Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 184 / 2014    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Εκδίκαση υπόθεσης από τον ’ρειο Πάγο, Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.




Περίληψη:
Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων αναγκών σε δημοτική επιχείρηση. Αδιάφορη η μεσολάβηση χρονικού διαστήματος μείζονος των τριών μηνών μεταξύ δύο ανανεώσεων. Σύμβαση που έληξε την 4-1-2004 και ανανεώθηκε με τους ίδιους όρους την 25-5-2004 λογίζεται ενεργής την 19-7-2004, ημέρα έναρξης της ισχύος του άρθρου 11 π.δ. 164/2004. Αναιρεί για κακή εφαρμογή της διάταξης, κρατεί την υπόθεση και απορρίπτει την έφεση κατ ουσία.




Αριθμός 184/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 26η Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Λιολιοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ" (ΚΕΔΑ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, ως καθολικής διαδόχου της δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ", όπως εκπροσωπούνταν νομίμως, που εδρεύει στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΗΜΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ" (ΕΔΑΝΑΛ), όπως εκπροσωπούνταν νομίμως, που εδρεύει στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μαριωρά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2010 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 20/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 930/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-2-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώθηκε.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Με το π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134) μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, όσον αφορά στους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου (L 175) σχετικά με την από 18-3-1999 συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (CES), της Ένωσης των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών (UNICE) και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Επιχειρήσεων (CEEP). Στο άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφ' όσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. (...) 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου". Παρά ταύτα, στο άρθρο 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, ως μεταβατική ρύθμιση, όλως ειδικά ανεκτή συνταγματικώς (ΑΠ 896/2012, ΣτΕ 3482/2010, 634/2010), για την τακτοποίηση εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρο 103 παρ.7 και 8, ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζεται ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (...). γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση (...)". Και στο άρθρο 11 παρ.5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι "Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης". Σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' του π.δ. 164/2004, ως "δημόσιος τομέας" χαρακτηρίζεται αυτός που οριοθετείται "από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν (...)". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 51 παρ.1 περ. β' του ν. 1892/1990, στο δημόσιο τομέα υπάγονται και τα ΝΠΔΔ, στα οποία συγκαταλέγονται και οι ΟΤΑ. Και κατά τα άρθρα 1 παρ.3 του ν. 2527/1997 και 10 παρ.5 του ν. 3051/2002, οι επιχειρήσεις των ΟΤΑ υπάγονται στο σύστημα του ν. 2190/1994 ως προς την πρόσληψη του διοικητικού και μη προσωπικού αυτών όλων των κατηγοριών, με εξαίρεση μόνο του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των διευθυνόντων υπαλλήλων. Έτσι, οι δημοτικές επιχειρήσεις, ως προς την πρόσληψη του προσωπικού τους, λογίζονται φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο ισχύουν οι ως άνω περιοριστικές των προσλήψεων ρυθμίσεις, καθώς και οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και του ν. 2190/1994 (ΑΠ 197/2008). Περαιτέρω, στα άρθρα 2 και 3 του π.δ. 164/2004 καθορίζεται η προσήκουσα διοικητική διαδικασία για την αναγνώριση των συμβάσεων εργασίας, που εμπίπτουν στις ως άνω εξαιρέσεις, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου. Ο καθορισμός της διαδικασίας αυτής, όμως, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του εις αυτά ανατεθειμένου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν σε μια σύμβαση ή σχέση της κατηγορίας αυτής το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (ΑΠ 590/2011). Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).
2.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων (εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων) είχε προσληφθεί από την εναγομένη (εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη) δημοτική επιχείρηση, με την από 2-1-2001 σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για να απασχοληθεί στα καθήκοντα του υδραυλικού - συντηρητή των πάσης φύσεως εγκαταστάσεων που εμπίπτουν στις δραστηριότητές της. Ότι από τότε απασχολήθηκε μέχρι την 30-4-2003, ήτοι επί 28 μήνες, οπότε έληξε η πρώτη σύμβασή του. Ότι προσλήφθηκε εκ νέου την 5-5-2003, από την ίδια επιχείρηση, για να εργασθεί με τα ίδια καθήκοντα. Ότι από τότε απασχολήθηκε μέχρι την 4-1-2004, ήτοι επί 8 μήνες, οπότε έληξε η δεύτερη σύμβασή του. Ότι, για τρίτη φορά, προσλήφθηκε την 25-5-2004 από τον ίδιο φορέα και με τους ίδιους όρους, όπου εξακολουθούσε να απασχολείται και κατά την 19-7-2004, ημέρα έναρξης της ισχύος του π.δ. 164/2004. Ότι, τέλος, με αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνέχισε έκτοτε να απασχολείται μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ότι ο ενάγων παρείχε εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη των αρμοδίων οργάνων αυτής, σε καθημερινή βάση και με πλήρες ωράριο, όπως ακριβώς συνέβαινε και με το υπόλοιπο, μόνιμο προσωπικό της. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 για να αναγνωρισθεί ότι οι αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας, που ο αναιρεσείων είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη, είχαν το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Η κρίση αυτή στηρίχθηκε στο ότι κατά την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7-2004) η τρίτη από τις ως άνω συμβάσεις, η οποία είχε καταρτισθεί την 25-5-2004, ήταν μεν ενεργής, αλλά δεν είχε τη χρονική διάρκεια που απαιτούσαν οι διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004. Και στο ότι το χρονικό διάστημα των 36 μηνών, κατά το οποίο ο αναιρεσείων είχε απασχοληθεί από την αναιρεσίβλητη με τα ίδια καθήκοντα και με τους ίδιους όρους, σε εκτέλεση της πρώτης και της δεύτερης από τις ένδικες συμβάσεις, δεν μπορούσε να προσμετρηθεί ως συνολικός χρόνος εργασίας, επειδή οι συμβάσεις εκείνες, από τη λήξη των οποίων (4-1-2004) μέχρι την έναρξη της τρίτης σύμβασης (25-5-2004) είχε μεσολαβήσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 3 μηνών (ήτοι διάστημα 4 μηνών και 21 ημερών), δεν μπορούσαν να συνδεθούν ως "διαδοχικές" με την τρίτη. Με την κρίση αυτή, όμως, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, διότι προκειμένου να χαρακτηρίσει ως διαδοχικές κατά την έννοια αυτών τις συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας που συνήφθησαν και λειτούργησαν μεταξύ των διαδίκων απαίτησε ως προϋπόθεση τη μη παρεμβολή χρονικού διαστήματος μείζονος των τριών μηνών μεταξύ δύο εξ αυτών, ήτοι προϋπόθεση η οποία δεν τίθεται από τις διατάξεις αυτές. Όπως προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.1), προϋποθέσεις εν προκειμένω ήσαν και συνέτρεχαν αφ' ενός το να υπάρχει ενεργής σύμβαση και αφ' ετέρου να έχει συμπληρωθεί 24μηνη συνολική, χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων, κατά την 19-7-2004. Το εάν μεταξύ δύο εκ των συμβάσεων αυτών είχε παρεμβληθεί χρόνος 4 μηνών και 21 ημερών ήταν αδιάφορο και δεν καταργούσε τη διαδοχικότητά τους. Πράγματι, η εκ του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 παραπομπή στο άρθρο 5 παρ.1 αυτού έχει την έννοια της αναφοράς στην κατηγορία των απαγορευμένων, και κατά συνέπεια άκυρων (ΑΚ 174), διαδοχικών συμβάσεων, οι οποίες, κατ' εξαίρεση, ισχυροποιούνται και καθίστανται αορίστου χρόνου με τη συγκεκριμένη, μεταβατική διάταξη και όχι της θέσπισης πρόσθετης προϋπόθεσης για το χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως διαδοχικών (ήτοι, το να μην μεσολαβεί χρονικό διάστημα μείζον των τριών μηνών, μεταξύ αυτών). Διότι, η προϋπόθεση αυτή, εάν, πράγματι, υπήρχε εξ αρχής, θα απέκλειε την ακυρότητα. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013, "Αν ο ’ρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης, τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, η οποία, μετά την απόρριψη της κυρίας βάσεως, ως μη νόμιμης, είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το τελευταίο, εφαρμόζοντας τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, είχε αναγνωρίσει ότι ο ενάγων, κατόπιν εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, συνδέεται, αληθώς, με την εναγομένη με σύμβαση αορίστου χρόνου. Η κρίση αυτή, σύμφωνα με τα όσα έχουν αναπτυχθεί στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας, υπήρξε ορθή. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει η έφεση, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τέλος, η εναγομένη, εκκαλούσα και αναιρεσίβλητη, που ηττάται, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της κατά την έκκλητη και την αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 930/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη, από 7-10-2010 έφεση κατά της 20/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα τρεις χιλιάδες διακόσια (3.200) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2013. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή