Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 153 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.




Περίληψη:
Κακουργηματική απάτη. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.




Αριθμός 153/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Γκούσκο, για αναίρεση της 68/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον ......, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 536/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Περαιτέρω, κατά την παρ.3 εδ. α' και β' του ίδιου άρθρου 386 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 Ευρώ) ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών [73.000 ευρώ]. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Κατά δε την παρ.2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999, για το άθροισμα του ποσού και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από το Ν.2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχτεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ασχολείτο από πολλά χρόνια επαγγελματικά με τη διαμεσολάβηση και απόκτηση ακινήτων που προέρχονται από πλειστηριασμούς ή εκποιούνται στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας, σε μικρές σχετικά τιμές, για λογαριασμό του ίδιου ή τρίτων, εντολέων του, με κέρδος από τη μεταπώληση ή από προμήθειες που συμφωνούσε. Στο πλαίσιο αυτό, αρχές Ιουνίου του 1996, ο κατηγορούμενος ανέφερε στο δικηγόρο ...., γνωστό του από το 1965, ότι επίκειται ένας συμφέρων πλειστηριασμός ενός ακινήτου (βίλας) στο ...... που ανήκει στην πτωχευτική περιουσία του ...... Την πληροφορία αυτή ο άνω δικηγόρος μετέφερε στο ζεύγος ...... (εγκαλούντος) και ακολούθησε συνάντηση αρχές Ιουνίου 1996 του εγκαλούντος με τον κατηγορούμενο στο γραφείο του άνω δικηγόρου του και εκεί ο κατηγ/νος διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα, ότι επίκειται πτωχευτικός πλειστηριασμός του άνω ακινήτου και ότι ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να συμμετάσχει στον πλειστηριασμό αυτό και να επιτύχει την κατακύρωση του άνω ακινήτου στη συμφέρουσα, πολύ κατώτερη της πραγματικής αξίας, τιμή των 147.000.000 δρχ. και για να τους πείσει να του δώσουν τη σχετική εντολή και προκαταβολή των 10.000.000 δρχ, για να ξεκινήσει δήθεν τη διαδικασία συμμετοχής του στη σχετική πλειοδοσία, ποσό που του κατέβαλε ο εγκαλών στις 4/6/1996, τον διαβεβαίωσε ότι αυτός είναι "ασπρογέρακος και όχι μαύρο κοράκι", ότι έχει μεγάλη ατομική ακίνητη περιουσία και συγκεκριμένα, γραφείο στην οδό ...., ακίνητο μεγάλης έκτασης στο ..... και κτήμα με κατοικία στη ..... με πισίνα, όπου κατοικεί, αποθήκες με χαλιά και κλιματιστικά μεγάλης αξίας και καταθέσεις σε τράπεζες άνω των 100.000.000 δρχ, ενώ όλα αυτά ήταν εντελώς ψευδή, δεν επέκειτο ο άνω πλειστηριασμός και ο κατηγορούμενος δεν είχε στην ιδιοκτησία του τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία (βλ. καταθέσεις μαρτύρων). Στη συνέχεια του σχεδίου εξαπάτησης και παράνομου περιουσιακού οφέλους που είχε καταστρώσει ο κατηγ/νος, υποδείξας τη βίλα που δήθεν θα εκπλειστηριάζετο, που ο εγκαλών και η μάρτυρας σύζυγος του την είδαν και τους άρεσε στην οδό .... και έζησαν το όνειρο ότι θα την αποκτήσουν στην παραπάνω μικρή τιμή, χωρίς να τους δώσει συγκεκριμένα στοιχεία για τον πλειστηριασμό, που ουδέποτε έγινε καl ούτε επέκειτο, ζήτησε και ο εγκαλών του κατέβαλε στις 7/6/1996 25.000.000 δρχ, προς συμπλήρωση δήθεν της απαιτούμενης εγγύησης συμμετοχής στον πλειστηριασμό, λόγω της μεγάλης αξίας του ακινήτου. Στη συνέχεια, επαναλαμβάνοντας τις ψευδείς ως παραπάνω διαβεβαιώσεις του, ώστε να του έχουν εμπιστοσύνη γιατί είχε τεράστια ως άνω περιουσία, έπεισε τον εγκαλούντα και του κατέβαλε επίσης για τον ίδιο σκοπό, στις 25/6/1996 ποσό 12.500.000 δρχ και στις 10/7/1996 ποσό 22.500.000 δρχ, υπογράψας ο κατηγορούμενος και σχετικές αποδείξεις είσπραξης. Ακολούθως ο κατηγορούμενος συνέχισε να υπόσχεται ότι από ημέρα σε ημέρα θα επιτύχει την κατακύρωση υπέρ του εγκαλούντος, προφασιζόμενος διάφορα εμπόδια από άλλους ενδιαφερόμενους, αργότερα δε αναβολές του πλειστηριασμού, λόγω δικαστικών διακοπών, ότε ήλθε ο Οκτώβριος του 1996 και τότε πλέον ο εγκαλών αντιλήφθηκε ότι είχε πέσει θύμα απάτης και ζήτησε επιστροφή του ως άνω ποσού των 70.000.000 δρχ, που είχε συνολικά καταβάλει. Ο κατηγορούμενος μετά από πολλά ψέματα και αναβολές και υπό την απειλή μήνυσης, επέστρεψε στον εγκαλούντα 10.000.000 δρχ στις 14/11/1996, 10.000.000 δρχ στις 6/12/1996 και 5.000.000 δρχ στις 17/3/1997 με συναλλαγματικές και επίσης 4.000.000 δρχ στις 14/4/1997.Τελικά μέχρι σήμερα ο κατηγ/νος επέστρεψε, όπως κατέθεσε ο εγκαλών, 34.000.000 δρχ, οφειλών το υπόλοιπο ποσό των 36.000.000 δρχ, κατά το οποίο αυτός παράνομα ωφελήθηκε, επί ζημία του εγκαλούντος, ο οποίος, σε έρευνα που διενήργησε ο ίδιος και ο άνω δικηγόρος του ...., διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε ουδείς πλειστηριασμός στο προσκήνιο με την πτωχευτική ή άλλη διαδικασία του άνω ακινήτου στην οδό ....., στο όνομα μάλιστα πτωχευτικής περιουσίας ....., όπως ψευδώς διαβεβαίωσε ο κατηγορούμενος. Επίσης ουδεμία ακίνητη περιουσία και κινητή περιουσία που προαναφέρθηκε υπήρχε στο όνομα του κατηγορουμένου, όπως ψευδώς διαβεβαίωσε (βλ. κατάθεση εγκαλούντος).Όπως δε κατέθεσε η σύζυγος του εγκαλούντος, ο κατηγορούμενος έμαθε ότι έχει εξαπατήσει και πολλούς άλλους, τους έλεγε δε πειστικά "ελάτε στη βίλα μου στη ..... από εμένα κανείς δεν έχει χάσει, έχω μεγάλη επιφάνεια", είχε ταλέντο να πείθει ο κατηγ/νος, αν δεν μας διαβεβαίωνε ότι έχει περιουσία, δεν θα προβαίναμε στη συναλλαγή μαζί του. Από την επανειλημμένη δε ως άνω τέλεση της απάτης, στις 4/6/96, 7/6/96, 25/6/96 και 10/7/96, μέσα σε 40 ημέρες την τέλεση απατών και στο παρελθόν σε βάρος άλλων, από το σχέδιο που είχε καταστρώσει και την υποδομή που είχε διαμορφώσει, όχι ευκαιριακά, αλλά με οργανωμένη ετοιμότητα με υπόδειξη συγκεκριμένης βίλας που θα εκπλειστηριαζόταν σε τιμή ευκαιρίας λόγω πτώχευσης, προσέγγιση μέσω δικηγόρου φίλου του των θυμάτων, τμηματική είσπραξη μεγάλων ποσών για δήθεν εγγύηση συμμετοχής, εμφάνιση αυτού ως πλουσίου, με ακίνητη και κινητή περιουσία μεγάλης αξίας και με μεγάλη γνώση και εμπειρία συμμετοχής σε πλειστηριασμούς, προκύπτει σκοπός του κατηγ/νου για πορισμό εισοδήματος, αλλά, ελλείψει άλλου επαγγέλματος αυτού, και σταθερή ροπή αυτού προς διάπραξη απατών, ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Συνεπώς ο κατηγ/νος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κακουργηματικής απάτης, διαπραχθείσας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, 70.000.000 δρχ, ποσό από το οποίο ο κατηγ/νος ήδη έχει επιστρέψει μόνο 34.000.000 δρχ.". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το κατ' έφεση δίκασαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για απάτη, κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 (15000 ευρώ) και επέβαλε για την πράξη αυτή ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα καl χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α , 27 παρ. 1, 13 περ. στ, 98, 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα προσδιορίζεται σαφώς και αιτιολογείται πλήρως, ο τρόπος της παραπλάνησης του εγκαλούντος εκ μέρους του αναιρεσείοντος, δια της παραστάσεως, εν γνώσει του, ψευδών γεγονότων ως αληθών, των οποίων μάλιστα γίνεται και συγκεκριμένος προσδιορισμός, ο σκοπός του αναιρεσείοντος για την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους, η πρόκληση και το συνολικό ύψος της ζημίας και του αντίστοιχου οφέλους του κατηγορουμένου, η συνδρομή στο πρόσωπο του τελευταίου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της απάτης, κατ' εξακολούθηση, της οποίας ακόμη προσδιορίζεται και αιτιολογείται ο τρόπος τέλεσης των επί μέρους πράξεων. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αφού στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του δεν αναφέρεται και αυτή, είναι αβάσιμη και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ναι μεν κατά τον προσδιορισμό, κατ' είδος, των αποδεικτικών μέσων δεν γίνεται ειδική μνεία γι' αυτήν, όμως από το σύνολο του σκεπτικού προκύπτει σαφώς ότι ελήφθη και η κατάθεση αυτή υπόψη, δοθέντος ότι για την επιβεβαίωση πραγματικών περιστατικών που το Δικαστήριο δέχεται ως αληθινά, τούτο παραπέμπει στη συγκεκριμένη κατάθεση με την ένδειξη (βλ. κατάθεση εγκαλούντος). Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, oι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από υπ'αριθμ.1336/11-2-2008 αίτηση του .....κατοίκου ..... για αναίρεση της με αριθ.68/9-1-2008 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 20 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή