Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1872 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Πλαστογραφία με χρήση. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι κατά τον αναιρεσείοντα, το Δικαστήριο προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και περιέχει αυθαίρετα συμπεράσματα. Τέλος, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων δεν περιλαμβάνεται, ενώ θα έπρεπε, κατά τον αναιρεσείοντα, να περιληφθεί και το φερόμενο ως πλαστό τοπογραφικό σχεδιάγραμμα. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, διότι η απόφαση έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αξιολογώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα. Δεν απαιτείται η ανάγνωση του πλαστού εγγράφου, διότι τούτο είναι το αντικείμενο του εγκλήματος. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1872/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπακωνσταντίνου περί αναιρέσεως της 5181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.771/08.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 και 364 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αποφανθεί σε αίτημα του κατηγορουμένου για την ανάγνωση εγγράφων της αποδεικτικής διαδικασίας ή αν ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία για τη στήριξη της κατηγορίας έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δημιουργείται σχετική και απόλυτη κατά περίπτωση ακυρότητα. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο η κλήση του κατηγορουμένου προς εμφάνισή του στο δικαστήριο, τα αποδεικτικά επιδόσεως των κλήσεων αυτών, παρεμπίπτουσες αποφάσεις, τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικά τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 5181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην ... την 22.9.03 εκμεταλλευόμενος την κάποια επαγγελματική σχέση του με τον υπομηχανικό ΑΑ (είχαν συνεργαστεί παλαιότερα με την ανάθεση στον τελευταίο τοπογραφικών διαγραμμάτων οικοπέδων γης που ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόταν ή είχε πρόθεση να το πράξει) και επωφελούμενος της σύντομης απουσίας του από το γραφείο του, χρησιμοποίησε την επαγγελματική σφραγίδα του πολιτικού μηχανικού Ψ, την οποία ο τελευταίος είχε εμπιστευθεί στον ΑΑ και έθεσε επί του τοπογραφικού διαγράμματος που απεικόνιζε την ιδιοκτησία του εντολέα του ΒΒ, στον οποίο είχε εμφανιστεί ως πολιτικός μηχανικός και είχε αναλάβει τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος της ιδιοκτησίας του. Επίσης, εκτός από την υπογραφή και σφραγίδα του πολιτικού μηχανικού ΒΒ, έθεσε χειρόγραφη δήλωση του Ν. 651/77 και 1337/83 με την οποία δηλωνόταν ότι το οικόπεδο που απεικονιζόταν στο διάγραμμα ήταν εντός οικισμού, άρτιο και οικοδομήσιμο. Πλην όμως, όλα τα ανωτέρω στοιχεία και ειδικότερα η υπογραφή και η σφραγίδα, καθώς και οι δηλώσεις του φερόμενου ως συντάκτη Ψ είχαν τεθεί από τον κατηγορούμενο χωρίς την γνώση ή την συναίνεσή του, προκειμένου να παραπλανηθεί ο εντολέας του ΒΒ στον οποίο είχε εμφανιστεί ως πολιτικός μηχανικός ότι αυτός είχε καταρτίσει νομότυπο τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου του και έτσι μπορέσει να το χρησιμοποιήσει (ο τελευταίος) όπως και έγινε στην κατάρτιση του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δαφνούλας Ιατρού - Ξηρού που αφορούσε δωρεά του ανωτέρω ακινήτου από τον ΒΒ στον ΓΓ. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που έθεσε την υπογραφή και σφραγίδα του μηχανικού (αναφέρεται το επώνυμο του Ψ) αποδεικνύεται από το ότι ο τελευταίος ουδεμία σχέση ή επαφή είχε με τον εγκαλούντα εκτός με εκείνη με τον ΑΑ, με τον οποίο στο παρελθόν είχε συνεργαστεί και εξ αιτίας αυτής προφανώς της συνεργασίας βρισκόταν η σφραγίδα του στα γραφεία του τελευταίου, όπως και από το ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε σε τηλεφωνική συνδιάλεξη που είχε με τον πολιτικό μηχανικό που ανέλαβε στη συνέχεια και μετά την αποκάλυψη της πλαστότητας του τοπογραφικού διαγράμματος, το οποίο εκτός από τα άνω ψευδή στοιχεία είχε και εσφαλμένη απεικόνιση του ακινήτου, το οποίο εμφάνιζε μικρότερο σε σχέση με την παρακείμενη ιδιοκτησία του κατηγορουμένου, ότι αυτός ήταν πολιτικός μηχανικός και είχε αρμοδιότητα να συντάξει ως εκ τούτου το τοπογραφικό διάγραμμα. Επίσης, ο ίδιος παραδέχθηκε στον εγκαλούντα και περιέχεται στην κατάθεση του τελευταίου, χωρίς να διαψεύδεται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της δικογραφίας, σε τηλεφωνική τους επικοινωνία σχετικά με την υπογραφή του στο ένδικο τοπογραφικό διάγραμμα ότι το έκανε για να εξυπηρετήσει κάποιον "φουκαρά", δηλαδή ότι είχε την πρόθεση να βεβαιώσει, όπως και έγινε στο τέλος, τα στο κατηγορητήριο ψευδή άνω γεγονότα. Αλλά και η τυφλότητα του εντολέα του, ο οποίος δεν μπορούσε να διακριβώσει ότι υπήρχε άλλο όνομα και σφραγίδα στην θέση του πολιτικού μηχανικού από εκείνο του κατηγορουμένου ήταν ένα επιπλέον στοιχείο το οποίο αυτός εκμεταλλεύτηκε για να τελέσει την εγκληματική του ενέργεια, η οποία διαπιστώθηκε όταν ο ενδιαφερόμενος προσκόμισε το τοπογραφικό διάγραμμα στη συμβολαιογράφο, η οποία του είπε ότι συντάκτης ήταν κάποιος ... (αναφέρεται το επώνυμο του Ψ). Τέλος, μόνος που είχε έννομο συμφέρον από την πλαστογράφηση του συγκεκριμένου τοπογραφικού διαγράμματος ήταν ο κατηγορούμενος, αφού και την αμοιβή του "μηχανικού" εισέπραξε και το ακίνητο στο τοπογραφικό εμφάνισε κατά 20 τ.μ. μικρότερο προς όφελος της όμορης ιδιοκτησίας του. Με βάση τα ανωτέρω, το δικαστήριο πείσθηκε ότι αυτός είχε τελέσει το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα ειδικότερο στο διατακτικό οριζόμενα". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ότι ενώ ανέγνωσε τα τοπογραφικά που ελήφθησαν από την Πολεοδομία, παρέλειψε να προβεί σε σχολιασμό αυτών και να συγκρίνει τις υπάρχουσες υπογραφές και λοιπά στοιχεία από τα οποία προέκυπτε η ταυτότητα του προσώπου που έθεσε τις υπογραφές και τα στοιχεία αυτά ότι δεν αιτιολογείται στην προσβαλλομένη απόφαση από ποιο αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι ο αναιρεσείων έλαβε αμοιβή, ούτε σχολιάζεται η υπ' αριθ. 20/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κυπαρισσίας η οποία απέρριψε την αγωγή του ΒΒ και ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να αναγράψει το αναγνωσθέν τοπογραφικό που συνετάγη προς τριακονταετίας, από το οποίο προέκυπτε πλήρως ότι το νέο τοπογραφικό που συνετάγη καθ' υπόδειξη των ορίων από αυτόν (αναιρεσείοντα) απέδιδε την πραγματικότητα και την αλήθεια, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες αφού, όπως και στην μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρεται, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη κλπ), το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα ενώ δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά. Επίσης και η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν περιλαμβάνει μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και το φερόμενο ως πλαστό τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, παρά το γεγονός ότι ως προς αυτό γίνεται επανειλημμένη αναφορά στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι, όπως και ανωτέρω εκτίθεται, δεν απαιτείται η ανάγνωση του ως άνω εγγράφου, αφού πράγματι αυτό είναι και το αντικείμενο του εγκλήματος της πλαστογραφίας. ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, ο από το άρθρο 510 παρ. Γ στοιχ. Δ Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλον λόγο αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Οκτωβρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά της 5181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή