Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2102 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2102/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Τσιλιμιδό, περί αναιρέσεως της 560/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31.3.2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 651/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το oποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά την εκτέλεση οποιουδήποτε οικοδομικού έργου, επιβάλλει στους κατά το νόμο υπευθύνους του έργου η διάταξη του άρθρου 1 του ΠΔ 778/1998 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, κατά την οποία "επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, χρωματισμού οικοδομών... τηρούνται υπό των κατά νόμο υπευθύνων του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 7 του ιδίου ΠΔ που ορίζει ότι εις το ύψος οροφής ισογείου και τουλάχιστον εις ύψος τριών μέτρων και πεντήκοντα εκατοστών (3,50) του μέτρου από του πεζοδρομίου τοποθετείται απαραιτήτως προστατευτικό προστέγασμα. Εξάλλου, υπεύθυνος του έργου είναι ο εργολάβος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 1396/1983, ο οποίος υποχρεούται να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας του έργου ως και ο επιβλέπων το έργο μηχανικός (αρθρ. 7 του ν. 1396/1983). Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 60/2009 απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι: "Εκ των κατηγορουμένων ο πρώτος, Χ1 είναι νόμιμος εκπρόσωπος και ομόρρυθμος εταίρος της εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία αναλαμβάνει επί κέρδει οικοδομικές και τεχνικές εργασίες ανοικοδομήσεως πολυωρόφων οικοδομών με εργολαβία, αντιπαροχή ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Στα πλαίσια της επαγγελματικής αυτής δραστηριότητας ο α' κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας ανέλαβε την ανέγερση πολυκατοικίας στο ... και επί των οδών .... Τη μελέτη και επίβλεψη ανεγέρσεως της ίδιας οικοδομής είχε αναλάβει ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός. Στις 30.4.2002 η μηνύτρια ...., καθώς εβάδιζε επί του πεζοδρομίου της οδού ... και κατά την στιγμή που διερχόταν από το σημείο της ως άνω ανεγειρόμενης οικοδομής έπεσε στο κεφάλι της μία ράβδος σιδήρου μήκους περίπου μισού μέτρου και διαμέτρου 14 χιλιοστών, από τα χέρια ενός εργάτη που εργαζόταν σσ' αυτήν (πολυκατοικία), σε εξωτερικό τοίχο και σε ύψος άνω των τριών μέτρων και πενήντα εκατοστών του μέτρου, με συνέπεια να τραυματισθεί η μηνύτρια και να υποστεί θλαστικό τραύμα του τριχωτού της κεφαλής. Η πτώση του σίδερου και ο συνεπεία αυτής τραυματισμός της μηνύτριας οφείλονται σε αμέλεια των κατηγορουμένων, οι οποίοι, ως κατασκευαστής ο πρώτος και επιβλέπων μηχανικός ο δεύτερος, δεν μερίμνησαν, όπως όφειλαν με βάση τις διατάξεις του νόμου (π.δ. 778/1980) να τοποθετήσουν προστατευτικό προστέγασμα στο ύψος της οροφής του ισογείου και τουλάχιστον σε ύψος τριών μέτρων και πενήντα εκατοστά του μέτρου (3 και 1/2) από την επιφάνεια του πεζοδρομίου προς αποφυγή ατυχημάτων, υποχρέωση την οποία είχαν σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος προεδρικού διατάγματος περί μέτρων ασφαλείας, ώστε εκ της παραλείψεως αυτής να επέλθει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, του τραυματισμού της παθούσας. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η μηνύτρια στην κατατεθείσα μήνυσή της ανέφερε ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος διερχόταν από τον αριθμό .... της οδού ... και όχι ..., όπου ανεγειρόταν η οικοδομή, δεν αναιρεί τ' ανωτέρω περί υπαιτιότητας των κατηγορουμένων για τον επελθόντα τραυματισμό της, αφού πρόκειται περί λανθασμένης αναγραφής της οδού, όπως από τ' ανωτέρω περιστατικά προέκυψε, δεδομένου μάλιστα ότι δεν αποδείχθηκε ότι ανεγειρόταν και άλλη οικοδομή επί της οδού ... αριθ. .... Ούτε, εξάλλου, είναι πειστικός, ούτε αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το σίδερο πιθανόν να εκτινάχθηκε από οικοδομή που κατεδαφιζόταν στην άλλη γωνία της οδού αυτής σε απόσταση 10-12 μέτρων, αφού το σίδερο έπεσε κατακόρυφα επάνω στο κεφάλι της παθούσας και όχι από άλλη κατεύθυνση και επί πλέον κατά τον χρόνο που αυτή διερχόταν από το σημείο της ανεγειρόμενης πολυκατοικίας και έμπροσθεν αυτής. Το αναφερόμενο στη δήλωσή της ότι έπεσε από ύψος δύο μέτρων και πενήντα εκατοστών του μέτρου από την επιφάνεια του πεζοδρομίου (απόσταση που δεν συμφωνεί πράγματι με το ύψος των τριών μέτρων και πενήντα εκατοστών του μέτρου που έπρεπε να απέχει το προστατευτικό προστέγασμα από την επιφάνεια του πεζοδρομίου), οφείλεται προφανώς σε λανθασμένο υπολογισμό της απόστασης. Τα περί της πτώσεως του σιδήρου από την οικοδομή των κατηγορουμένων αποδεικνύονται από την σαφή κατάθεση της μηνύτριας στο ακροατήριο, η οποία ακόμη αναφέρει ως προς το στάδιο των εργασιών ότι ήταν αυτό των σοβατισμάτων. Σε βοήθειά της μάλιστα αμέσως μετά το ατύχημα προσέτρεξαν εργάτες του συνεργείου που χρησιμοποιούσε ο πρώτος κατηγορούμενος. Ενισχυτικό δε της ανωτέρω κρίσεως περί πτώσεως του σιδήρου από την οικοδομή των κατηγορουμένων είναι και το ότι η εργολήπτρια εταιρεία έχει αποζημιώσει την παθούσα για τον επίδικο τραυματισμό της, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν δεν ήσαν οι κατηγορούμενοι υπαίτιοι της παραπάνω παραλείψεως. Αντίθετα, η κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως ..., δεν αποτρέπει τα προηγούμενα, διότι δεν είναι πειστική, αφού δεν ήταν παρών στο επίμαχο περιστατικό και επί πλέον δεν παρέχει σαφείς εξηγήσεις για την αιτία της πτώσεως του σιδήρου. Πέραν αυτών, σχετικά με τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων και την επ' αυτού κατάθεση του άνω μάρτυρός των, ότι η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των ελαιοχρωματισμών και ως εκ τούτου δεν είχαν υποχρέωση τοποθετήσεως προστατευτικού προστεγάσματος, επειδή οι εργασίες εκτελούνταν στο εσωτερικό της οικοδομής πρέπει να λεχθεί ότι είναι αβάσιμος, διότι, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε στάδιο ελαιοχρωματισμών, επί πλέον δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι, από τις σχετικές διατάξεις του π.δ. 778/1980 (άρθρα 1 και 11), δεν προβλέπεται δυνατότητα αφαιρέσεως του προστατευτικού στεγάστρου κατά το στάδιο των ελαιοχρωματισμών, αλλά αντίθετα διατήρηση αυτού μέχρι πέρατος όλων των εργασιών (εξωτερικών και εσωτερικών) της οικοδομής. Πρέπει, επομένως, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη που κατηγορούνται". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια με το ακόλουθο διατακτικό: Στην περιοχή του .... στις 30.4.2009, ενώ ήταν υπόχρεοι από το επάγγελμά τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά τους, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προξένησαν σωματική κάκωση σε άλλον, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη τους και συγκεκριμένα τυγχάνοντες ο μεν Χ1 νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που αναλαμβάνει επί κέρδει οικοδομικές και τεχνικές εργασίες ανοικοδομήσεως πολυωρόφων οικοδομών με εργολαβία, αντιπαροχή ή με οιονδήποτε άλλον τρόπο, και που είχε αναλάβει την ανέγερση πολυκατοικίας στο .... και ο Χ2, πολιτικός μηχανικός, που είχε αναλάβει τη μελέτη και την επίβλεψη αυτής, κατά την εκτέλεση των εργασιών της ανέγερσης της άνω οικοδομής δεν μερίμνησαν για την τοποθέτηση προστατευτικού προστεγάσματος (σκάφης), το οποίο θα τοποθετείτο στο ύψος της οροφής του ισογείου και τουλάχιστον σε ύψος τριών μέτρων και πενήντα εκατοστών (3,5) του μέτρου από του πεζοδρομίου, προς πρόληψη κινδύνου ατυχημάτων ή ρυπάνσεων, με συνέπεια κατά την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών ανεγέρσεως να ξεφύγει ένα κομμάτι σίδερο, μήκους μισού μέτρου και διαμέτρου 14 χιλιοστών από τα χέρια ενός εργάτη που εργαζόταν στην πολυκατοικία και στον εξωτερικό τοίχο αυτής σε ύψος περίπου 2,5 μέτρων και με δύναμη να πέσει στο κεφάλι της βαδίζουσας κατ' εκείνη τη στιγμή στο πεζοδρόμιο της οδού .... παθούσας ... και από την αιτία αυτή η πιο πάνω παθούσα να τραυματιστεί, παθαίνοντας τραύμα θλαστικό τριχωτού κεφαλής. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρία αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άνω άρθρων, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε. Ειδικότερα, αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το είδος της αμέλειας των αναιρεσειόντων (μη συνειδητή). Περαιτέρω διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως του άνω ποινικού αδικήματος της σωματικής βλάβης εξ αμελείας με παράλειψη, εγκειμένης στο ότι η κατηγορούμενοι, ο πρώτος ως εργολάβος και ο δεύτερος ως επιβλέπων μηχανικός, ήτοι ως υπεύθυνοι του οικοδομικού αυτού έργου, ενώ είχαν νομική υποχρέωση κατά τις διατάξεις του νόμου (ΠΔ 778/1980) να τοποθετήσουν προστατευτικό προστέγασμα στο ύψος της οροφής του ισογείου και τουλάχιστον σε ύψος τριών μέτρων και πενήντα εκατοστών του μέτρου από την επιφάνεια του πεζοδρομίου προς αποφυγή ατυχημάτων παρέλειψαν να πράξουν τούτο, με αποτέλεσμα εκ της πτώσεως σιδήρου να τραυματιστεί στο κεφάλι η παθούσα. Πλέον τούτων, ρητώς διαλαμβάνεται στην αιτιολογία ότι το σίδερο με το οποίο χτυπήθηκε η παθούσα, έπεσε από ύψος μεγαλύτερο των 3,5 μέτρων, η δε αναφορά στο διατακτικό ότι έπεσε από ύψος 2,5 μέτρων οφείλεται σε παραδρομή κατ' αντιγραφή του κατηγορητηρίου, αφού άλλωστε χωρίς ενδοιασμό η προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδει τούτο σε προφανή λανθασμένο υπολογισμό της απόστασης από την παθούσα. Έτσι, υπό τις παραδοχές αυτές, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων και δη ότι 1) δεν διαλαμβάνεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμέλειας αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος, 2) και αν είχε τοποθετηθεί το προστατευτικό προστέγασμα στο νόμιμο ύψος των 3,5 μέτρων από το πεζοδρόμιο δεν θα είχε αποτραπεί το άνω αποτέλεσμα, αφού το σίδερο έπεσε από χαμηλότερο ύψος, ήτοι των 2,5 μέτρων ως και ότι 3) δεν διαλαμβάνεται ο επιτακτικός κανόνας από τον οποίο προκύπτει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των κατηγορουμένων προς αποτροπή του άνω αποτελέσματος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και συνακολούθως οι θεμελιούμενοι επί των αιτιάσεων αυτών εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας ως λόγος της αναιρέσεως της απόφασης υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. Αυτό συμβαίνει και όταν, χωρίς να μεταβάλλεται ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως ή το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για το έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, δέχεται πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν είχε δεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο, που προσδίδουν στην πράξη μείζονα αντικειμενική απαξία, καθόσον στην περίπτωση αυτή επηρεάζεται δυσμενώς η κρίση του δικαστηρίου, ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής, εν όψει της διατάξεως του άρθρου 79 παρ.1 του ΠΚ, κατά την οποία, κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος, για την εκτίμηση της οποίας, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.2 του ιδίου άρθρου, αποβλέπει, πλην των άλλων, και στην προξενηθείσα από το έγκλημα βλάβη του φορέα του έννομου αγαθού, εναντίον του οποίου στράφηκε η εγκληματική πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς, ως ελέχθη, έγινε δεκτό ότι το σίδερο, με το οποίο τραυματίστηκε η παθούσα, έπεσε από ύψος άνω των 3,5 μέτρων, ενώ η εκκαλουμένη είχε δεχθεί ότι έπεσε από ύψος 2,5 μέτρων, ήτοι από ύψος χαμηλότερο εκείνου των 3,5 μέτρων που έπρεπε οι αναιρεσείοντες να είχαν τοποθετήσει το προστατευτικό προστέγασμα. Η παραδοχή όμως αυτή αναφέρεται στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και στον ακριβέστερο προσδιορισμό της πράξεως, ως εδικαιούτο και όφειλε να πράξει το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού μάλιστα, μετά την καθολική αναίρεση της προηγούμενης 2741/2007 εφετειακής απόφασης, η υπόθεση κρίθηκε καθ' ολοκληρία χωρίς να έχει τεθεί κάποιος νομικός ή ουσιαστικός περιορισμός με την αναιρετική 1421/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Δηλαδή, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πραγματικό περιστατικό που δεν προσδίδει στην πράξη μείζονα αντικειμενική απαξία που να επηρεάζει δυσμενώς την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής. Επομένως, με το να δεχθεί το Δικαστήριο της ουσίας ότι το σίδερο έπεσε από μεγαλύτερο των 3,5 μέτρων ύψος και τραυμάτισε την παθούσα, δεν υπερέβη την εξουσία του, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο της αναίρεσης, ο οποίος είναι αβάσιμος.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-03-2009 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 560/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε κάθε έναν αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή