Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2358 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Απάτη. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως. Έννοια γεγονότος. Πότε κακούργημα. (Ολ. ΑΠ 5/2008, ΑΠ 51/2007). Κατ' επάγγελμα τέλεση. Έννοια. (ΑΠ 425/2009, ΑΠ 11/2009, ΑΠ 74/2009, ΑΠ 149/2009, ΑΠ 153/2009). Συναυτουργία. Έννοια. Πότε υπάρχει από κοινού τέλεση της πράξεως (ΑΠ 412/2009). Αιτιολογία βουλεύματος. Τι απαιτείται για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη (ΑΠ 770/2007). Ειδικότερα ως προς τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 11/2009, ΑΠ 67/2009). Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εκ πλαγίου παράβαση. Πότε. (ΑΠ 67/2009). Αίτηση αναίρεσης του ενός από τους δύο κατηγορουμένους με λόγους έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (484 §1δ΄ και β΄ ΚΠΔ). Αβάσιμοι λόγοι. Σύμφωνη εισαγγελική πρόταση. Απορρίπτει αίτηση.




Κ.Μ.

ΑΡΙΘΜΟΣ 2358/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 343/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Y1.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 487/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 213/18.6.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 23-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X1, κατά του υπ'αριθμ. 343/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 1074/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'απάτη εις βαθμό κακουργήματος, από κοινού μετά του συγκατηγορουμένου του. Προβάλλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 386 § § 1,3 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επαγγέλμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.). Ως γεγονότα δε, κατά την στο ανωτέρω άρθρο έννοια, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τρόπον, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως, από τον δράστη ο οποίος έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώση την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 51/2007). Εξ'άλλου, συμφώνως προς το άρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλ. όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 2200/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι ετέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, έκαστος τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι έκαστος συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζων ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι έκαστος πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολ. ΑΠ 50/1990). Τέλος, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ'όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ' όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα (ΑΠ 1946/2005, ΑΠ 685/2004). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο προσδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή, στην εφαρμοσθείσα διάταξη (ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, προσδιοριζομένων κατ'είδος, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά:
Ο εγκαλών, Y1, είναι έμπορος, ασχολούμενος με την εισαγωγή και εμπορία αυτοκινήτων, διατηρώντας για τον σκοπό αυτό συναφή ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε. ", που βρίσκεται στο ... και συγκεκριμένα στην οδό ... Περί τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2004, στα πλαίσια της παραπάνω δραστηριότητας του, έλαβε παραγγελία από πελάτη της ως άνω εταιρείας του σχετικά με την αγορά ενός πολυτελούς μεταχειρισμένου αυτοκινήτου και συγκεκριμένα ενός τζίπ, μάρκας "Porsche Cayen". Επειδή όμως, κατά το διάστημα, αυτό η ρηθείσα εταιρεία του δεν διέθετε προς πώληση, ούτε ανέμενε άμεση εισαγωγή ή παραλαβή από το εξωτερικό του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, απευθύνθηκε στον φίλο του M1, επίσης έμπορο και εισαγωγέα αυτοκινήτων, ρωτώντας τον, αν η επιχείρηση του διέθετε τέτοιο αυτοκίνητο. Ο τελευταίος του απάντησε αρνητικά, προσφέρθηκε όμως να τον βοηθήσει, συστήνοντας του τον εκκαλούντα X1, καθώς και τον συγκατηγορούμενό του και μή ασκήσαντα έφεση κατά του ρηθέντος βουλεύματος, M2, τους οποίους είχε γνωρίσει κατά το παρελθόν και οι οποίοι, όπως πίστευε και ο ίδιος από τις διαβεβαιώσεις τους, ασχολούνταν με την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό πολυτελών αυτοκινήτων από την Γερμανία. Πράγματι, στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2004, οι κατηγορούμενοι επισκέφθηκαν τον εγκαλούντα στο κατάστημα του, στην ρηθείσα έδρα της εταιρείας του, παρουσία και του κοινού τους φίλου M1. Στη συνάντηση αυτή, ο εγκαλών, εξέθεσε στους κατηγορούμενους το πρόβλημα του, δηλαδή την ανάγκη που είχε για άμεση εισαγωγή και παράδοση σε αυτόν ενός τζιπ, μάρκας "Porsche Cayen", προκειμένου στη συνέχεια να το πωλήσει σε πελάτη της εταιρείας του. Οι κατηγορούμενοι τότε, μετά από συναπόφαση, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σε αυτόν (εγκαλούντα), ότι έχουν εμπειρία στην εισαγωγή και τον εκτελωνισμό αυτοκινήτων, ότι έχουν μεγάλο κύκλο πελατείας, ότι έχουν στη Θεσσαλονίκη μεγάλη εταιρεία εισαγωγής αυτοκινήτων και ότι μπορούσαν να εισαγάγουν, εκτελωνίσουν και παραδώσουν σε αυτόν το προαναφερόμενο αυτοκίνητο εντός ολίγων ημερών. Πεισθείς ο εγκαλών από τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων, έδωσε εντολή σε αυτούς να εισαγάγουν και να εκτελωνίσουν το αυτοκίνητο αυτό για λογαριασμό του. Από την αρχή δε της γνωριμίας τους και σε κάθε σχετική συζήτηση που είχαν με τον εγκαλούντα, οι κατηγορούμενοι δήλωναν σε αυτόν ότι το τίμημα της αγοράς του εν λόγω αυτοκινήτου, το οποίο υπολόγιζαν περίπου στα 60.000-65.000 ευρώ θα καταβαλλόταν μετά την εισαγωγή του στην Ελλάδα, καθώς, όπως εν γνώσει τους ψευδώς τόνιζαν, διέθεταν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και δεν υπήρχε ανάγκη να τους καταβάλει κανένα χρηματικό ποσό μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών εκτελωνισμού του ρηθέντος αυτοκινήτου. Πράγματι, στις 5-2-2004 και ενώ στο μεταξύ είχαν αλλεπάλληλες (σχεδόν καθημερινές) επαφές με τους κατηγορουμένους, στις οποίες οι τελευταίοι ακολουθώντας το καλά οργανωμένο σχέδιο τους να εξαπατήσουν τον εγκαλούντα, τον διαβεβαίωναν ψευδώς ότι είχαν ήδη προβεί στην αγορά του ως άνω αυτοκίνητου, επισκέφθηκαν οι κατηγορούμενοι στα γραφεία της εταιρίας του τον εγκαλούντα, παρουσία πάλι και του M1 και του δήλωσαν ψευδώς ότι, δήθεν, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο βρισκόταν ήδη στις αποθήκες του τελωνείου, έτοιμο προς εκτελωνισμό. Κατά τη συνάντησή τους αυτή ζήτησαν από τον εγκαλούντα να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 64.000 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το τίμημα της αγοράς του αυτοκινήτου στη Γερμανία, καθώς και τα έξοδα μεταφοράς και εκτελωνισμού του στην Ελλάδα. Πράγματι, κατά την συνάντηση αυτή, ο εγκαλών κατέβαλε στον εκκαλούντα X1 το χρηματικό ποσό των 28.000 ευρώ, ενώ το πρωί της επόμενης ημέρας, δηλαδή στις 6-2-2004, κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε ο M2 στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος από τον εγκαλούντα το χρηματικό ποσό των 14.000 ευρώ και από τον M1, για λογαριασμό του εγκαλούντος, το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, (Βλ. σχετ. τις από 6-2-2004 δύο αποδείξεις είσπραξης της Α.Τ.Ε., ποσών 14.000 και 20.000 ευρώ αντίστοιχα). Παρά ταύτα και μολονότι οι κατηγορούμενοι τον είχαν διαβεβαιώσει ότι θα του παρέδιδαν το εν λόγω αυτοκίνητο αμέσως μετά την καταβολή του παραπάνω ποσού, αυτοί όχι μόνο δεν του παρέδωσαν το εν λόγω αυτοκίνητο, αλλά εξαφανίσθηκαν, αποφεύγοντας πλέον να έχουν οποιαδήποτε επαφή με τον εγκαλούντα. Θορυβημένος πλέον από την ως άνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ο εγκαλών, άρχισε έρευνα στο τελωνείο για την αναζήτηση του προαναφερόμενου αυτοκινήτου, όπου προς μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε ότι, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο όχι μόνο δεν είχε εκτελωνισθεί, αλλά ότι ουδέποτε είχε εισαχθεί στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτου, αποδύθηκε σε μία αγωνιώδη προσπάθεια αναζήτησης των κατηγορουμένων, τους οποίους τελικά κατόρθωσε να ανεύρει, χάρη και στην συνδρομή του προαναφερόμενου φίλου του M1. Στην συνάντηση του με τους κατηγορούμενους και στις εντονότατες διαμαρτυρίες του για την παραπάνω εξαπατητική τους συμπεριφορά ο M2 του επέστρεψε το χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ, ενώ ο εκκαλών X1, αρνήθηκε την επιστροφή του χρηματικού ποσού που είχε καταβάλει σε αυτόν ο εγκαλών, προβάλλοντας - διάφορες προσχηματικές δικαιολογίες και εμμένοντας στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του. Στη συνέχεια φρόντισαν και οι δύο να εξαφανισθούν και πάλι και έκτοτε δεν είχαν καμία επαφή με τον εγκαλούντα.
Όλα τα παραπάνω όμως ήταν ψευδή, πράγμα το οποίο και γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, καθόσον ούτε φερέγγυοι επιχειρηματίες ήταν, ούτε είχαν στην Θεσσαλονίκη εταιρεία εισαγωγής αυτοκινήτων, ούτε ασχολούνταν με την εισαγωγή και εκτελωνισμό αυτοκινήτων, ούτε φυσικά είχαν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τα παραπάνω υπεσχημένα, τα οποία εξαρχής είχαν λάβει την συναπόφαση να μην εκτελέσουν. Με τις παραπάνω δε ψευδείς παραστάσεις, εκ των οποίων όσες ανάγονταν στο μέλλον συνοδεύονταν από ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις αναφερομένων στο παρελθόν και παρόν γεγονότων (περί της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, του μεγάλου κύκλου πελατών που διέθεταν και της δυνατότητας τους να επιτύχουν άμεσα την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό του ρηθέντος αυτοκινήτου), παρέπεισαν τον εγκαλούντα να τους καταβάλει, χωρίς νόμιμη αιτία, τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο εξαρχής αποσκοπούσαν, με αντίστοιχη ζημία αυτού, η οποία προκλήθηκε κατά άμεσο τρόπο στην περιουσία του και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 54.000 ευρώ, ενώ αν αυτός γνώριζε την αλήθεια, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του εν λόγω χρηματικού ποσού. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι επέδειξαν μεθοδικότητα ως προς τον τρόπο σύλληψης και εκτέλεσης του σχεδίου παραπλάνησης του ανυποψίαστου παθόντος, καθώς σχεδίασαν προσεκτικά τον τρόπο ανεύρεσης υποψηφίου θύματος και φρόντισαν τεχνηέντως να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι συναντήθηκαν επανειλημμένως με τον εγκαλούντα και είχαν με αυτόν σχεδόν καθημερινή τηλεφωνική επαφή, παρέχοντας του συνεχώς τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, ενώ είχαν φροντίσει και από το παρελθόν να δημιουργήσουν την κατάλληλη υποδομή για να τελέσουν την ρηθείσα κακουργηματική πράξη, καθώς είχαν δώσει τις ίδιες ψευδείς διαβεβαιώσεις περί της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και της ενασχόλησης τους με την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό αυτοκινήτων και σε άλλα πρόσωπα, όπως στον προαναφερόμενο M1 και κάποιον M3, προσδοκώντας προφανώς με τον τρόπο αυτό να διαδοθεί ευρύτερα το ψευδές αυτό γεγονός, όπως και πράγματι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση και να προσελκύσουν έτσι ευκολότερα ανυποψίαστα θύματα (Βλ. σχετ. την από 5-9-2007 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας M1, ενώπιον της ρηθείσας ανακρίτριας). Ενεργούσαν, δηλαδή οι κατηγορούμενοι, ωσάν να επρόκειτο για την ανάπτυξη νόμιμης μορφής επιχειρηματικής δραστηριότητας και δρούσαν όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου και όχι στηριζόμενοι στην τύχη, ενώ από την προπεριγραφείσα υποδομή που είχαν διαμορφώσει και την ετοιμότητα τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως της απάτης, προκύπτει ότι ήταν σταθερά προσανατολισμένοι και στον πορισμό εισοδήματος για δικό τους λογαριασμό. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διά την ως άνω αξιόποινη πράξη και αφού απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση αυτού κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και συνεπλήρωσε αυτό διά του άρθρ. 45 ΠΚ και του άρθρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, αντικαταστήσαντος την παρ. 3 του άρθρ. 386 ΠΚ, επεκύρωσε τούτο.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του. Ειδικότερα, τα αποδεικτικά μέσα, κατ'είδος προσδιοριζόμενα, ελήφθησαν όλα υπ'όψη και συνεξετιμήθησαν, η δε ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται και στην επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα τελέσεως της πράξεως. Εξ άλλου, το Συμβούλιο Εφετών ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ'ΚΠΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ, καθ'ό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία δε, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω-----------------------
Να απορριφθή η από 23-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του X1, κατά του υπ'αριθμ. 343/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 6 Μαΐου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η 27/23-3-2009 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του X1 στρέφεται κατά του 343/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε, ως αβάσιμη, η έφεσή του, κατά του 1074/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων και ο μη εκκαλέσας M2 στο Εφετείο Kακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της απάτης από κοινού, κατ επάγγελμα, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 €, (άρθρα 13 στ', 45 και 386 παρ. 1 και 3 α ΠΚ). Η αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπο που δικαιούται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. 2. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παρ. 3 α και β του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε, αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν.2408/1996 και ακολούθως με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δρχ.), β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δραχμών). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ` του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ` προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ` επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Εξάλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου. Τέλος λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1β ΚΠοινΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 343/2009 βούλευμά του, αφού το συμπλήρωσε όπως αναφέρεται στο διατακτικό του, απέρριψε την κατ αυτού ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση και επικύρωσε το εκκληθέν υπ' αριθμ. 1074/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ο αναιρεσείων και ο μη διάδικος στο Εφετείο και στο παρόν Δικαστήριο M2 για να δικασθούν για την πράξη της από κοινού απάτης, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα, η δε προκληθείσα ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος αυτών υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 €. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση και στα μνημονευόμενα σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Ο εγκαλών, Y1, είναι έμπορος, ασχολούμενος με την εισαγωγή και εμπορία αυτοκινήτων, διατηρώντας για τον σκοπό αυτό συναφή ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " ... Ο.Ε. ", που βρίσκεται στο ... και συγκεκριμένα στην οδό ... Περί τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2004, στα πλαίσια της παραπάνω δραστηριότητας του, έλαβε παραγγελία από πελάτη της ως άνω εταιρείας του σχετικά με την αγορά ενός πολυτελούς μεταχειρισμένου αυτοκινήτου και συγκεκριμένα ενός τζίπ, μάρκας "Porsche Cayen". Επειδή όμως, κατά το διάστημα, αυτό η ρηθείσα εταιρεία του δεν διέθετε προς πώληση, ούτε ανέμενε άμεση εισαγωγή ή παραλαβή από το εξωτερικό του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, απευθύνθηκε στον φίλο του M1, επίσης έμπορο και εισαγωγέα αυτοκινήτων, ρωτώντας τον, αν η επιχείρηση του διέθετε τέτοιο αυτοκίνητο. Ο τελευταίος του απάντησε αρνητικά, προσφέρθηκε όμως να τον βοηθήσει, συστήνοντας του τον εκκαλούντα X1, καθώς και τον συγκατηγορούμενό του και μή ασκήσαντα έφεση κατά του ρηθέντος βουλεύματος, M2, κάτοικο ..., τους οποίους είχε γνωρίσει κατά το παρελθόν και οι οποίοι, όπως πίστευε και ο ίδιος από τις διαβεβαιώσεις τους, ασχολούνταν με την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό πολυτελών αυτοκινήτων από την Γερμανία. Πράγματι, στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2004, οι κατηγορούμενοι επισκέφθηκαν τον εγκαλούντα στο κατάστημα του, στην ρηθείσα έδρα της εταιρείας του, παρουσία και του κοινού τους φίλου M1. Στη συνάντηση αυτή, ο εγκαλών, εξέθεσε στους κατηγορούμενους το πρόβλημα του, δηλαδή την ανάγκη που είχε για άμεση εισαγωγή και παράδοση σε αυτόν ενός τζιπ, μάρκας "Porsche Cayen", προκειμένου στη συνέχεια να το πωλήσει σε πελάτη της εταιρείας του. Οι κατηγορούμενοι τότε, μετά από συναπόφαση, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σε αυτόν (εγκαλούντα), ότι έχουν εμπειρία στην εισαγωγή και τον εκτελωνισμό αυτοκινήτων, ότι έχουν μεγάλο κύκλο πελατείας, ότι έχουν στη Θεσσαλονίκη μεγάλη εταιρεία εισαγωγής αυτοκινήτων και ότι μπορούσαν να εισαγάγουν, εκτελωνίσουν και παραδώσουν σε αυτόν το προαναφερόμενο αυτοκίνητο εντός ολίγων ημερών. Πεισθείς ο εγκαλών από τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων, έδωσε εντολή σε αυτούς να εισαγάγουν και να εκτελωνίσουν το αυτοκίνητο αυτό για λογαριασμό του. Από την αρχή δε της γνωριμίας τους και σε κάθε σχετική συζήτηση που είχαν με τον εγκαλούντα, οι κατηγορούμενοι δήλωναν σε αυτόν ότι το τίμημα της αγοράς του εν λόγω αυτοκινήτου, το οποίο υπολόγιζαν περίπου στα 60.000-65.000 ευρώ θα καταβαλλόταν μετά την εισαγωγή του στην Ελλάδα, καθώς, όπως εν γνώσει τους ψευδώς τόνιζαν, διέθεταν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και δεν υπήρχε ανάγκη να τους καταβάλει κανένα χρηματικό ποσό μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών εκτελωνισμού του ρηθέντος αυτοκινήτου. Πράγματι, στις 5-2-2004 και ενώ στο μεταξύ είχαν αλλεπάλληλες (σχεδόν καθημερινές) επαφές με τους κατηγορουμένους, στις οποίες οι τελευταίοι ακολουθώντας το καλά οργανωμένο σχέδιο τους να εξαπατήσουν τον εγκαλούντα, τον διαβεβαίωναν ψευδώς ότι είχαν ήδη προβεί στην αγορά του ως άνω αυτοκίνητου, επισκέφθηκαν οι κατηγορούμενοι στα γραφεία της εταιρίας του τον εγκαλούντα, παρουσία πάλι και του M1 και του δήλωσαν ψευδώς ότι, δήθεν, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο βρισκόταν ήδη στις αποθήκες του τελωνείου, έτοιμο προς εκτελωνισμό. Κατά τη συνάντησή τους αυτή ζήτησαν από τον εγκαλούντα να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 64.000 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το τίμημα της αγοράς του αυτοκινήτου στη Γερμανία, καθώς και τα έξοδα μεταφοράς και εκτελωνισμού του στην Ελλάδα. Πράγματι, κατά την συνάντηση αυτή, ο εγκαλών κατέβαλε στον εκκαλούντα X1 το χρηματικό ποσό των 28.000 ευρώ, ενώ το πρωί της επόμενης ημέρας, δηλαδή στις 6-2-2004, κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε ο M2 στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος από τον εγκαλούντα το χρηματικό ποσό των 14.000 ευρώ και από τον M1, για λογαριασμό του εγκαλούντος, το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, (Βλ. σχετ. τις από 6-2-2004 δύο αποδείξεις είσπραξης της Α.Τ.Ε., ποσών 14.000 και 20.000 ευρώ αντίστοιχα). Παρά ταύτα και μολονότι οι κατηγορούμενοι τον είχαν διαβεβαιώσει ότι θα του παρέδιδαν το εν λόγω αυτοκίνητο αμέσως μετά την καταβολή του παραπάνω ποσού, αυτοί όχι μόνο δεν του παρέδωσαν το εν λόγω αυτοκίνητο, αλλά εξαφανίσθηκαν, αποφεύγοντας πλέον να έχουν οποιαδήποτε επαφή με τον εγκαλούντα. Θορυβημένος πλέον από την ως άνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ο εγκαλών, άρχισε έρευνα στο τελωνείο για την αναζήτηση του προαναφερόμενου αυτοκινήτου, όπου προς μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε ότι, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο όχι μόνο δεν είχε εκτελωνισθεί, αλλά ότι ουδέποτε είχε εισαχθεί στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτου, αποδύθηκε σε μία αγωνιώδη προσπάθεια αναζήτησης των κατηγορουμένων, τους οποίους τελικά κατόρθωσε να ανεύρει, χάρη και στην συνδρομή του προαναφερόμενου φίλου του M1. Στην συνάντηση του με τους κατηγορούμενους και στις εντονότατες διαμαρτυρίες του για την παραπάνω εξαπατητική τους συμπεριφορά ο M2 του επέστρεψε το χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ, ενώ ο εκκαλών X1, αρνήθηκε την επιστροφή του χρηματικού ποσού που είχε καταβάλει σε αυτόν ο εγκαλών, προβάλλοντας - διάφορες προσχηματικές δικαιολογίες και εμμένοντας στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του. Στη συνέχεια φρόντισαν και οι δύο να εξαφανισθούν και πάλι και έκτοτε δεν είχαν καμία επαφή με τον εγκαλούντα.
Όλα τα παραπάνω όμως ήταν ψευδή,· πράγμα το οποίο και γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, καθόσον ούτε φερέγγυοι επιχειρηματίες ήταν, ούτε είχαν στην Θεσσαλονίκη εταιρεία εισαγωγής αυτοκινήτων, ούτε ασχολούνταν με την εισαγωγή και εκτελωνισμό αυτοκινήτων, ούτε φυσικά είχαν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τα παραπάνω υπεσχημένα, τα οποία εξαρχής είχαν λάβει την συναπόφαση να μην εκτελέσουν. Με τις παραπάνω δε ψευδείς παραστάσεις, εκ των οποίων όσες ανάγονταν στο μέλλον συνοδεύονταν από ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις αναφερομένων στο παρελθόν και παρόν γεγονότων (περί της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, του μεγάλου κύκλου πελατών που διέθεταν και της δυνατότητας τους να επιτύχουν άμεσα την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό του ρηθέντος αυτοκινήτου), παρέπεισαν τον εγκαλούντα να τους καταβάλει, χωρίς νόμιμη αιτία, τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο εξαρχής αποσκοπούσαν, με αντίστοιχη ζημία αυτού, η οποία προκλήθηκε κατά άμεσο τρόπο στην περιουσία του και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 54.000 ευρώ, ενώ αν αυτός γνώριζε την αλήθεια, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του εν λόγω χρηματικού ποσού. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι επέδειξαν μεθοδικότητα ως προς τον τρόπο σύλληψης και εκτέλεσης του σχεδίου παραπλάνησης του ανυποψίαστου παθόντος, καθώς σχεδίασαν προσεκτικά τον τρόπο ανεύρεσης υποψηφίου θύματος και φρόντισαν τεχνηέντως να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι συναντήθηκαν επανειλημμένως με τον εγκαλούντα και είχαν με αυτόν σχεδόν καθημερινή τηλεφωνική επαφή, παρέχοντας του συνεχώς τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, ενώ είχαν φροντίσει και από το παρελθόν να δημιουργήσουν την κατάλληλη υποδομή για να τελέσουν την ρηθείσα κακουργηματική πράξη, καθώς είχαν δώσει τις ίδιες ψευδείς διαβεβαιώσεις περί της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και της ενασχόλησης τους με την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό αυτοκινήτων και σε άλλα πρόσωπα, όπως στον προαναφερόμενο M1 και κάποιον M3, προσδοκώντας προφανώς με τον τρόπο αυτό να διαδοθεί ευρύτερα το ψευδές αυτό γεγονός, όπως και πράγματι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση και να προσελκύσουν έτσι ευκολότερα ανυποψίαστα θύματα (Βλ. σχετ. την από 5-9-2007 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας M1, ενώπιον της ρηθείσας ανακρίτριας). Ενεργούσαν, δηλαδή οι κατηγορούμενοι, ωσάν να επρόκειτο για την ανάπτυξη νόμιμης μορφής επιχειρηματικής δραστηριότητας και δρούσαν όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου και όχι στηριζόμενοι στην τύχη, ενώ από την προπεριγραφείσα υποδομή που είχαν διαμορφώσει και την ετοιμότητα τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως της απάτης, προκύπτει ότι ήταν σταθερά προσανατολισμένοι και στον πορισμό εισοδήματος για δικό τους λογαριασμό. Ο εκκαλών αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίσθηκε ότι: ουδεμία αξιόποινη πράξη διέπραξε. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα Y1 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ότι ασχολείται με εκτελωνισμό και εισαγωγές αυτοκινήτων, ούτε ότι διαθέτει μεγάλη εταιρεία εισαγωγής αυτοκινήτων στη Θεσσαλονίκη, ούτε ότι είχε τη δυνατότητα να εκτελωνίσει οποιοδήποτε αυτοκίνητο και τέλος ότι ουδέποτε του κατέβαλε ο εγκαλών το χρηματικό ποσό των 28.000 ευρώ. Μάλιστα, προς επίρρωση των ισχυρισμών του αυτών ανέφερε, ότι δεν είναι λογικό ένας άνθρωπος του εμπορίου, όπως είναι ο εγκαλών, να ισχυρίζεται ότι πίστεψε τόσο εύκολα κάποιον που του παρουσιάστηκε, ως δήθεν εισαγωγέας αυτοκινήτων, χωρίς να ζητήσει κάποια στοιχεία που να αποδεικνύουν την ιδιότητα του αυτή και πώς στη συνέχεια δέχθηκε να καταβάλει ένα τόσο σημαντικό ποσό σε αυτόν, χωρίς να ζητήσει κάποια παραστατικά γι' αυτήν την καταβολή, όπως θα έκανε ο οποιοσδήποτε συναλλασσόμενος. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί, είναι εντελώς αβάσιμοι, καθόσον καταρρίπτονται πλήρως από τις καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας M1, ο οποίος, τόσο κατά την προκαταρκτική εξέταση, όσο και κατά την ανάκριση, κατέθεσε με σαφήνεια, ότι ενώπιον του οι κατηγορούμενοι παρείχαν στον εγκαλούντα τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και ότι ενώπιον του και πάλι ο εγκαλών κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 28.000 ευρώ στον X1. Εξάλλου, όπως χαρακτηριστικά καταθέτει ο εν λόγω μάρτυρας, οι κατηγορούμενοι είχαν παρουσιαστεί, τόσο σε αυτόν, όσο και σε κάποιον M3, από τον οποίο τους γνώρισε, ως εισαγωγείς αυτοκινήτων (βλ. σχετ. τις από 3-3-2005 και 5-9-2007 ένορκες καταθέσεις του M1). Προς αντίκρουση των ισχυρισμών αυτών ο εκκαλών, δεν προβάλει καμία πειστική εξήγηση, ενώ δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του, καθιστώντας τους έτσι αβάσιμους και έωλους.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού απέρριψε με την ανωτέρω πλήρη αιτιολογία και εκτενή επιχειρηματολογία τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης που τελέσθηκε από αυτόν και τον ανωτέρω συγκατηγορούμενο του από κοινού και κατ επάγγελμα, με προκληθείσα στον εγκαλούντα συνολική περιουσιακή ζημία μεγαλύτερη των 15.000 € και ότι συνεπώς, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, που αποφάνθηκε ομοίως και παρέπεμψε αυτόν και τον συγκατηγορούμενό του, με το εκκαλούμενο 1074/2008 βούλευμα του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια, αφού συμπλήρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο διατακτικό του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά του βουλεύματος αυτού, το οποίο και επικύρωσε, έφεση του (319 παρ. 3 ΚΠΔ).
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες πιο πάνω αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε από κοινού, προβλέπεται δε και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 στ, 45 και 386 παρ. 1, 3 εδαφ. α ΠΚ, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 Ν. 2721/1999, από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών παραθέτει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την στοιχειοθέτηση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως προκύψαντα από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, τόσον της πράξεως της απάτης, στη βασική της μορφή, όπως αυτή αναλύθηκε στην νομική σκέψη, όσον και της τιμωρήσεως της σε βαθμό κακουργήματος με τις ανωτέρω εκτενείς παραδοχές για την κατ επάγγελμα τέλεση αυτής, λόγω της υποδομής που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι είχαν δημιουργήσει ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενος του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, από την οποία προκύπτει σκοπός τους για πορισμό από την πράξη αυτή εισοδήματος. Δεν απαιτούνταν δε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, της αναιρέσεως, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, να αναφέρει το Συμβούλιο, πέραν των μαρτυρικών καταθέσεων και άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως ιδιωτικό συμφωνητικό και απόδειξη εισπράξεως, από τα οποία να συνάγεται η κρίση για την συμφωνία αναζητήσεως, ανευρέσεως, εισαγωγής στην Ελλάδα και παραδόσεως στον εγκαλούντα του ανωτέρω πολυτελούς αυτοκινήτου, με καταβολή του ποσού των 64.000 €, καθώς επίσης και για την καταβολή εκ του ανωτέρω ποσού στον αναιρεσείοντα 28.000 € σε μετρητά (στον συγκατηγορούμενό του καταβλήθηκαν, με δύο καταθέσεις στον λογαριασμό που τηρούσε στην Α.Τ.Ε., 34.000 €), χωρίς βέβαια η καταβολή στον καθένα των ανωτέρω ποσών να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, στην ορθότητα της κρίση της από κοινού τελέσεως της πράξεως. Ούτε περαιτέρω απαιτείται, προς θεμελίωση της από κοινού τελέσεως του εγκλήματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, να αναφέρονται οι κατ' ιδίαν πράξεις των δύο συναυτουργών προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως αυτού, αρκεί που γίνεται δεκτό ότι οι συγκατηγορούμενοι, κατόπιν συναπόφασης και ενεργούντες με κοινό δόλο, προέβησαν στον χρόνο που δέχθηκε το Συμβούλιο (από 1 μέχρι 5-2-2004), στις παραστάσεις των γεγονότων που αναφέρονται εκτενώς στο σκεπτικό του Βουλεύματος, τα οποία, όπως προέκυψε εκ των υστέρων, ήσαν ψευδή, με αποτέλεσμα να πεισθεί ο εγκαλών και να καταβάλλει τα ανωτέρω ποσά, προκειμένου να του παραδοθεί το αυτοκίνητο, το οποίο, κατά τις ψευδείς παραστάσεις των δύο ως άνω συγκατηγορουμένων, είχε αφιχθεί από την Γερμανία, όπου το βρήκαν και το προμηθεύτηκαν, βρισκόταν δε στο Τελωνείο και μετά τον εκτελωνισμό θα το παραλάμβανε. Επίσης δεν πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας ως προς την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, από τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του, η παραδοχή του βουλεύματος ότι η απατηλή συμπεριφορά και των δύο, όπως εξειδικεύεται στο σκεπτικό του, έλαβε χώρα στο ανωτέρω χρονικό διάστημα, και ήταν ικανή να πείσει τον εγκαλούντα για να προβεί στην επιζήμια ως άνω περιουσιακή διάθεση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, αφού όπως ανελέγκτως έγινε δεκτό, και οι επανειλημμένες συναντήσεις του εγκαλούντος με τους δύο κατηγορουμένους στο διάστημα αυτό, ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν και πραγματοποιήθηκαν, στις, κατά τις συναντήσεις αυτές, ψευδείς παραστάσεις των γεγονότων που αναφέρονται στο σκεπτικό του βουλεύματος προέβησαν αυτοί και τέλος αυτές ήσαν ικανές να πείσουν και έπεισαν τον εγκαλούντα να καταβάλλει τα ανωτέρω ποσά, κατά τα οποία μετ' αφαίρεση του επιστραφέντος ποσού των 8.000 € και ζημιώθηκε τελικά η περιουσία του. Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στην νομική σκέψη, δεν επιδρά στην στοιχειοθέτηση της απάτης, αντικειμενικά, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, το ότι ορισμένες ψευδείς παραστάσεις αφορούσαν μελλοντικά πραγματικά περιστατικά και συμβατικές υποχρεώσεις (ανεύρεση στη Γερμανία του συγκεκριμένου τύπου αυτοκινήτου, εισαγωγή του στην Ελλάδα, εκτελωνισμός του και παράδοση του στον εγκαλούντα), αφού, όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, συνοδεύονταν ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονταν στο παρόν ή το παρελθόν (επιχειρηματική δραστηριότητα στην εισαγωγή και εμπορία αυτοκινήτων, μεγάλος κύκλος πελατών, δυνατότητα να επιτύχουν άμεσα την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό του συγκεκριμένου αυτοκινήτου) και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ως άνω ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τους δύο κατηγορούμενους, που είχαν ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους, όπως και τελικά έγινε. Τέλος το Συμβούλιο αιτιολογεί πλήρως την δημιουργία από τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενο του υποδομής με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της εν λόγω πράξης (εμφάνισή τους ως δραστηριοποιουμένων επαγγελματικώς, στον τομέα εισαγωγής από την Γερμανία και εμπορίας πολυτελών αυτοκινήτων, με απόλυτη επιτυχία, την οποία εγγυάτο ο μεγάλος κύκλος πελατών, ψευδείς παραστάσεις περί τούτων και σε άλλα πλην του εγκαλούντος πρόσωπα, που κατονομάζονται, με σκοπό να λάβει χώρα περαιτέρω διάδοση της δήθεν επαγγελματικής αυτής δραστηριότητάς τους, για να προσελκύσουν έτσι και άλλα υποψήφια θύματα), γεγονός που καταδεικνύει ότι ενήργησαν κατόπιν σχεδίου, οργανωμένα και δεν επρόκειτο για μεμονωμένη περίπτωση εξαπατήσεως, εξού συνάγεται και ο σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος από την παράνομη δραστηριότητα της τελέσεως του εγκλήματος της απάτης, με αποτέλεσμα να υφίσταται κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης αυτής, η οποία, σε συνδυασμό με το επιτυχθέν απ αυτούς, συνολικώς, παράνομο περιουσιακό όφελος των (62.000 € - 8.000 €) 54.000 €, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος, να προσδίδει κακουργηματικό χαρακτήρα στην πράξη τους αυτή και δεν χρειαζόταν να διαλάβει στο σκεπτικό της τα πρόσθετα στοιχεία, που αβάσιμα με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως επικαλείται ο αναιρεσείων και δη την κυκλοφορία διαφημιστικού υλικού, την έκδοση εικονικών τιμολογίων πωλήσεως αυτοκινήτων ή εγγράφων εκτελωνισμού. Ορθώς λοιπόν με βάση τις παραδοχές αυτές, που δεν είναι ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές, ούτε παρουσιάζουν λογικά κενά, το προσβαλλόμενο βούλευμα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 386 παρ 1 και 3 α, 45 και 13 στ' ΠΚ και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατ αμφότερα τα σκέλη του, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσον για το βασικό έγκλημα της απάτης, όσον και για την κατ' επάγγελμα τέλεσή του που το καθιστά κακούργημα (484 παρ. 1 δ'ΚΠΔ), αλλά και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο πλήττεται το βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (484 παρ. 1 β ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αναιρέσεως πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 27/2009 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του X1, για αναίρεση του 343/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή