Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2190 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Απόφαση. Πότε υπάρχει αιτιολογία στην απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη. Αιτιολογημένη η απόρριψη της εφέσεως του κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμης, αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος της νόμιμης επιδόσεως και εκείνος της ασκήσεως του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει αυτή. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 2190/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μπαμπίλη, περί αναιρέσεως της 39463/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1671/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται ότι το αληθές ονοματεπώνυμο του αναιρεσείοντος είναι Χκαι όχι, ως αναγράφεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, Χ-1. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού τυχόν εσφαλμένη αναγραφή του ονόματος του κατηγορουμένου στη δικαστική απόφαση δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως αυτής, κατά το άρθρο 510 § 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά ζήτημα επιλυόμενο κατά τις διατάξεις των άρθρων 564 επ. του ίδιου Κώδικα.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση, που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε με απόντα τον εκκαλούντα, τον χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 39.463/2008 απόφασή του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ κατά της 126.528/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 79 του Νόμου 5960/1933 σε φυλάκιση 12 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο για να καταλήξει στην ως άνω απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα "Από το από 19.4.2006 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα (Α.Τ. ...) ... προκύπτει ότι επεδόθη στον Χ η 126.528/2002 ερήμην του εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η επίδοση έγινε ως αγνώστου διαμονής, διότι στην οδό Ανδρομέδας 50 που φέρεται ως τελευταία γνωστή διαμονή του ως άνω κατηγορουμένου, αυτός ετύγχανε άγνωστο πρόσωπο (βλ. την από 19.4.2006 βεβαίωση του ιδίου Αρχιφύλακα, αλλά και την από 12.7.2002 βεβαίωση της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ..., η οποία τον αναζήτησε στην ίδια διεύθυνση, προκειμένου να του επιδώσει την Β99/476 για να εμφανισθεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Εξάλλου, προκύπτει ότι η εις βάρος του Χ υποβληθείσα μήνυση είχε ως διεύθυνσή του την οδό ... στο ..., διότι η επιταγή για την οποία υπεβλήθη η μήνυση είχε υπογραφεί από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ΣΤΥΓΑ ΑΕ, της οποίας ο Χ ήτο Διευθύνων Σύμβουλος (βλ. το 5743/6.8.97 ΦΕΚ) και έδρα της ο Δήμος ... (βλ. 6843/1.12.95 ΦΕΚ), η επιταγή φέρει ως χρόνο εκδόσεως την 10.2.1999 και δεν προκύπτει δημοσίευση αλλαγής της έδρας της Α.Ε. Εξάλλου, ο εκκαλών με την έφεσή του όλως αορίστως ισχυρίζεται ότι κακώς του επεδόθη η εκκαλούμενη απόφαση ως αγνώστου διαμονής, διότι ήτο γνωστής και δεν όριζε τον νέο τόπο κατοικίας του ή ασκήσεως της επιχειρήσεώς του και τον ακριβή χρόνο αλλαγής. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η έφεση ως εκπρόθεσμη, διότι ασκήθηκε την 24.10.2007 ήτοι μετά την πάροδο ενός και πλέον έτους από την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως". Με τις παραπάνω παραδοχές, διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στην ως άνω απόφαση, αναφέρονται μεταξύ άλλων, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δηλαδή η 19η Απριλίου 2006, η οποία προκύπτει από το μνημονευόμενο αποδεικτικό επιδόσεως του αναφερόμενου αστυνομικού υπαλλήλου, όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως την 24 Οκτωβρίου 2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Στο έγγραφο της εφέσεως ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων πρόβαλε, δικαιολογώντας το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως, τον ισχυρισμό της ακυρότητας της επιδόσεως σ' αυτόν ως άγνωστης διαμονής και συγκεκριμένα ανέφερε ότι ουδέποτε μέχρι την ημέρα της ασκήσεως της εφέσεως του επιδόθηκε κλήση να παραστεί στο Δικαστήριο, ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση και ότι έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως την προηγουμένη της ασκήσεως της εφέσεως, δηλαδή στις 23 Οκτωβρίου 2007. Στον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος, απάντησε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι αυτός αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του και βεβαιώθηκε το άγνωστο της διαμονής του, οπότε και επιδόθηκε η απόφαση στον αρμόδιο Δήμαρχο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αβάσιμοι είναι και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τους οποίους αιτιάται ο αναιρεσείων ότι όλως αυθαιρέτως και καθ' υπέρβαση εξουσίας δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι η έδρα της εταιρείας της οποίας ο αναιρεσείων ήταν εκπρόσωπος ήταν στην οδό ... στον ..., ενώ η έδρα της εταιρείας ήταν στην Κοινότητα ... της Επαρχίας ... του Νομού ..., διότι το Δικαστήριο αιτιολογημένα και όχι αυθαίρετα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων δέχθηκε ότι η έδρα της εταιρείας ήταν στην οδό ..., στον ..., πράγμα το οποίο προέκυπτε α) από το γεγονός ότι η επιταγή είχε υπογραφεί στην ως άνω διεύθυνση και β) από το αναφερόμενο στην απόφαση 6843.21995 ΦΕΚ. Επίσης και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο δεν δόθηκε ο λόγος στον δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα, προκειμένου να απολογηθεί ως κατηγορούμενος, αλλ' ούτε μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού α) ενώπιον του Δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη, δεν υπήρξε ζήτημα απολογίας του κατηγορουμένου και β) ως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για το ζήτημα της τυπικής παραδοχής της εφέσεως δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ. 2 και 3 της ΕΣΔΑ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά της 39.463/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή