Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 316 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία εξ αμελείας εργάτη στερούμενου αδείας γωμοτή- πυροδότη εκρηκτ. Υλών. Ιδιαίτερη υποχρ. Υπαιτία πηγάζουσα μόνο από ιδιότητά του ’ρθρο 358 ΚΠΔ. Λήψη υπόψη εγγρ. Μη αναγνωσθέντων . Ακυρότητα- εξαιρέσεις.




ΑΡΙΘΜΟΣ 316/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή και Αγγελική Αλειφεροπούλου (σύμφωνα με την υπ' αριθμό 48/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Πάνου Πετρόπουλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαναγιώτου, περί αναιρέσεως της 231/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με συγκατηγορούμενο τον Χ. Σ. του Π. και με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Ε. του Ζ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Σανιδά.
Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2014 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 71/2015.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 Π.Κ. όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 Π.Κ. από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέτριος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθεις που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξ αιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε ως δυνατό, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης από αμέλεια συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ., κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιοποίνου πράξεως, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλή ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του υπαιτίου να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου είτε από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση εκτός εάν προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, έτσι ώστε να μην είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διαταγή νόμου.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των άλλων πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος για την ενοχή του κατηγορουμένου το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο επιλεκτικώς μερικά από αυτά. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ .1 στοιχ. Ε Κ.Ποιν.Δ. αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως σχετικά με τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Λαμίας (Πλημμελημάτων) που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τους κατηγορουμένους ο πρώτος (Γ. Τ.) ήταν ο Πρόεδρος του ΔΣ της εδρεύουσας στη ... ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΧΑΛΚΙΣ ΑΤΕΤΕ". Η εταιρία αυτή είχε αναλάβει ως ανάδοχος από την εταιρεία ΔΕΗ Α.Ε. την εκτέλεση έργου τοποθέτησης ξύλινων κολονών ηλεκτρικού ρεύματος στη θέση "..." στο Κόκκινο Φωκίδας. Με τις ιδιότητές του αυτές, οι δύο κατηγορούμενοι Ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ. Σ.) είχε οριστεί ως επιβλέπων στο ως άνω έργο. Με τις ιδιότητές τους αυτές οι κατηγορούμενοι στο Κόκκινο Φωκίδας και στη θέση "..." την 14η Μαρτίου 2007, παρέλειψαν και δεν έλαβαν όπως όφειλαν όλα τα απαιτούμενα από το νόμο μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων στο συνεργείο εκτέλεσης των εργασιών τοποθέτησης ξύλινων στύλων μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος με τελικό αποτέλεσμα να προκληθεί θανατηφόρο εργατικό ατύχημα. Πιο συγκεκριμένα: Παρότι οι εργαζόμενοι στο έργο αυτό, εκτός των άλλων, διαχειρίζονταν και χρησιμοποιούσαν εκρηκτικές ύλες για τη διάνοιξη οπών με σκοπό την εν συνεχεία τοποθέτηση εντός αυτών των στύλων μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, οι κατηγορούμενοι δεν μερίμνησαν όπως όφειλαν για την χρήση των εκρηκτικών υλών από άτομα που να κατέχουν την ειδική άδεια γομωτή και πυροδότη αυτών, ούτε παρείχαν προς τους εργαζομένους που χρησιμοποιούσαν εκρηκτικές ύλες τα απαιτούμενα εργαλεία για την ασφαλή προετοιμασία των γομώσεων που διενεργούντο. Αντίθετα, επέτρεψαν τον χειρισμό αλλά και την προετοιμασία των εκρηκτικών υλών (αρμάτωμα φυσιγγίων αμμωνιοδυναμίτιδας με κοινά καψύλλια δυναμίτιδας και βραδύκαυστη θρυαλλίδα) από άτομο που δεν διέθετε την απαιτούμενη σε κάθε περίπτωση άδεια γομωτή και πυροδότη εκκριτικών υλών και δεν μερίμνησαν για τον εφοδιασμό τους με την ειδική πένσα για την προσαρμογή της θρυαλλίδας ασφαλείας στο καψύλλιο. Σε κάθε δε περίπτωση δεν μερίμνησαν για την παρακολούθηση από τους εργαζομένους ειδικών σεμιναρίων, αλλά και για την χορήγηση, προς αυτούς, γραπτών ή προφορικών οδηγιών σχετικά με την ασφαλή μεταφορά και χρήση των εκρηκτικών υλών, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης γνώση των εργαζομένων σχετικά με την ορθή διαδικασία μεταφοράς και χρήσης εκρηκτικών υλών. Εξ αιτίας της ως αμελούς αυτής συμπεριφοράς τους ήταν ότι, κατά την διαδικασία προετοιμασίας των εκρηκτικών γομώσεων που θα χρησιμοποιούνταν την 14η Μαρτίου, με σκοπό την διάνοιξη οπών στο έδαφος για την τοποθέτηση ξύλινων στύλων μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, την οποία πραγματοποίησε ο εργαζόμενος στο πιο πάνω έργο Γ. Ε., ο οποίος δεν διέθετε άδεια γομωτή και πυροδότη εκρηκτικών υλών ούτε είχε παρακολουθήσει εκπαιδευτικά σεμινάρια που να σχετίζονται με ανάλογα καθήκοντα και να αφορούν την μεταφορά και χρήση εκρηκτικών υλών, ο τελευταίος, κατά τον χρόνο της προετοιμασίας των εκρηκτικών γομώσεων, να προκαλέσει άκαιρη έκρηξη των εκρηκτικών υλών, με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του. Εξ αιτίας των παραλείψεών του αυτών ο παραπάνω εργαζόμενος Γ. Ε. υπέστη, μεταξύ άλλων, βαρύτατες κακώσεις κοιλίας και άνω άκρων αμφοτερόπλευρα, σωματικές κακώσεις, από τις οποίες, ως μόνων ενεργών αιτιών, επήλθε ακαριαία, ο θάνατος αυτού. Τα ως άνω κρίθηκαν και τελεσίδικα σε αστικό επίπεδο με την υπ' αριθ. 112/2014 απόφαση του Εφετείου Λαμίας που δέχτηκε ότι τον εργαζόμενο δεν βάρυνε κάποιο ποσοστό συνυπαιτιότητας.
Ακολούθως, κήρυξε τους κατηγορούμενους, ένοχους, του ότι : Στο Κόκκινο Φωκίδας και στη θέση "..." την 14η Μαρτίου 2007, διέπραξαν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις. Α. Της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ότι δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, επέφεραν το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη τους. Συγκεκριμένα, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, υπό την ιδιότητα τους, ο μεν πρώτος Γ. Τ., "ΧΑΛΚΙΣ ΑΤΕΤΕ" και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, η οποία είχε αναλάβει ανάδοχος εταιρεία από την εταιρεία ΔΕΗ Α.Ε. την εκτέλεση έργου τοποθέτησης ξύλινων κολονών ηλεκτρικού ρεύματος στη θέση "..." στο Κόκκινο Φωκίδας και δεύτερος Χ. Σ., ως επιβλέποντος το ως άνω έργο, δεν έλαβαν όλα τα απαιτούμενα από το νόμο μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων στο συνεργείο εκτέλεσης των εργασιών τοποθέτησης ξύλινων στύλων μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος και ειδικότερα, παρότι οι εργαζόμενοι στο πιο πάνω έργο, εκτός των άλλων, διαχειρίζονταν και χρησιμοποιούσαν και εκρηκτικές ύλες για τη διάνοιξη οπών με σκοπό την εν συνεχεία τοποθέτηση εντός αυτών των στύλων μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, οι ίδιοι δεν μερίμνησαν για την χρήση των εκρηκτικών υλών από άτομα που να κατέχουν την ειδική άδεια γομωτή και πυροδότη αυτών, ούτε παρείχαν προς τους εργαζομένους που χρησιμοποιούσαν εκρηκτικές ύλες τα απαιτούμενα εργαλεία για την ασφαλή προετοιμασία των γομώσεων που διενεργούντο και ειδικότερα επέτρεψαν τον "χειρισμό αλλά και την προετοιμασία των εκρηκτικών υλών (αρμάτωμα φυσιγγίων αμμωνιοδυναμίτιδας με κοινά καψύλλια δυναμίτιδας και βραδύκαυστη θρυαλλίδα) από άτομο που δεν διέθετε την απαιτούμενη σε κάθε περίπτωση άδεια γομωτή και πυροδότη εκκριτικών υλών", ενώ δεν μερίμνησαν για τον εφοδιασμό των ως άνω εργαζομένων "με την ειδική πένσα για την προσαρμογή της θρυαλλίδας ασφαλείας στο καψύλλιο", σε κάθε δε περίπτωση δεν μερίμνησαν για την παρακολούθηση από τους εργαζομένους ειδικών σεμιναρίων, αλλά και για την χορήγηση, προς αυτούς, γραπτών ή προφορικών οδηγιών σχετικά με την ασφαλή μεταφορά και χρήση των εκρηκτικών υλών, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης γνώση των εργαζομένων σχετικά με την ορθή διαδικασία μεταφοράς και χρήσης εκρηκτικών υλών. Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς τους που δεν πρόβλεψαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, ήταν, κατά την διαδικασία προετοιμασίας των εκρηκτικών γομώσεων που θα χρησιμοποιούνταν κατά την ανωτέρω ημερομηνία, με σκοπό την διάνοιξη οπών στο έδαφος για την τοποθέτηση ξύλινων στύλων μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, την οποία πραγματοποίησε ο εργαζόμενος στο πιο πάνω έργο Γ. Ε., ο οποίος δεν διέθετε άδεια γομωτή και πυροδότη εκρηκτικών υλών ούτε είχε παρακολουθήσει εκπαιδευτικά σεμινάρια που να σχετίζονται με ανάλογα καθήκοντα και να αφορούν την μεταφορά και χρήση εκρηκτικών υλών, ο τελευταίος, κατά τον χρόνο της προετοιμασίας των εκρηκτικών γομώσεων, να προκαλέσει άκαιρη έκρηξη των εκρηκτικών υλών, με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του. Η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά των κατηγορουμένων, εκδηλωθείσα δια των ως άνω πράξεων και παραλείψεων, είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί ο παραπάνω εργαζόμενος Γ. Ε., μεταξύ άλλων, "βαρύτατες κακώσεις κοιλίας και άνω άκρων αμφοτερόπλευρα", σωματικές κακώσεις, από τις οποίες, ως μόνων ενεργών αιτιών, επήλθε ακαριαία, ο θάνατος αυτού. Β. Για το ότι, στον ως άνω τόπο και χρόνο, διαπιστώθηκε ότι μετέφεραν εκρηκτικές ύλες χωρίς να πληρούνται οι όροι συσκευασίας και ασφαλούς μεταφοράς αυτών που προβλέπονται από τους ισχύοντες κανονισμούς περί ασφαλούς μεταφοράς επικίνδυνων υλών. Συγκεκριμένα, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία και κατά τη διάρκεια αυτοψίας που πραγματοποίησε η αρμόδια Τεχνική Επιθεωρήτρια του Υπουργείου Εργασίας, αλλά και οι αρμόδιοι προανακριτικοί υπάλληλοι, του Α.Τ. Λιδορικίου Φωκίδας, με αφορμή το ως άνω υπό στοιχείο "Α" αναφερόμενο εργατικό ατύχημα, διαπιστώθηκε ότι οι ανωτέρω δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, δεν μερίμνησαν για την ασφαλή μεταφορά των εκρηκτικών υλών που θα χρησιμοποιούντο για την εκτέλεση των επιμέρους εργασιών του έργου διάνοιξης οπών για την τοποθέτηση ξύλινων στύλων μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος και σύμφωνα πάντοτε με τους κανονισμούς για την ασφαλή μεταφορά αυτών, αλλά επέτρεψαν η εν λόγω μεταφορά να διενεργηθεί με την ανεξέλεγκτη εναπόθεση των εκρηκτικών υλών εντός παλιού οχήματος μεταφοράς των εργαζομένων στον τόπο εργασίας τους, χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε κανόνα ασφαλείας. Γ. Για το ότι, στον ως άνω τόπο και χρόνο, διαπιστώθηκε ότι ανέθεσαν την χρήση εκρηκτικών υλών σε άτομο που δεν διέθετε την ειδική άδεια γομωτή και πυροδότη αυτών, παρότι γνώριζαν ότι αυτό απαγορεύεται. Συγκεκριμένα, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία και κατά τη διάρκεια αυτοψίας που πραγματοποίησε η αρμόδια Τεχνική Επιθεωρήτρια του Υπουργείου Εργασίας, αλλά και οι αρμόδιοι προανακριτικοί υπάλληλοι, του Α.Τ. Λιδορικίου Φωκίδας, με αφορμή το ως άνω υπό στοιχείο "Α" αναφερόμενο εργατικό ατύχημα, διαπιστώθηκε ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ανέθεσαν τον "χειρισμό αλλά και την προετοιμασία των εκρηκτικών υλών (αρμάτωμα φυσιγγίων αμμωνιοδυναμίτιδας με κοινά καψύλλια δυναμίτιδας και βραδύκαυστη θρυαλλίδα) σε άτομο που δεν διέθετε την απαιτούμενη σε κάθε περίπτωση άδεια γομωτή και πυροδότη εκρηκτικών υλών" και ειδικότερα επέτρεψαν την χρήση στον εργαζόμενο Γ. Ε., ο οποίος δεν διέθετε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια γομωτή και πυροδότη. Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Εφετείο κατά επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από μη συνειδητή αμέλεια, για την οποία καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία τα συνήγαγε οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 28 και 302 παρ.1 Π.Κ.,11 Ν.2168/1993,7,12,16 παρ.2 ΠΔ.17/1996, σε συνδυασμό με άρθρο 25 Ν.2224/1994,τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθενται οι συγκεκριμένες παραλείψεις του ήδη αναιρεσείοντος που στοιχειοθετούν την προεκτεθείσα αμέλεια αυτού, την ευθύνη του, η οποία δεν βασίζεται σε ειδικότερη συμπεριφορά του, αλλά στην ιδιότητά του, [ως Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της προαναφερθείσης ανώνυμης εταιρείας] εκ της οποίας και μόνο ώφειλε να φροντίσει, ώστε ο εργαζόμενος Γ. Ε. [που απασχολείτο κατ'εντολή του με την προετοιμασία εκρηκτικών υλών] να διαθέτει άδεια γωμοτή και πυροδότη εκρηκτικών υλών, χορηγώντας σε αυτόν τα κατάλληλα εργαλεία [ειδικές πένσες] και συγκεκριμένες οδηγίες για την ασφαλή μεταφορά και χρήση των υλών αυτών. Ακόμη, αιτιολογείται πλήρως ο υφιστάμενος, μεταξύ της επιδειχθείσας από τον αναιρεσείοντα αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, αιτιώδης σύνδεσμος, που αξιώνεται για την κατάφαση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που είναι αυτοτελής και ως τοιαύτη κρινόμενη συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Επισημαίνεται ότι η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας και συνεπώς δεν απαιτείτο ειδική μνεία του άρθρου 15 Π.Κ., μη συντρέχοντος ως εκ τούτου του αναιρετικού λόγου της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Η αιτίαση ότι υφίσταται ασάφεια στην αιτιολογία της αποφάσεως, καθόσον αναφέρεται στο σκεπτικό αυτής ότι "το δικαστήριο σχημάτισε την δικανική του πεποίθηση και από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων", χωρίς να διασαφηνίζεται αν λήφθηκε υπόψη η ανώμοτη κατάθεση στο ακροατήριο της πολιτικώς ενάγουσας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ως μάρτυρας [κατηγορίας όπως αναγράφεται] εξετάσθηκε μόνο η πολιτικώς ενάγουσα, χωρίς να ορκισθεί [σελ.5], ως εκ τούτου δε κρίνεται ότι, α] από παραδρομή αναγράφηκε ότι υπήρξαν [και λήφθηκαν υπόψη] περισσότερες της μιάς καταθέσεις, β]σαφώς λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο η [μοναδική] κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας.
Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως [άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.Δ ', Ε' ΚΠοινΔ], είναι απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ΚΠοινΔ, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του, οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρος προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν. Αν δε, ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠοινΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικος. Αν όμως, δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο, ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Επομένως, ο 4ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι μετά την ανάγνωση των εγγράφων η Προεδρεύουσα του δικαστηρίου δεν έδωσε τον λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου, προκειμένου αυτός να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ. δικαιώματά του, χωρίς να αναφέρεται ότι ζητήθηκε σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: 1] στη σελίδα 11 αναφέρεται ότι "τα ως άνω [αποδειχθέντα κρίθηκαν και τελεσίδικα, σε αστικό επίπεδο, με την υπ' αριθ. 112/2014 απόφαση του Εφετείου Λαμίας που δέχθηκε ότι τον εργαζόμενο δεν βάρυνε κάποιο ποσοστό συνυπαιτιότητος", 2] στις σελίδες 6,7 αναφέρονται α]"αναγνώσθηκαν τα εξής έγγραφα....7]έξη φωτογραφίες του τόπου όπου έλαβε χώρα το εργατικό ατύχημα", β]"για την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων δεν προβλήθηκε αντίρρηση από οιονδήποτε". Από τα ως άνω συνάγονται: 1] το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έχοντας ήδη μορφώσει δικανική πεποίθηση από το λοιπό αποδεικτικό υλικό, περί της ενοχής [και] του ήδη εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ανέφερε διηγηματικά, στο τέλος του σκεπτικού, την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία, ως εκ τούτου ουδόλως συνεκτιμήθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, με επακόλουθο ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως να είναι απορριπτέος, 2]οι επισκοπηθείσες [αναγνωσθείσες] φωτογραφίες επαρκώς προσδιορίζονται κατά την ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την ανάγνωση [επισκόπηση] κατέστησαν γνωστές στους κατηγορούμενους, που είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά, λαμβανομένου υπόψη ότι [και] ο κατηγορούμενος δεν προέβαλε αντίρρηση στην επισκόπηση αυτών, ως εκ τούτου δε ο σχετικός έβδομος λόγος της αιτήσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Συνεπώς, ο περί ακυρότητος της διαδικασίας [άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ. λόγος της αιτήσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατ'ακολουθία των προαναφερθέντων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που παραστάθηκε [άρθρα 176,183 ΚΠολΔ].


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-12-2014 αίτηση του Γ. Τ. του Χ., για αναίρεση της με αριθμό 231/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, εκ πεντακοσίων [500] Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή