Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1494 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Συμμετοχή. Δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές πράξεις. Αυτοτελής ισχυρισμός εκ του άρθρου 24 του ν. 1729/1987 και ήδη 27 του ν. 3459/2006. Απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά: πιθανολόγηση συνδρομής του υπαιτίου στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών, β) μη συνδρομή στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένης περίπτωσης ή επιβαρυντικής περίπτωσης ή επιβαρυντικής περίστασης των άρθρων 6 και 8 του ν. 1729/1987 και ήδη 21 και 23 του ν. 3459/2006 και γ) επικινδυνότητα του υπαιτίου και βαρύτητα της πράξης του, καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων αυτός συντέλεσε και τη βαρύτητα των πράξεων, που τα πρόσωπα αυτά τέλεσαν. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1494/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 109/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο δικόγραφο των από 10 Ιανουαρίου 2009 προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1628/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 23. 09. 2008 αίτηση αναίρεσης και οι από 10-01-2009 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του Χ1 κρατούμενου στη δικαστική φυλακή .... στρέφονται κατά της 109/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάστηκε στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης και στη χρηματική ποινή των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ ως συναυτουργός εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και ως ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Το άρθρο 8 του ν. 1729/1987 όριζε, ότι με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή ένα εκατομμύριο (1.000.000) μέχρι διακόσια εκατομμύρια (200.000.000) δραχμές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του νόμου τούτου αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή αν ενεργεί με το σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών από ανηλίκους ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Ακολούθησε ο ν. 2408/1996, ο οποίος με το άρθρο 4 παρ. 2α όρισε, ότι από το εδάφιο α' του άρθρου 8 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει, διαγράφονται οι λέξεις "ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Έτσι, με το άρθρο τούτο του ν. 2408/ 1996 καταργήθηκε η άνω επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του ν. 1729/ 1987.
Στη συνέχεια εκδόθηκε ο ν. 2479/ 1997, με το άρθρο 2 παρ. 15β του οποίου, το άρθρο 8 του ν. 1729/ 1987, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ν. 2161/ 1993 και το εδάφιο α' της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2408/ 1996, αντικαταστάθηκε ως εξής: Με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δραχμών τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του παρόντος νόμου (1729/1987) αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα... ή χρησιμοποιεί... προς το σκοπό διαφυγής του τη χρήση όπλων ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Έτσι, με τον τελευταίο αυτό νόμο, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 67Α/6.05.1997 επαναφέρθηκε από τότε σε ισχύ η άνω επιβαρυντική περίσταση του δράστη των άνω εγκλημάτων ως ιδιαίτερα επικίνδυνου. Η επιβαρυντική αυτή περίσταση ίσχυε κατά την 21.10.1998, ήτοι κατά το χρόνο τέλεσης από τον αναιρεσείοντα ως συναυτουργό, των εγκλημάτων της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών και ο οποίος καταδικάστηκε ως ιδιαίτερα επικίνδυνος με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, κατά τον οποίο η επιβαρυντική αυτή περίσταση είχε καταργηθεί και δεν ίσχυε κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο (21.10.1998) και συνεπώς εσφαλμένως το άνω ποινικό Δικαστήριο εφάρμοσε την ουσιαστική αυτή ποινική διάταξη, είναι αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει, προέκυψαν τα εξής: "Την ... περί ώρα 05.00' ο κατηγορούμενος υπήκοος Αλβανός από κοινού με τον ομοεθνή του Ψ1 και άλλον άγνωστο Αλβανό στο 86 χιλιόμετρο της Ε.Ο. Ιωαννίνων-Κοζάνης εισήγαγαν από την Αλβανία στην Ελληνική επικράτεια 333 κιλά ακατέργαστης κάνναβης (ινδικής) και 140 γραμ. κοκκαΐνης, τις οποίες είχαν φορτώσει στα με αριθμό κυκλοφορίας ..., ... και ... ΙΧΕ αυτοκίνητα, από τα οποία το πρώτο οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών τις κατείχαν από κοινού με την έννοια της φυσικής εξουσίασης ώστε ανά πάσα στιγμή να τις διαθέτουν κατά τη δική τους βούληση και τις μετέφεραν με τα παραπάνω αυτοκίνητα εντός της ελληνικής Επικράτειας. Μαζί τους στα αυτοκίνητα έφεραν από την Αλβανία εκτός των ναρκωτικών και δύο πολεμικά όπλα τύπου καλάσνικωφ, δύο γεμιστήρες με 29 φυσίγγια, δύο πιστόλια τύπου Τοκάρεφ με γεμιστήρες και εννέα χειροβομβίδες χωρίς πυροκροτητές. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ... που μαζί με τον απολειπόμενο μάρτυρα ... αποτελούσαν δύο ομάδες που ενέδρευαν σε διαφορετικά σημεία για τον εντοπισμό των τριών αυτοκινήτων, αξιοποιώντας σχετική πληροφορία, που είχε έρθει στην Υπηρεσία τους, οι οποίοι αφού εντόπισαν τα αυτοκίνητα έστησαν μπλόκο αλλά οι ανωτέρω αλλοδαποί για να αποφύγουν τη σύλληψη άρχισαν να πυροβολούν εναντίον των αστυνομικών με τα όπλα που έφεραν μαζί τους και διέφυγαν μέσα στο δάσος αποφεύγοντας τη σύλληψη. Την επόμενη όμως ημέρα, κατά την έρευνα που έκαναν οι άντρες της δίωξης ναρκωτικών στην ευρύτερη περιοχή, συνέλαβαν τους Σ1 και Ψ1 ενώ κάτω από ένα θάμνο βρέθηκαν οι εννέα χειροβομβίδες χωρίς πυροκροτητές, η κοκκαΐνη των 140 γραμμαρίων και τα δύο πιστόλια Τοκάρεφ με γεμιστήρες. Η Σ1 ομολόγησε ότι ήταν συνοδηγός στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος από κοινού με τους ομοεθνείς του, τέλεσε τις πράξεις εισαγωγής στη Χώρα, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τέλεσης αυτών αφού είχε διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή (μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, είδος αυτών, χρησιμοποίηση οχήματος) ώστε να προκύπτει ότι δε δίστασε αυτός και οι άλλοι να πυροβολήσουν κατά των αστυνομικών προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη και από τη μη στάθμιση της τεράστιας ζημίας ακόμη και των θανάτων που θα μπορούσε να προκαλέσει σε ανθρώπους που θα έκαναν χρήση των ναρκωτικών αυτών ουσιών και την εν γένει προσωπικότητα του που καταδεικνύει άτομο αδίστακτο". Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των πράξεων αυτών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26, 27, 45 ΠΚ και 5 παρ. 1 εδ. α' και ζ', 8 ν. 1729/ 1987 και 2 παρ. 15 ν. 2479/ 1997 όπως ισχύουν μετά τον 3459/2006. Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων, των προβλεπομένων από τις άνω διατάξεις εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν για τις οποίες αρκεί η αναφορά γενικώς κατά το είδος των αποδεικτικών μέσων χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασάφειες, ελλείψεις, λογικά κενά ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα συγκεκριμένα εκείνα περιστατικά που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ενώ εξάλλου, αναφέρεται, ότι οι πράξεις αυτές τελέστηκαν από κοινού με άλλους, ήτοι διαλαμβάνονται πλήρως τα στοιχεία της συμμετοχής του αναιρεσείοντος στις πράξεις αυτές κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αφού για την αιτιολόγηση της συμμετοχής αρκεί να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση των εγκλημάτων ως συναυτουργός, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές πράξεις. Ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη, το Δικαστήριο περαιτέρω διέλαβε στην απόφαση του πλήρη αιτιολογία παραθέτοντας περιστατικά που καλύπτουν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 8 του ν. 1729/1987 και 13ζ του ΠΚ. Ειδικότερα στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων "δε δίστασε αυτός και άλλοι να πυροβολήσουν κατά των αστυνομικών προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη και από τη στάθμιση της τεράστιας ζημίας ακόμη και το θάνατο που θα μπορούσε να προκαλέσει σε ανθρώπους που θα έκαναν χρήση των ναρκωτικών αυτών ουσιών (μεγάλες ποσότητες) και την εν γένει προσωπικότητά του που καταδεικνύει άτομο αδίστακτο". Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ. Α.Π. 1716/1990). Αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι και εκείνος του άρθρου 24 του ν. 1729/1987 και ήδη του άρθρου 27 του ν. 3459/ 2006 περί αναστολής της ποινικής δίωξης ή της επιβληθείσας ποινής, ως και ο ισχυρισμός του περί χορηγήσεως ελαφρυντικού του άρθρου 84 του ΠΚ. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση του αυτοτελούς ισχυρισμού από το άρθρο 24 του ν. 1729/1987 και ήδη από το άρθρο 27 του ν. 3459/2006, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά α) πιθανολόγηση συνδρομής του υπαιτίου στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακίνησης ναρκωτικών, β) μη συνδρομή στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένης περίπτωσης ή επιβαρυντικής περίστασης των άρθρων 6 και 8 του ν. 1729/1987 και ήδη των άρθρων 21 και 23 του ν. 3459/2006 και γ) επικινδυνότητα του υπαιτίου και βαρύτητα της πράξης του, καταδήλως μικρότερες από την επικινδυνότητα των προσώπων στην ανακάλυψη και σύλληψη των οποίων αυτός συνετέλεσε και την βαρύτητα των πράξεων, που τα πρόσωπα αυτά τέλεσαν. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος προέβαλαν τον από το άρθρο 27 του ν. 3459/2006 αυτοτελή ισχυρισμό περί αναστολής της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης για τα άνω εγκλήματα και της ποινής που τυχόν θα του επιβληθεί για αυτά διότι από τα αναφερόμενα τρία απόρρητα έγγραφα της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ιωαννίνων προέκυψε ότι αυτός αυθορμήτως και με δική του πρωτοβουλία έδωσε αποκλειστικές και ακριβείς πληροφορίες στην Αστυνομία και έτσι εξαρθρώθηκαν και συνελήφθησαν α) μια συμμορία διακίνησης ναρκωτικών δεκατριών κιλών κατηργασμένης ινδικής κάνναβης, τριάντα τριών κιλών ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, ενός κιλού ηρωίνης (ως και είκοσι χειροβομβίδων, πυροκροτητών κλπ) β) δύο μεγαλέμποροι ναρκωτικών (ανά ένας σε κάθε υπόθεση) με συνολικό αντικείμενο την κατάσχεση τεσσάρων κιλών ινδικής κάνναβης και εξακοσίων γραμμαρίων ηρωίνης, η δε βαρύτητα των πράξεών του και η επικινδυνότητά του είναι καταδήλως μικρότερες από τη βαρύτητα των πράξεων εκείνων που συνελήφθησαν και την επικινδυνότητα αυτών. Επικουρικώς δε ζήτησε να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 4 του ν. 3459/2006. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί περί αναστολής της ποινικής δίωξης και της επιβληθείσας ποινής είναι αόριστοι διότι δεν εκτίθενται οι συγκεκριμένες περιπτώσεις με εξατομικευμένα στοιχεία, ήτοι χρόνο, τόπο, πρόσωπα και συμμορίες που διακινούσαν τα ναρκωτικά, ποιες ήταν οι πληροφορίες που έδωσε ο αναιρεσείων, πότε και ποιοι συνελήφθησαν όπως απαιτείται. Επίσης αόριστος είναι και ο ισχυρισμός περί χορηγήσεως του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ. 2δ ΠΚ) αφού δεν επικαλέσθηκε πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν. Λόγω της αοριστίας των άνω αυτοτελών ισχυρισμών το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Εξάλλου δε, λόγω της καταδίκης του αναιρεσείοντος με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τέλεσης των άνω αξιοποίνων πράξεων και ως ιδιαίτερα επικινδύνου ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του του ελαφρυντικού της μεταμέλειας κατά το άρθρο 27 παρ. 4 του ν. 3459/2006 είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1165/2006). Ανεξάρτητα όμως από αυτά το άνω Δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, δεχόμενο ότι οι ισχυρισμοί, όπως ανωτέρω προβλήθηκαν, ήταν αόριστοι, επιπλέον δε ο δεύτερος λόγω της συνδρομής των άνω επιβαρυντικών περιστάσεων, αποκλειόταν να εκτιμηθεί κατά το νόμο ως ελαφρυντική περίσταση. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος του κυρίου δικογράφου λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τους πρώτο, δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του και τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο προσθέτους λόγους της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ και ειδικότερα ότι δεν διευκρινίζονται στο σκεπτικό 1) αν με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αναιρεσείων μεταφέρονταν τα ναρκωτικά αυτά, 2) αν αυτός είχε την φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών τούτων, 3) ότι δεν παρατίθενται στο σκεπτικό τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν τη γνώση του ότι πρόκειται για ναρκωτικά, 4) ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως δράστες των αξιοποίνων τούτων πράξεων αναφέρονται τρία άτομα, ήτοι ο αναιρεσείων, ο Ψ1 και τρίτο άγνωστο άτομο, στο διατακτικό αναφέρεται ότι οι πράξεις αυτές τελέστηκαν από δύο άτομα, ήτοι αυτόν, και τον Ψ1 5) ότι στα πρακτικά δεν καταχωρήθηκαν οι απαντήσεις των εξετασθέντων μαρτύρων στις ερωτήσεις όλων των παραγόντων της δίκης (Εισαγγελέως, Δικαστών, Δικηγόρων, κατηγορουμένων) και έτσι δεν ελήφθησαν υπόψη και 6) δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης η ταυτότητα των ακολούθων εγγράφων που αναγνώσθηκαν και συγκεκριμένα της από ... εκθέσεως κατασχέσεως, του από ... πρακτικού ζυγίσεως, του από ... πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής, της από ... εκθέσεως κατασχέσεως, του από ...πρακτικού ζυγίσεως, του από ... πρωτοκόλλου παράδοσης- παραλαβής, των από ... τριών εκθέσεων κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης και της από ... έκθεσης κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης, διότι δεν αναφέρονται τα πρόσωπα που τα συνέταξαν, ούτε τα πρόσωπα εκείνα στα οποία παραδόθηκαν τα ναρκωτικά ή το πρόσωπο το οποίο προέβη στις έρευνες. Η πρώτη από τις αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμη, διότι δεν προσαπαιτείται να διαλαμβάνεται στην αιτιολογία η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές πράξεις, αρκεί ότι διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων συμμετείχε στην πράξη με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η απόφαση αυτή. Η δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι και αυτός είχε τη φυσική εξουσία επί των ναρκωτικών αυτών και μπορούσε να τα διαθέτει σε τρίτους, κρίση στην οποία προήλθε μετά συνεκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων. Η τρίτη αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι η γνώση, ήτοι ο δόλος περί του ότι τα μεταφερόμενα ήταν ναρκωτικά, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία διότι ο δόλος του ενυπάρχει στη θέληση του να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων και κατά συνέπεια εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Η τετάρτη αιτίαση είναι αβάσιμη διότι το σκεπτικό και το διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται νομίμως, ο δε αναιρεσείων σε κάθε περίπτωση κρίθηκε ότι είναι συναυτουργός των πιο πάνω εγκλημάτων για τα οποία και καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, η πέμπτη αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι στα πρακτικά αναφέρονται τα κατατεθέντα από τους μάρτυρες και οι απαντήσεις τους στις ερωτήσεις του Εισαγγελέως, των Δικαστών, του κατηγορουμένου και των συνηγόρων του και οι καταθέσεις αυτών λήφθηκαν υπόψη στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας χωρίς να είναι ανάγκη από το νόμο να καταχωρίζονται χωριστά, αφού δεν προκύπτει από αυτά (πρακτικά), ότι ζητήθηκε η χωριστή καταχώριση τους. Τέλος όσον αφορά την τελευταία αιτίαση πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Πενταμελούς Εφετείου η κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος στηρίχθηκε και στα ακόλουθα έγγραφα α) την από ... έκθεση κατασχέσεως β) το από ... πρακτικό ζυγίσεως, γ) το από ... πρωτόκολλο παράδοσης- παραλαβής, δ) την από ... έκθεση κατασχέσεως, ε) το από ... πρακτικό ζυγίσεως, στ) το από ...πρωτόκολλο παράδοσης- παραλαβής, ζ) τις από ... τρεις εκθέσεις κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης και η) την από ... έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης, τα οποία αναγνώστηκαν. Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, εν όψει και της ημερομηνίας εκδόσεως τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους (άρθρο 358 ΚΠΔ), γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης εν όψει και του ότι δεν δημιουργήθηκε αμφιβολία για την ταυτότητά του ο δε προσδιορισμός των εγγράφων είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι τα έγγραφα αυτά και όχι κάποια άλλα αναγνώσθηκαν στη δίκη αυτή.
Συνεπώς και η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη.
Επομένως, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους του Χ1 για αναίρεση της 109/ 2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή