακολούθηση. Δέχθηκε, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών, με αναφορά καθ' ολοκληρίαν στην ενσωματωμένη στο Βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά τη διενέργεια της κυρίας ανάκρισης και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ο οποίος είναι δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, από το έτος 2003 ήταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εγκαλούντος Ψ και χειριζόταν υποθέσεις του σε επίπεδο ποινικού και διοικητικού δικαίου σχετικά με ζητήματα που ανέκυψαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στη θέση του προϊσταμένου της ΔΟΥ .... Ειδικότερα, ανέλαβε την εκτέλεση ορισμένων πράξεων, όπως σύνταξη προσφυγών ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου για λογαριασμό του εγκαλούντος προς αποτροπή πειθαρχικών κυρώσεων σε βάρος του από τα όργανα της Οικονομικής Επιθεώρησης, σύνταξη απολογητικών υπομνημάτων ενώπιον των ανακριτικών αρχών προς αντίκρουση των κατηγοριών της απιστίας σε βάρος του δημοσίου με ζημία άνω των 146.735 ευρώ, παροχή νομικών συμβουλών για την ανάπτυξη των ισχυρισμών του ενώπιον των ανακριτικών αρχών σχετικά με τις κατηγορίες αυτές. Ως εκ τούτου με την ιδιότητα του δικηγόρου του εγκαλούντος έλαβε απ' αυτόν α) Την 8.4.2005 το ποσό των 8.262 ευρώ προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για λογαριασμό του ως δαπάνη για την κατάθεση παραβόλων λόγω άσκησης προσφυγών ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου από τον εγκαλούντα κατά τεσσάρων αποφάσεων της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης, με τις οποίες καταλογίζονταν διάφορα χρηματικά ποσά σε βάρος του μετά την διαπίστωση πειθαρχικών ευθυνών στην εκτέλεση των καθηκόντων του από τη θέση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ..., β) στις 27-6-2005 έλαβε από τον εγκαλούντα το ποσό των 12000 ευρώ προκειμένου να το καταθέσει για λογαριασμό του στο ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την καταβολή του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας αντίστοιχου ποσού, που είχε επιβληθεί σε βάρος του εγκαλούντος με την υπ' αριθμ. 24/27.6.2005 διάταξη της Ανακρίτριας του Α' Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης μετά την απολογία του ενώπιον της για την κακουργηματική πράξη της απιστίας με ζημία σε βάρος του Δημοσίου μεγαλύτερη του ποσού των 146.735 ευρώ. Τα ως άνω χρηματικά ποσά των 8.262 ευρώ και 12000 ευρώ ανήκαν αποκλειστικά στην κυριότητα του εγκαλούντος, τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν προέβη στη διάθεση αυτών σύμφωνα με τις εντολές του αλλά αντίθετα φρόντισε να τα ενσωματώσει χωρίς σχετικό δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος στην περιουσία του, το συνολικό δε ως άνω ποσό των 20.262 ευρώ είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Εξάλλου ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εκδήλωσε δόλια προαίρεση ιδιοποιήσεως των παραπάνω χρηματικών ποσών. Και τούτο διότι ενώ είχε λάβει εντολές από τον εγκαλούντα να χρησιμοποιήσει το μεν ποσό των 8.262 ευρώ στις 8-4-2005 για τις ανάγκες της κατάθεσης παραβόλων λόγω άσκησης προσφυγών ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το δε ποσό των 12.262 ευρώ για την κατάθεση του στις 27-6-05 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ως εγγυοδοσία με βάση την υπ' αριθμ. 24/2005 διάταξη της Ανακρίτριας του Α' Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ο ίδιος τα κατακράτησε αυθαίρετα και τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, αρνούμενος να εκτελέσει τις αντίστοιχες εντολές του εγκαλούντος, με αποτέλεσμα να επιφέρει με πρόθεση βλάβη στα συμφέροντα αυτού. Η βλάβη αυτή προκλήθηκε κατά την εκτέλεση του επαγγέλματος του δικηγόρου από την πλευρά του κατηγορουμένου, αφού είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εκτελέσει τις πιο πάνω πράξεις στις 8.4.2005 και 27.6.2005 από τη σύμβαση εντολής που τον συνέδεε με τον εγκαλούντα. Η βλάβη του εγκαλούντος ήταν οικονομική αναφορικά με το ποσό των 8.262 ευρώ, αφού ο ίδιος έπρεπε να δαπανήσει ξανά το ποσό αυτό για την κατάθεση των παραβόλων στα πλαίσια των προσφυγών του ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ ως προς το ποσό των 12000 ευρώ η βλάβη του ήταν τόσο οικονομική όσο και διαδικαστική. Τούτο διότι από τη μη κατάθεση του ποσού των 12000 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η Ανακρίτρια του Α' Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 43/2005 Διάταξη της αντικατέστησε τον περιοριστικό όρο της εγγυοδοσίας με προσωρινή κράτηση, η οποία εξετελεσθη την 2-12-2006. Ακόμη, σε ότι αφορά το ποσό των 12000 ευρώ, η βλάβη των συμφερόντων του εγκαλούντος ήταν και οικονομική, αφού ο ίδιος έδωσε το εν λόγω ποσό στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο χωρίς όμως αυτός να εκτελέσει σχετική εντολή για την οποία το παρέλαβε και επομένως επήλθε ισόποση μείωση στην αξία του ενεργητικού της περιουσίας του. Η πρόκληση βλάβης των συμφερόντων του εγκαλούντος έγινε με πρόθεση από την πλευρά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου καθόσον ο ίδιος ως δικηγόρος γνώριζε ότι η μη κατάθεση των παραβόλων στην άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου συνεπάγεται την πρόσκληση του πολίτη από το ανωτέρω δικαιοδοτικό όργανο για την τακτοποίηση της κατάθεσης τους μέσω της καταβολής του αντίστοιχου ποσού στο δημόσιο, ενώ επίσης γνώριζε ότι η μη καταβολή της εγγυοδοσίας που επιβάλλει ο Ανακριτής με διάταξη του είναι πολύ πιθανό να επιφέρει την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση, όπως επίσης ότι η άρνηση της διάθεσης του ποσού που παραλαμβάνει ο δικηγόρος από τον πελάτη του για εκτέλεση συγκεκριμένης πράξης συνεπάγεται ισόποση ελάττωση της περιουσίας του πελάτη του. Με βάση τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος γνώριζε ποιες είναι οι συνέπειες για τον εγκαλούντα σε περίπτωση μη εκτελέσεως των πιο πάνω εντολών, που ανέλαβε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του και παρά ταύτα έμεινε σταθερός στην απόφαση του να μην εκτελέσει τις εν λόγω εντολές και να κατακρατήσει αυθαίρετα τα ως άνω ποσά των 8262 και 12000 ευρώ. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2005 ανακοίνωσε ψευδώς στον εγκαλούντα ότι έπρεπε να του παραδώσει το ποσό των 3000 ευρώ προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για λογαριασμό του για την καταβολή ισόποσης εγγύησης που του επέβαλε η Ανακρίτρια του Α' ειδικού τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Επιπλέον ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στις 20-8-2005 ανακοίνωσε ψευδώς στον εγκαλούντα ότι έπρεπε να του παραδώσει το ποσό των 12000 ευρώ προκειμένου να το καταβάλει στο δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης λόγω του σε βάρος του περιοριστικού όρου της εγγυοδοσίας από την ανωτέρω Ανακρίτρια. Ο εγκαλών πεισθείς στις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου του έδωσε κατά μήνα Ιούλιο του 2005 και στις 20.8.05 τα ποσά των 3000 ευρώ και 12000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ ο ίδιος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναληθείας τούτων και το έπραξε με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος αντίστοιχο περιουσιακό όφελος, χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα. 4) Επειδή, από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε, με το προσβαλλόμενο Βούλευμα του, ως αβάσιμη στην ουσία την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος,
κατά
πρωτόδικου Βουλεύματος, το οποίο είχε παραπέμψει αυτόν στο ακροατήριο για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε από εντολοδόχο, της απάτης κατ' εξακολούθηση και της απιστίας δικηγόρου κατ' εξακολούθηση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο Βούλευμα του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 98 παρ.1, 375 παρ.1,2, 386 παρ.1 εδ α' και 233 εδ α' Π.Κ., τις οποίες έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου περί συνδρομής της έμπρακτης μετάνοιας του άρθρου 379 Π.Κ. είναι απορριπτέος, αφού η επίκληση της καταβολής των υπεξαιρεθέντων χρηματικών ποσών και αποκτηθέντων μετά τις ψευδείς ανακοινώσεις και ισχυρισμούς έχουν συντελεσθεί μετά την υποβολή της από 1-3-2005 εγκλήσεως του εγκαλούντα Ψ σε βάρος του και κάτω από το φόβο των συνεπειών των σε βάρος του διωκομένων πράξεων. Εκτός τούτου οι διατάξεις περί έμπρακτης μετάνοιας δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις διώξεως σε βαθμό κακουργήματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Ο πρώτος δε προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης με τον οποίο επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Συμβουλίου, περιέχει ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης στα πράγματα κρίσης του Συμβουλίου και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω ο δεύτερος προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το μέρος με το οποίο το προσβαλλόμενο Βούλευμα απέρριψε το αίτημα του για αλλαγή των επιβληθέντων σε βάρος του περιοριστικών όρων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται περί παρεμπίπτοντος ζητήματος το οποίο δεν προσβάλλεται με αναίρεση, αλλά και εντελώς επικουρικά το Συμβούλιο με επαρκή αιτιολογία απέρριψε το σχετικό αίτημα, αφού κατά τις παραδοχές του "εξακολουθούν να συντρέχουν οι κατά το άρθρο 282 ΚΠΔ προϋποθέσεις επιβολής των περιοριστικών όρων και δεν συντρέχει περίπτωση ανακλήσεως ή άρσεως τους". Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 585 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 8/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ' αριθμ. 490/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 18.12.2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης".

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, επίτροπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στ) να συντρέχει επιπλέον στο πρόσωπο του υπαίτιου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 719 και 721 ΑΚ, ο μεν εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, ο δε εντολοδόχος, α) ν' αποδώσει στον εντολέα του ό,τι έλαβε κατά την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεση της ή και β) να καταβάλει σε τρίτους, οφειλέτες του εντολέα του, ό,τι του παρέδωσε ο τελευταίος. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του και όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του, να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο ή και να προβαίνει σε καταβολές σε τρίτους με χρήματα του εντολέα του. Γι'αυτό και σε περίπτωση ιδιοποιήσεως των χρημάτων που έλαβε ο εντολοδόχος δικηγόρος πελάτη του για να τα καταβάλει σε οφειλέτες του εντολέα του, για την εξόφληση οφειλής του τελευταίου, τελείται έγκλημα υπεξαιρέσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 379 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε, χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου, το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος (παρ. 1). Ο υπαίτιος της πράξεως της υπεξαιρέσεως εφόσον η πράξη αυτή δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέληση του, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του (παρ. 2).
Τέλος, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 490/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του 188/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής του, παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων δικηγόρος στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί ως υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως εντολοδόχος, κατ'εξακολούθηση, απάτης κατ' εξακολούθηση και απιστίας δικηγόρου. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού και δη των αναφερομένων σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην εισαγγελική αυτή πρόταση: "Τον Μάιο του έτους 2003 ο εγκαλών Ψ εφοριακός υπάλληλος διόρισε μετά από συμφωνία τον κατηγορούμενο Χ ως δικηγόρο του για την υπεράσπιση του σε ποινικές και διοικητικές υποθέσεις σχετικές με το έγκλημα της απιστίας σε βάρος του δημοσίου το ύψος της βλάβης του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 146.735 ευρώ και αφορούσε την επιστροφή ενδοκοινοτικών παραδόσεων ΦΠΑ σε πρόσωπα μη δικαιούμενα. Μετά την παρέλευση λίγων ημερών από την κατάρτιση της σύμβασης εντολής μεταξύ εγκαλούντα και κατηγορουμένου καταρτίστηκε μεταξύ αυτών σύμβαση δανείου ύψους 10.000 ευρώ με τον όρο της εντός μίας εβδομάδος επιστροφής του δανείου. Ο όρος αυτός όμως δεν εκπληρώθηκε εκ μέρους του εντολοδόχου (κατηγορουμένου). Ο εγκαλών κατέβαλε στον κατηγορούμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του διάφορα χρηματικά ποσά προς εκπλήρωση διαφόρων διαδικαστικών πράξεων προς εκπλήρωση των όρων της εντολής (υπεράσπισης των εκκρεμουσών σε βάρος του εγκαλούντα ποινικών και διοικητικών υποθέσεων). Η Οικονομική Επιθεώρηση Κεντρικής Μακεδονίας στα πλαίσια ελέγχου διαφόρων υποθέσεων επέβαλε πρόστιμα μεγάλης αξίας στον εγκαλούντα Ψ έχοντα την ιδιότητα του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. .... Για τον λόγο αυτό στις 8/4/2005 κατέβαλε στον κατηγορούμενο έχοντα την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του το χρηματικό ποσό των 8.262 ευρώ με την ρητή εντολή να αγοραστούν δι' αυτών τέσσερα παράβολα παράστασης στο Ελεγκτικό Συνέδριο για την άσκηση τεσσάρων προσφυγών κατά των πράξεων επιβολής προστίμων της Οικονομικής Επιθεώρησης. Ο κατηγορούμενος όμως αντί να εκπληρώσει την ανωτέρω συμβατική του υποχρέωση κατακράτησε το ανωτέρω χρηματικό ποσό ιδιοποιούμενος αυτό χωρίς την ύπαρξη δικαιολογημένης αιτίας. Ο εγκαλών έτσι υποχρεώθηκε να ξανακαταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό μετά από πρόσκληση του για το νόμιμο της παραστάσεως του και εξετάσεως των προσφυγών του. 0 κατηγορούμενος με την ανωτέρω ενέργεια του έβλαψε τα οικονομικά συμφέροντα του πελάτη του (εντολέα) Γιατί συνέπεια της μη καταβολής των παραβόλων θα ήταν η απόρριψη των ασκηθεισών προσφυγών του εγκαλούντα, ο οποίος υποχρεώθηκε να ξανακαταβάλει το ποσό της αξίας των τεσσάρων παραβόλων. Στις 27/6/2005 εκδόθηκε σε βάρος του εγκαλούντα η με αρίθμ. 24/2005 διάταξη από την Ανακρίτρια του Β τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης επιβάλλοντας σ αυτόν (εγκαλούντα)μεταξύ άλλων και τον περιοριστικό όρο της εγγυοδοσίας ποσού 12.000 ευρώ με ομόφωνη πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης μετά την απολογία αυτού (εγκαλούντα) για το έγκλημα της απιστίας σε βάρος του δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλου χρηματικού ποσού, που υπερβαίνει το ποσό των 146.735 ευρώ και αφορά επιστροφές ενδοκοινοτικών παραδόσεων σε μη δικαιούμενα πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος αντί να καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Θεσσαλονίκης κατακράτησε το ανωτέρω χρηματικό ποσό ιδιοποιούμενος και πάλι τούτο παράνομα. Επειδή δεν εκπληρώθηκε ο ανωτέρω περιοριστικός όρος (της εγγυοδοσίας) η ιδία ανωτέρω Ανακρίτρια με ομόφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με την αρίθμ. 43/1/6/2005 διάταξη της ανακάλεσε την προαναφερόμενη διάταξη της διατάσσοντας την σύλληψη και προσωρινή κράτηση του εγκαλούντα ως κατηγορουμένου και η οποία εκτελέστηκε στις 2/12/2006. Ο κατηγορούμενος τον Ιούλιο του ιδίου έτους (2005) ανακοίνωσε στον εγκαλούντα πως έπρεπε να καταβάλει το χρηματικό ποσό των 3000 ευρώ ως συμπληρωματική εγγύηση της τεθείσας με την αρίθμ 24/2005 διάταξης της ιδίας ανωτέρω Ανακρίτριας. Ο εγκαλών πείστηκε στον ανωτέρω ισχυρισμό του κατηγορουμένου και κατέβαλε προς αυτόν το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 3000 ευρώ, το οποίο κατακρατήθηκε και ιδιοποιήθηκε από αυτόν. Ο κατηγορούμενος έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του εγκαλούντα παρέστησε ψευδώς προς αυτόν σχετικά με την επιβολή της συμπληρωματικής εγγυήσεως του παραπάνω χρηματικού ποσού. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος συνεχίζοντας την εγκληματική του δραστηριότητα και έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του εγκαλούντα έπεισε αυτόν με την ψευδή ανακοίνωση και πέτυχε να εισπράξει παράνομα χρήματα με αντίστοιχη βλάβη του καταβάλλοντα (εγκαλούντα) Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε προς αυτόν πως έπρεπε να καταβάλει το χρηματικό ποσό των 12.000 ευρώ στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ως εγγύηση για την συζήτηση του τεθέντος περιοριστικού όρου από την παραπάνω Ανακρίτρια. Διαδικασία που δεν προβλέπεται από τον νόμο. Ο εγκαλών πείστηκε στους ισχυρισμούς και ανακοινώσεις του κατηγορουμένου και κατέβαλε προς αυτόν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 15.000 ευρώ (3000+12.000=15.000 ευρώ). Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου στο εφετήριο του περί συνδρομής της έμπρακτης μετάνοιας του άρθρου 379 του ΠΚ είναι απορριπτέοι, αφού η επίκληση της καταβολής των υπεξαιρεθεντων χρηματικών ποσών και αποκτηθέντων μετά τις ψευδείς ανακοινώσεις και ισχυρισμούς έχουν συντελεστεί μετά την υποβολή στις 1/3/2005 εγκλήσεως του Ψ (εγκαλούντα) σε βάρος του και κάτω από τον φόβο των συνεπειών των σε βάρος του διωκομένων πράξεων. Εκτός τούτου οι διατάξεις περί έμπρακτης μετάνοιας δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις διώξεως σε βαθμό κακουργήματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ικανοποίηση ολικά ή εν μέρει του παθόντα δεν συντελέστηκε αυθόρμητα και αυτόβουλα αλλά κάτω από την πίεση της αποκάλυψεως των διωκομένων πράξεων μετά την υποβολή της σε βάρος του εγκλήσεως (ΑΠ 135/97 Υπέρ. 1998 σελ 537, ΆΠ 412/2002, ΑΠ 1199/2003, ΑΠ 716/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ) . Εκ των ανωτέρω συνάγεται πως έχουν συντελεστεί τα διωκόμενα σε βάρος του εκκαλούντα εγκλήματα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ εξακολούθηση, που συντελέστηκε με κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης από εντολοδόχο, της απάτης κατ ' εξακολούθηση και της απιστίας δικηγόρου κατ εξακολούθηση (άρθρα 98 παρ. 1, 375 παρ. 1, 2, 386 παρ. 1 α, 233 παρ. 1 περ. α του ΠΚ)" Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, εκθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω σε βαθμό κακουργήματος, εγκλήματος της υπεξαιρέσεως ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (20.262 ευρώ) κατ' εξακολούθηση, έγκλημα για το οποίο και μόνο πλήττεται το βούλευμα με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, τελεσθέν υπό του κατηγορουμένου δικηγόρου ως εντολοδόχου του εγκαλούντος, για τα οποίο, μεταξύ άλλων ( απάτης και απιστίας δικηγόρου), παραπέμπεται και που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,27 παρ.1, 98, 375 παρ. 1,2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά και το προσβαλλόμενο βούλευμα δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του κατηγορουμένου, υπό τα παραπάνω δεκτά . γενόμενα πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών, που δέχεται τέλεση υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, αφού δέχεται εκ μέρους^ου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δικηγόρου, τελούντος σε γνώση τούτων, ως εντολοδόχου, ιδιοποίηση, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, των χρημάτων του εγκαλούντος εντολέως πελάτη του, συνολικού ποσού 20.262 ευρώ, που δέχεται ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και που του είχε αυτός παραδώσει, όχι ως δάνειο, αλλά για να καταθέσει, ποσό 8.262 ευρώ για παράβολο απαιτούμενο στο πλαίσιο προσφυγών του που είχε ασκήσει στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ποσό 12.000 ευρώ για κάλυψη εγγυοδοσίας που του είχε επιβάλει η Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, υπεξαίρεση που έλαβε χώρα με την ενσωμάτωση υπ'αυτού των ξένων χρημάτων μαζί με άλλα δικά του χρήματα, προς βλάβη των συμφερόντων του πελάτη του εγκαλούντος, υπήγαγε σωστά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε ήτοι ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1,2 του ΠΚ. Επίσης, με την παραδοχή, ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου τμηματική και μερική απόδοση των υπεξαιρεθέντων χρημάτων στον εγκαλούντα, ( 9.000 ευρώ), δεν έλαβε χώρα οικειοθελώς, πριν εξετασθεί οπωσδήποτε από τις αρχές, χωρίς την επίδραση εξωτερικών αιτίων, αλλά μετά την υποβολή στις 1-3-2007 της κατ'αυτού εγκλήσεως και την άσκηση της ποινικής διώξεως προς αποφυγή των συνεπειών του νόμου και δε συνέτρεχαν επομένως οι όροι εφαρμογής του άρθρου 379 παρ. 1 του ΠΚ, περί εμπράκτου μετανοίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δικηγόρου ότι δεν αποδείχθηκε ο δόλος και δη η πρόθεση αυτού για ιδιοποίηση των χρημάτων της πολιτικώς ενάγουσας εγκαλούσας εταιρείας, ότι δεν είχε σκοπό προκλήσεως βλάβης στα συμφέροντα του εγκαλούντος πελάτη του, καθόσον αυτός απέδωσε τμηματικά και ολοσχερώς τόσο το ποσό του δανείου όσο και τα άλλα ποσά που έλαβε, καθώς και ότι προέβη σε τμηματική καταβολή όχι από φόβο, λόγω της σε βάρος του υποβληθείσας εγκλήσεως, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, γιαυτό και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και δη των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 462, 463 και 482 παρ.1 ΚΠοινΔ, οι οποίες προβλέπουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 285, 286, 291 και 287 παρ.2 και 5 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν για την παράταση της προσωρινής κρατήσεως και για την αντικατάσταση των τεθέντων περιοριστικών όρων και πως επιλύεται κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση ως προς την παράταση ή τη συμπλήρωση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κρατήσεως ή την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων, προκύπτει ότι το βούλευμα που αποφαίνεται επί αιτήσεως του κατηγορουμένου για την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως με περιοριστικούς όρους ή την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με άλλους, δεν υπόκειται σε αναίρεση, αφού για τις περιπτώσεις αυτές δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφορικά με την απόρριψη από αυτό του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αντικαταστάσεως των τεθέντων σε αυτόν περιοριστικών όρων, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 8/22-6-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του 490/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαϊου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ