Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1179 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο (έφεση) ως εκπρόθεσμο. Αγνώστου διαμονής. Λόγοι έφεσης για ακυρότητα επίδοσης, διότι δεν αναφέρεται το όνομα του Δημάρχου. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Επίκληση λόγου ακυρότητας επιδόσεως εκκαλούμενης αποφάσεως, που δεν αναφέρεται στην έφεση. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1179/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πιστικό, για αναίρεση της 64070/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 243/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και εκ της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορουμένος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 64070/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Aθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 58544/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί για παράβαση του άρθρου 17 παρ.1,8 του ν.1337/83 σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών , η οποία μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ δρχ. την ημέρα, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από την ένορκη κατάθεση της προταθείσας από την εκκαλούσα μάρτυρος που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας και την εν γένει συζήτηση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από 10 Απριλίου 2006 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή του αρχιφύλακα ..., που αναγνώστηκε δημόσια στο ακροατήριο, η εκκαλούμενη, με αριθμό 58544/2003 ερήμην της εκκαλούσας εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε σ'αυτήν ως άγνωστης διαμονής, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε χωρίς αποτέλεσμα στην τελευταία γνωστή στην επιδούσα Εισαγγελική Αρχή διεύθυνση της κατοικίας της, στην οδό ..., την 10-4-2006, στην οποία (διεύθυνση) είχε αναζητηθεί εξ' άλλου χωρίς αποτέλεσμα και την 21-2-2003, οπότε επιδόθηκε σ'αυτήν ως άγνωστης διαμονής και το κλητήριο θέσπισμα (βλ. το από 21-2-2003 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος προς άγνωστης διαμονής κατηγορούμενο της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ...). Η ασκηθείσα από την εκκαλούσα έφεση, έλαβε χώρα στις 7-2-2008, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2032/7-2-2008 έκθεση εφέσεως, ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης κατ' άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Ποιν.Δ. προθεσμίας άσκησής της, των τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης. Περαιτέρω, από το προαναφερθέν από 10-4-2006 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα ..., προκύπτει ότι η επίδοση της εκκαλουμένης, έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 του Κ.Ποιν.Δ. και συγκεκριμένα, προς την υπάλληλο του Δήμου Ψυχικού ..., την οποία είχε ορίσει για το σκοπό αυτό ο Δήμαρχος Ψυχικού, η οποία φρόντισε για την τοιχοκόλληση του εγγράφου αυτής (εκκαλούμενης απόφασης) στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου, αφού προηγουμένως ο ως άνω αρχιφύλακας, αναζήτησε χωρίς αποτέλεσμα την εκκαλούσα - κατηγορουμένη, στην τελευταία ως άνω γνωστή στην επιδούσα Εισαγγελική Αρχή, διεύθυνση της κατοικίας της και αφού διαπίστωσε ότι ήταν άγνωστη η διαμονή της και αφού προηγουμένως αναζήτησε χωρίς αποτέλεσμα κάποιο από αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. πρόσωπα, για να επιδώσει την απόφαση. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η διεύθυνση στην οποία αναζητήθηκε χωρίς αποτέλεσμα η εκκαλούσα (στην οδό ...) ήταν η διεύθυνση της κατοικίας της, την οποία η ίδια η εκκαλούσα δήλωσε προανακριτικά, με την από 5-10-1998 ένστασή της που υπέβαλε ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου Αττικής κατά της υπ' αριθμ. 1/21-9-98 έκθεσης αυτοψίας αυθαιρέτου κτίσματος, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε με την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση. Και επομένως, η διεύθυνση αυτή της κατοικίας της, ήταν η τελευταία γνωστή, στην ως άνω επιδούσα Εισαγγελική Αρχή, διεύθυνση της κατοικίας της. Εξ άλλου, η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, στην προαναφερθείσα έκθεση εφέσεως και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε εγγράφως στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου ο συνήγορος υπεράσπισής της, δεν αναφέρει ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην ως άνω εισαγγελική αρχή, που έχει παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, τη διεύθυνση της κατοικίας της που επικαλείται ότι είχε, ήτοι στην οδό ... στα ... (όπου όπως επικαλείται ότι κατοικεί από το έτος 1997) ούτε τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή την κατοικία της αυτή. Αντίθετα, όμως αορίστως ισχυρίζεται ότι ήταν γνωστή η τελευταία αυτή διεύθυνσή της στην επιδούσα Εισαγγελική Αρχή και ενώ ισχυρίζεται με τους προαναφερθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της ότι κατοικεί από το έτος 1997 στα ..., την 5-10-1998 στην προαναφερθείσα ένστασή της, ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων, δηλώνει ότι είναι κάτοικος ... και ότι η κατοικία της βρίσκεται επί της οδού .... Ενόψει των ανωτέρω, ορθά επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση στην εκκαλούσα - κατηγορουμένη, ως άγνωστης διαμονής και από ουδεμία ακυρότητα πάσχει η επίδοση αυτή και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εκκαλούσας. Εφόσον δε η έφεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) και να καταδικαστεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα".

ΙΙΙ. Από το έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι με την 58544/03 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με απούσα την αναιρεσείουσα, καταδικάσθηκε αυτή για παράβαση του άρ. 17 παρ.1,8 του ν.1337/85. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 7-2-2008 έφεση, με την οποία η εκκαλούσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, είχε προβάλει με αυτή, επί λέξει, ότι "ουδέποτε κλητεύθηκε να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 7-5-03, ουδέποτε της επιδόθηκε στη γνωστή διαμονή της στα ... (οδός ... στα ...), η δε επίδοση της άνω απόφασης κατά τη διαδικασία αγνώστου διαμονής είναι απολύτως άκυρη και δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα, εφόσον από το αποδεικτικό επιδόσεως της άνω απόφασης δεν προκύπτει πότε και σε ποιόν επιδόθηκε και, περαιτέρω δεν προκύπτει το όνομα του παραλαβόντος το επιδοτήριο υπαλλήλου του Δήμου ή αν ο παραλαβών ήταν εξουσιοδοτημένος για την παραλαβή της άνω απόφασης". Με όσα εξέθεσε η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα στην 2032/7-2-2008 έφεσή της, δεν πρόβαλε λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως (η επίκληση μόνο της μη γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας), αλλά ότι "ουδέποτε κλητεύθηκε να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 7-5-03" και ότι "ουδέποτε της επιδόθηκε στη γνωστή διαμονή της στα ... ( οδός ... στα ...". Επίσης πρόβαλε ακυρότητα του αποδεικτικού και της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, ως προς την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δίκασε ως εφετείο, η αναιρεσείουσα υπέβαλε εγγράφως, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι ανέπτυξε και προφορικώς, εκτός από τους περιεχόμενους και στην έφεση πιο πάνω ισχυρισμούς, ότι ουδέποτε της επιδόθηκε κλητήριο θέσπισμα προκειμένου να παραστεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος (όπως και της 58544/2003 πρωτοδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) με την διαδικασία της επιδόσεως σε αυτόν ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρες, η δε τοιαύτη ακυρότητα είναι απόλυτος, δοθέντος ότι ήταν γνωστής στην Εισαγγελία διαμονής στην οδό .... Ανεξαρτήτως, όμως του ότι ο κατ' αυτόν τον τρόπο υποβληθείς ισχυρισμός, δεν θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν( ΟλΑΠ 2/2005), η τυχόν ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος προς την αναιρεσείουσα, που για πρώτη φορά αυτή προέβαλε με τον πιο πάνω τρόπο, δηλαδή χωρίς λόγο έφεσης, καλύφθηκε και η στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προβολή εκ μέρους της κατηγορουμένης ήταν απαράδεκτη και δεν όφειλε το δικαστήριο να απαντήσει αιτιολογημένα, όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 174 παρ. 2 Κ.Π.Δ. IV. Η πιο πάνω αιτιολογία της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης, απόφασης του Δικαστηρίου είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως άγνωστης διαμονής και αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης 58544/2003 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 10-4-2006, η οποία προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα του αρχιφύλακα ..., όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως στις 7-2-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Εφόσον δε η εκκαλούσα, δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας της, νομίμως αυτή αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας της, που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή κατοικία της και δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία, σε σχέση με το αν αυτή διέμενε ή όχι στην παραπάνω διεύθυνση, εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Επίσης δεν υποχρεούται το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία για τους λόγους ανώτερης βίας (που τυχόν εμπόδισαν την εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης), αφού δεν έγινε από την εκκαλούσα επίκληση τέτοιων λόγων (η επίκληση μόνο της μη γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας). Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση από το Δικαστήριο αυτό του ως άνω αποδεικτικού επιδόσεως, που είναι αναγκαία για την έρευνα του σχετικού λόγου της υπό κρίση αναίρεσης, προκύπτει ότι η επίδοση της εκκαλουμένης, έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 του Κ.Π.Δ όπως αιτιολογημένα δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, και συγκεκριμένα, η επίδοση αυτή έγινε προς την υπάλληλο του Δήμου Ψυχικού ..., την οποία είχε ορίσει για το σκοπό αυτό ο Δήμαρχος Ψυχικού, η οποία φρόντισε για την τοιχοκόλληση του εγγράφου αυτής (εκκαλούμενης απόφασης) στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου, αφού προηγουμένως ο ως άνω αρχιφύλακας, αναζήτησε χωρίς αποτέλεσμα την εκκαλούσα - κατηγορουμένη, στην τελευταία ως άνω γνωστή στην επιδούσα Εισαγγελική Αρχή, διεύθυνση της κατοικίας της και αφού διαπίστωσε ότι ήταν άγνωστη η διαμονή της και αφού προηγουμένως αναζήτησε χωρίς αποτέλεσμα κάποιο από αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. πρόσωπα, για να επιδώσει την απόφαση. Επομένως οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης, ως προς την απόρριψη του περιεχόμενου στην έφεσή της πάνω ισχυρισμού της, για ακυρότητα της εν λόγω επίδοσης είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Δικαστήριο, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου, όπως επίσης συνεκτιμήθηκε και η δοθείσα στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης .... Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα , καθόσον εξ αυτών προκύπτει η γνωστή της διαμονή και ότι δεν έλαβε γνώση της εναντίον της ποινικής κατηγορίας, καθώς και η εν γένει βασιμότητα των προβληθέντων από αυτήν ισχυρισμών, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου το από 10-4-2006 αποδεικτικό επιδόσεως δεν πάσχει από κάποια ακυρότητα από το γεγονός ότι από προφανή παραδρομή ο αστυφύλακας που διενήργησε την επίδοση δεν διέγραψε από το έντυπο του αποδεικτικού επιδόσεως τη φράση: "στον Δήμαρχο Ψυχικού ή ", αφού σαφώς απ' αυτήν προκύπτει, ότι η επίδοση έγινε στην ορισμένη από αυτόν ( δηλαδή τον Δήμαρχο) υπάλληλο ..., τα σχετικά στοιχεία της οποίας έχουν συμπληρωθεί στο επιδοτήριο, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτουσα τον προβαλλόμενο με την έφεση σχετικό ισχυρισμό για ακυρότητα της επίδοσης.
Συνεπώς οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, ότι το Δικαστήριο "δεν απάντησε με σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί των ανωτέρω προϋποθέσεων εγκυρότητας της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής", είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Εξάλλου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αν και δεν είχε ειδική προς τούτο υποχρέωση, απάντησε στους πιο πάνω μη παραδεκτώς υποβληθέντες ισχυρισμούς, τους οποίους και απέρριψε με την προαναφερόμενη πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως αβάσιμους. Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι επιδόθηκε νομίμως, στις 21-2-2003, ως άγνωστης διαμονής, το κλητήριο θέσπισμα, όπως αυτό προκύπτει από το από 21-2-2003 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ....
V. Με τον υπό στοιχείο Ι. 3 λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ότι η πληττόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και αντιφατική, ως προς την εγκυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής, διότι, όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα, " ενώ δέχεται στο σκεπτικό της ότι προανακριτικά είχα δηλώσει ως διεύθυνση κατοικίας την οδό ... στο ..., εντούτοις θεωρεί ότι η επίδοση σ' εμένα ως άγνωστης διαμονής είναι έγκυρη, αφού ο δικαστικός επιμελητής με αναζήτησε στην ανωτέρω διεύθυνση και δεν με βρήκε" και ότι , εφόσον δέχθηκε ότι "προανακριτικά είχα δηλώσει ως κατοικία την οδό ... στο ..., θα έπρεπε σαφώς να αχθεί σε κρίση περί της ακυρότητας της επιδόσεως σ' εμένα ως άγνωστης διαμονής, αφού εκ του συνδυασμού των άρθρων 273 παρ. 1 εδ. γ και 104 παρ. 2 τελευταία περίοδος, που τέθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 34 παρ. 4 του Ν. 2172/1993, η επίδοση ποινικού δικογράφου προς πρόσωπο, το οποίο κατά την προανάκριση δήλωσε την διεύθυνση της κατοικίας του, γίνεται εγκύρως, αποκλειστικά και μόνο στη διεύθυνση αυτή...." . Οι αιτιάσεις, όμως αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης και προκύπτουν και από τα έγγραφα της δικογραφίας (αλλά κι όσα εκτίθενται στον αυτόν λόγο αναίρεσης), η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας της την οδό ... στο ..., στην από 5-10-1998 ένστασή της την οποία υπέβαλε ενώπιον του Πολεοδομικού Γραφείου του Μαρκοπούλου Αττικής κατά της υπ' 1/21-9-1998 έκθεσης αυτοψίας αυθαιρέτου του κτίσματος, και όχι εξεταζόμενη προανακριτικά, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 273 παρ.1γ του ΚΠΔ, ώστε να ισχύουν όσα στην αίτησή της αναφέρει. Επομένως ο πιο πάνω από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α και Δ του ΚΠΔ, όπως εκτιμάται, λόγος αναίρεσης, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VI. Περαιτέρω είναι αβάσιμος και απορριπτέος, και ο με τον υπό στοιχείο
ΙΙ ,από το άρθρο 510 παρ. Ι περ.Α του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα και για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με τις διαλαμβανόμενες σε αυτόν και μη περιεχόμενες στο εφετήριο αιτιάσεις, ότι η αναιρεσείουσα ποτέ δεν πληροφορήθηκε την ύπαρξη της εναντίον της κατηγορίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 58544/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και ποτέ δεν της επιδόθηκε κλητήριο θέσπισμα ή κλήση να παρασταθεί κατά την εκδίκαση της εναντίον της κατηγορίας και ότι όλες οι επιδόσεις που φέρονται να έγιναν σε αυτήν έγιναν ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτή είχε γνωστή διαμονή, αφού από το 1997 κατοικεί μόνιμα στα ... επί των οδών .... Σύμφωνα με όσα έγιναν ήδη δεκτά πιο πάνω, κατά τις αιτιολογημένες παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης, η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα κλητεύθηκε νομίμως να παραστεί και να δικασθεί για την αποδιδόμενη και γνωστή σε αυτή κατηγορία, ως αγνώστου διαμονής, τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και επομένως ουδεμία επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας ή παραβίαση του άρθρου 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ . Κατά τα λοιπά οι διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αιτιάσεις, που επαναλαμβάνουν όσα και στους προηγούμενους λόγους αναίρεσης αναφέρονται, σχετικά με το ότι, από τα μνημονευόμενα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε γνωστή διαμονή, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. VII. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς Aπορρίπτει την 10/30-1-2009 αίτηση της ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της 64070/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή