Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 701 / 2015    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Εκπροσώπηση διαδίκου, Επικουρική βάση αγωγής.




Περίληψη:
Θεωρείται μη εμφανισθείς ο διάδικος που ζητεί αναβολή μη χορηγηθείσα από το δικαστήριο και μετά ταύτα δεν μετέχει στη συζήτηση. Αναιρετικός λόγος ΚΠολΔ 559 αρ.8 δεν ιδρύεται, όταν η επικουρική βάση της αγωγής, την οποία δεν ερεύνησε το εφετείο μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την απόρριψη της κυρία βάσεως, ήταν μη νόμιμη ή αόριστη. Πότε επί επικουρικής βάσεως από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο αναιρετικός λόγος ΚΠολΔ 559 αρ.11 περ. γ’ προϋποθέτει τουλάχιστον αμφιβολία ως προς το αν αξιολογήθηκε το έγγραφο, του οποίου το περιεχόμενο φέρεται αγνοηθέν. Απορρίπτει την αίτηση.




Αριθμός 701/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 2) Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΠΑΝΑΝΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΚΡΗΤΗΣ ΣυνΠΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, εμφανίσθηκε για λογαριασμό των αναιρεσειόντων ο πληρεξούσιος δικηγόρος Σωτήριος Κοντονάσιος, ο οποίος υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, για τους λόγους που ανέπτυξε. Στη συνέχεια έλαβε το λόγο ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου, ο οποίος ζήτησε να απορριφθεί το αίτημα αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια του Προεδρεύοντος απέρριψε το αίτημα αναβολής, διότι έχει προηγηθεί άλλη αναβολή και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία οι αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο, από 6-7-2007 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί των αγωγών εκδόθηκε η 16/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4515/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι ήδη αναιρεσείοντες, με την από 21-12-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώθηκε.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 13-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ’ρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 22-2-2014 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Η. [...] (δυσανάγνωστη σφραγίδα) στο προσκομιζόμενο από τον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της από 21-12-2012 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση των αναιρεσειόντων, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, Σωτήριο Κοντονάσιο, προς τον αναιρεσίβλητο για να παρασταθεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 25-11-2014, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή, η επίσπευση της συζήτησης γίνεται από τους αναιρεσείοντες. Επομένως, παρά την απουσία αυτών, που εμφανίσθηκαν μεν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω, μετ' αναβολή δικασίμου, αλλά υπέβαλαν αίτημα νέας αναβολής, που απορρίφθηκε από το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 280 παρ.2), οπότε δεν παραστάθηκαν και δεν πήραν μέρος στη συζήτηση, η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί σαν και αυτοί να ήσαν παρόντες (ΚΠολΔ 226 παρ. 4 εδ. 1, 3, 4, 568 παρ.4, 576 παρ.1).
2. Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 111, 216 παρ.1 και 219 παρ.1 ΚΠολΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο στηρίζεται στην έγγραφη προδικασία, οπότε, καμιά αίτηση για παροχή δικαστικής προστασίας δεν μπορεί να εισαχθεί στο δικαστήριο, χωρίς να τηρηθεί προδικασία. Αν παρά ταύτα εισαχθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Για να έχει κύρος το δικόγραφο μιας αγωγής πρέπει, εκτός των άλλων (ΚΠολΔ 118), να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν το αίτημα στο νόμο και δικαιολογούν την άσκησή του από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη, κυρία βάση μιας αγωγής, μπορεί ο ενάγων να τη στηρίξει σε άλλη, επικουρική, για την οποία, όμως, πρέπει και πάλι να έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν, ήτοι να εκτίθενται σαφώς κάποια γεγονότα, τα οποία τη θεμελιώνουν στο νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Τότε το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας την κυρία βάση, έχει την υποχρέωση να ερευνήσει την επικουρική. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 904 εδ. α' ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Κατά τη διάταξη αυτή, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του ενός και της μείωσης της περιουσίας ή της ζημίας του άλλου και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, κατ' αρχήν, επιβοηθητικής φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα σε σχέση με εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικότητα) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής (ΑΠ 16/2008). Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς την, ακόμη και επικουρικώς, σωρευόμενη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται και η βάση αυτής από σύμβαση ή αδικοπραξία, ελέγχεται ως μη νόμιμη κατά τη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 449/2014, ΑΠ 2019/2007). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, κύριο ή επικουρικό. Εάν, όμως, η πρόταση τέτοιων ισχυρισμών έχει παραλειφθεί τελείως ή έχει γίνει ελλιπώς, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται και, τυχόν προτεινόμενος, είναι απαράδεκτος (ΚΠολΔ 562 παρ.2), διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει την υποχρέωση ούτε να λάβει υπ' όψη ούτε να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νομίμως προταθέντα.
3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με τις από 6-7-2007 δύο αυτοτελείς αγωγές (μία για τον καθένα), επικαλούνται ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο αγροτικό συνεταιρισμό και ζητούν την επιδίκαση στον καθένα από αυτούς, για το χρονικό διάστημα των ετών 2002 έως 2006, των χρηματικών ποσών που αναλυτικά προσδιορίζονται στην αγωγή για διαφορές μεταξύ νομίμου και καταβαλλομένου μισθού μέχρι 30-4-2006, για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Μαΐου έως Δεκεμβρίου 2006, για αποδοχές αδείας, επιδόματα αδείας και δώρα εορτών και για πρόσθετη αμοιβή νυκτερινής και υπερωριακής εργασίας. Στο τέλος εκάστης αγωγής αναφέρεται "άλλως και όλως επικουρικώς, ο εναγόμενος είναι υπόχρεος να καταβάλει τα [αιτούμενα] ποσά [...] σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού κατέστη πλουσιότερος [κατά τα ποσά αυτά] άνευ νομίμου αιτίας σε βάρος [των εναγόντων], από δε τη μη καταβολή [αυτών ωφελήθηκε] ο εναγόμενος, αφού το ισόποσο θα το κατέβαλε αναγκαίως σε άλλους υπαλλήλους με τα αυτά προσόντα και ικανότητες και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, για την πραγματοποίηση της ίδιας εργασίας". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 16/2010 οριστική απόφασή του, δέχθηκε τη λειτουργία συμβάσεων παροχής εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου και επιδίκασε στον καθένα από τους ενάγοντες τα αιτηθέντα ποσά, για τις ως άνω αιτίες. Ύστερα από έφεση του εναγομένου συνεταιρισμού, ο οποίος εξ αρχής είχε αμφισβητήσει τη σχέση της εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτού και των εναγόντων, το Εφετείο Αθηνών, με την ήδη προσβαλλόμενη 4515/2012 απόφασή του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι ανεξάρτητοι πωλητές λαϊκών αγορών, ότι κατά τη συμφωνία, που είχαν καταρτίσει με τον εναγόμενο, επί μία δεκαετία περίπου, αγόραζαν από αυτόν οπωροκηπευτικά προϊόντα και τα μεταπωλούσαν, σε λαϊκές αγορές της Αττικής, όποτε οι ίδιοι ήθελαν και σε τιμές που αυτοί προσδιόριζαν, με κέρδος αποκλειστικά δικό τους και ότι, κατά την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, δεν υπόκειντο σε κανενός είδους έλεγχο ή εποπτεία από τον εναγόμενο, για τον οποίο ήταν αρκετή η διοχέτευση των προϊόντων του στην αγορά, μέσω της πωλήσεώς τους προς τους ενάγοντες και της μεταπωλήσεώς τους από αυτούς. Και περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός εμφάνιζε τους ενάγοντες ως υπαλλήλους τους, ότι με την ιδιότητα αυτή τους είχε εφοδιάσει με άδεια πωλητή σε λαϊκές αγορές και τους ασφάλιζε στο ΙΚΑ (όπου, όμως, οι ίδιοι πλήρωναν το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών) και ότι τους είχε παραχωρήσει κατά χρήση φορτηγό αυτοκίνητο (διαφορετικό στον καθένα, του οποίου την απόδοση ζήτησε δικαστικώς, μετά τη διατάραξη της μεταξύ των συνεργασίας) για τη διακίνηση των προϊόντων του, δεν απέκλειε τον ως άνω νομικό χαρακτηρισμό των ατομικών συμβάσεων εργασίας, αφού το κατά νόμον αναγκαίο στοιχείο της εξάρτησης από τον εργοδότη δεν είχε αποδειχθεί. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε και τις δύο αγωγές, η ουσιαστική βασιμότητα των οποίων προϋπέθετε την ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας. Ήδη, με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, μετά την απόρριψη των ενδίκων αγωγών ως προς την κυρία βάση αυτών, από τη σύμβαση εργασίας, θα έπρεπε να ερευνήσει την επικουρική βάση, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενέργεια την οποία παρέλειψε. Παρατηρείται, όμως, ότι η φερόμενη ως επικουρική βάση δεν περιείχε κανένα στοιχείο αυτοτέλειας ως προς τη δικαιολόγηση των επί μέρους αξιώσεων της αγωγής, πέραν του ότι είχε παρασχεθεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, εξαρτημένη εργασία. Μετά, όμως, τον κατ' ουσίαν αποκλεισμό της συνδρομής της προϋπόθεσης αυτής, η επικουρική βάση απέβαινε ανεπέρειστη ή, σε κάθε περίπτωση, αόριστη. Ως τοιαύτη δεν έχρηζε περαιτέρω ερεύνης από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος ελέγχεται ως απαράδεκτος.
4. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από "όλα ανεξαιρέτως" τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε συνοπτικώς, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι μεταξύ των διαδίκων δεν είχαν συναφθεί συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας, αλλά οι ιδιώνυμες συμβάσεις που περιγράφονται στις ως άνω παραδοχές του, έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και αυτά, τα οποία οι αναιρεσείοντες επισημαίνουν ως μη αξιολογηθέντα. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι η ως άνω κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι αντίθετη προς τις παραδοχές α) των αποφάσεων 25014/2008 του Μονομελούς και 73925/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τις οποίες ο νόμιμος εκπρόσωπος του εναγομένου συνεταιρισμού καταδικάσθηκε τελεσιδίκως για τη μη εμπρόθεσμη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών προς τους ενάγοντες, β) βεβαιώσεων του εναγομένου, αναγομένων σε προηγούμενα έτη, περί του ότι οι ενάγοντες ήσαν εργαζόμενοι στην επιχείρηση που ασκούσε και γ) των 395/2007 και 1957/2007 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, εκ των οποίων η πρώτη επικυρώθηκε με την 1961/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις οποίες αναφέρεται ότι οι ενάγοντες παρείχαν εξαρτημένη εργασία στον εναγόμενο. Παρατηρείται, όμως, ότι όλα αυτά τα έγγραφα, με αναφορά στο περιεχόμενό τους, αποτελούσαν μέρος των παραδοχών και της επιχειρηματολογίας της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, ως εκ τούτου, δεν διέλαθαν της προσοχής του Εφετείου, το οποίο κλήθηκε να διαγνώσει την ουσιαστική ορθότητα των παραδοχών αυτών. Το δε γεγονός ότι κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα ουδόλως υποδηλώνει παράλειψή του να λάβει υπ' όψη τα εν λόγω έγγραφα, με το περιεχόμενο των οποίων, κατά την περί πραγμάτων, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δεν συμφώνησε. Επομένως, και ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-12-2012 αίτηση περί αναιρέσεως της 4515/ 2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Μαΐου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή