Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 130 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ισχυρισμός αυτοτελής, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Προφορική ανάπτυξη.




Περίληψη:
Δικαιούχος της έγκλησης για έκδοση ακάλυπτης επιταγής δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής. Απορρίπτεται ως αβάσιμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι απέρριψε με ελλιπή αιτιολογία τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της που κατατέθηκαν εγγράφως από τον συνήγορό της, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης οι ισχυρισμοί αυτοί περιελήφθησαν σε υπόμνημά της που ενσωματώθηκε στα πρακτικά, πλην όμως δεν αναπτύχθηκαν και προφορικά και συνεπώς το δικάσαν δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα να διαλάβει ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψή τους.





Αριθμός 130/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης: χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χριστοφοράτο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΒΤ1153/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1697/2006.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά κα την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε. Επίσης με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ. 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του παρόντος νόμου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος, που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, σύμφωνα δε με την παρ. 2 εδ. α' του πιο πάνω άρθρου 22, αν η προαναφερόμενη δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 Φ.Ε.Κ. Α' 135/4-7-2006) δικαιούχος της έγκλησης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιούμενου σε έγκληση προηγούμενου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 9560/1933" όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (Ολ. Α.Π. 23 και 24/2007). Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. β' του ΚΠοινΔ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός, δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠοινΔ, κατά την οποία "η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά και για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά" επιβάλλει την αρχή της "προφορικότητας" της διαδικασίας της ποινικής δίκης, η οποία όχι μόνο δεν κάμπτεται, αλλά αντίθετα ενισχύεται, από τη διάταξη του άρθρου141 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "ο εισαγγελέας και οι διάδικοι, έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση (στα πρακτικά) κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχο9υν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση, τις δηλώσεις τους, που αναπτύχθηκαν προφορικά" αφού η παράδοση γραπτώς των δηλώσεων, προϋποθέτει προφορική ανάπτυξή τους. Οι γραπτές δε αυτές δηλώσεις, έστω και αν έχουν ενσωματωθεί στα πρακτικά, δεν είναι βέβαια πρακτικά. Έτσι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, οι οποίοι διαλαμβάνονται σε έγγραφο υπόμνημά του, που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε (ενσωματώθηκε) στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχουν προβληθεί νομίμως, μόνον εφόσον από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή τους. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1153/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1993 (έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής) σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ. Από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο ο συνήγορος που εκπροσωπούσε την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη προέβαλε με έγγραφο σημείωμα το οποίο ενσωματώθηκε στα πρακτικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς α) ότι "ο παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων απαραδέκτως υπέβαλε την έγκληση διότι δεν είναι τελευταίος κομιστής αλλά εξ αναγωγής κομιστής. Τελευταία κομίστρια είναι η Εθνική Τράπεζα στην οποία κατατέθηκε η επιταγή προς πληρωμή. Λόγω του ότι δεν πληρώθηκε επεστράφη στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος είναι εξ αναγωγής κομιστής και θα πρέπει προς θεμελίωση της αξιώσεώς του για χρηματική ικανοποίηση κατά του εκδότου να εκθέτει εάν πέρα από την εξόφληση της επιταγής από αυτόν και την μεταβίβαση δι' εκχωρήσεως από την Εθνική Τράπεζα της αιώσεως για χρηματική ικανοποίηση και 2( "σε κάθε άλλη περίπτωση να γίνει δεκτό ότι ο πολιτικώς ενάγων υπογράφει ως νόμιμος εκπρόσωπος της ........... Ε.Π.Ε.". Δεν προκύπτει όμως από τα ίδια πρακτικά, ότι αναπτύχθηκαν προφορικά, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου. Με τον τρόπο όμως αυτό που υποβλήθηκαν οι ως άνω αυτοτελείς του κατηγορουμένου ισχυρισμοί, δηλαδή, με έγγραφο σημείωμα, χωρίς την ανάπτυξή τους και προφορικά, προβλήθηκαν απαραδέκτως και το δικαστήριο δεν είχε όπως αναφέρθηκε υποχρέωση να απαντήσει σε απαράδεκτους ισχυρισμούς. Παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας με ορθή και επαρκή αιτιολογία απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς διαλαμβάνοντας στην απόφασή του τα εξής: "Η υπό του συνηγόρου υπερασπίσεως του κατηγορουμένου υποβληθείσα ένσταση περί απαραδέκτου της εγκλήσεως τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, καθώς στηρίζεται επί εσφαλμένης (μη συντρεχούσης) προϋποθέσεως. Από το σώμα της επιδίκου τραπεζικής επιταγής εμφαίνεται ότι τελευταίος κομιστής του ως άνω αξιογράφου ήτο ο εγκαλών, του οποίου η υπογραφή επί της οπίσθιας όψεως της επιταγής έπεται της σφραγίδος της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος Α.Ε. και της υπογραφής του υπαλλήλου αυτής. Η δε ως άνω υπογραφή του εγκαλούντος, η οποία τυγχάνει και η τελευταία επί του αξιογράφου και κάτωθι της οποίας ακολουθεί η βεβαίωση της Εθνικής Τραπέζης περί της μη υπάρξεως διαθεσίμων κεφαλαίων, δεν συνιστά οπισθογράφηση αλλά αποδεικνύει την παράδοση της επιταγής στους υπαλλήλους της Εθνικής Τραπέζης δια την πληρωμή της, ήτοι αποδεικνύει την εμφάνιση προς πληρωμή, αφού προηγουμένως η Εθνική Τράπεζα είχε παραδώσει την επιταγή προς αυτόν με την από ........ οπισθογράφηση. Η, κατά τα ως άνω σφραγίδα και υπογραφή της Εθνικής Τραπέζης έχει τεθεί ύπερθεν της υπογραφής του εγκαλούντος, εξ ού προκύπτει ότι τελευταίος κομιστής της επιταγής ετύγχανε ο εγκαλών, ο οποίος και την εμφάνισε προς πληρωμή. Εν σχέσει προς το δεύτερο σκέλος της ενστάσεως από την υπογραφή του εγκαλούντος προ της εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή και από την προ της υπογραφής του εγκαλούντος οπισθογράφηση της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος Α.Ε., προκύπτει ότι η επιταγή παρεδόθη εξ οπισθογραφήσεως από την ΕΤΕ Α.Ε. προς τον εγκαλούντα (τελευταίο κομιστή) ατομικώς και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της .......... ΕΠΕ, δεδομένου ότι και κατά την εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή ο εγκαλών υπέγραψε ατομικώς και όχι υπό την επωνυμία της ως άνω εταιρείας. Επομένως ενεργητικώς νομιοποιούμενος προς υποβολή της εγκλήσεως ήτο ατομικώς ο εγκαλών και η ένσταση της κατηγορουμένης να απορριφθεί εν συνόλω". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη των αυτοτελών της κατηγορουμένης ισχυρισμών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ψ1 (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2006 αίτηση της χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1153/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ψ1 (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2006 αίτηση της χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1153/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ψ1, την οποία προσδιορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ