Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 583 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.




Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 583/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπάκα, για αναίρεση της με αριθμό 6.956/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ...., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.001/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαίτιου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 6956/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στις 22 Ιανουαρίου 2000 στην Αθήνα επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο της μηνύτριας ...., με την οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό, λόγω δε του ότι αρνείτο να αποδεχθεί την απόφασή της για διακοπή της σχέσης τους αφού αυτός ήταν παντρεμένος άρχισε να την κτυπά με τις γροθιές του στο πρόσωπο και σε άλλα σημεία του σώματός της με αποτέλεσμα να τις προξενήσει εκχυμώσεις και αιματώματα αμφοτέρων των έξω οφθαλμικών χώρων, έσω επιφανείας άνω και κάτω χείλους, δεξιάς άκρας χειρός και δεξιάς μηριαίας χώρας. Λόγω της έντασης της πιο πάνω επίθεσης και των γρονθοκοπημάτων που κατέφερε στο κεφάλι της παθούσας ήταν δυνατόν να επέλθει βαρειά σωματική βλάβη σ' αυτήν". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ...... για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 309 σε συνδυασμό με 308 του Π.Κ.. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Από το όλο δε περιεχόμενο της απόφασης, χωρίς καμία αμφιβολία προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει την καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Επίσης, αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πώς προκλήθηκε η σωματική κάκωση στην παθούσα, το μέσο με το οποίο έγινε αυτή (γροθιές) και το σημείο στο οποίο επλήγη η παθούσα (κεφάλι) και εκτίθεται περαιτέρω ότι από τον τρόπο, με τον οποίον τελέσθηκε η ειρημένη πράξη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και από το σημείο του σώματος της παθούσης, το οποίο επλήγη και το οποίο κατονομάζει ειδικώς, μπορούσε να προκληθεί σ' αυτήν, βαριά σωματική βλάβη. Σε σχέση δε με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών, εντεύθεν δε είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Περαιτέρω: 1] Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι εν μέρει [και όχι στο σύνολό του] ταυτόσημο του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκείμενη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές. Εξάλλου, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά, 2] Περαιτέρω, ο προβληθείς από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός ότι η ειρημένη πράξη του συνιστά όχι επικίνδυνη σωματική βλάβη, αλλά απλή σωματική βλάβη είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής. Άλλωστε αιτιολογεί επαρκώς εκ του πράγματος η προσβαλλόμενη απόφαση την απόρριψη του ισχυρισμού του περί μεταβολής της κατηγορίας σε απλή σωματική βλάβη και στη συνέχεια την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 31 του Ν.3346/2005, όταν δέχεται ότι αυτός τέλεσε το ως άνω έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι . Κατά τα λοιπά και καθ' όσον με τους ίδιους λόγους αναίρεσης προβάλλεται ότι τα αναφερόμενα περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων, και είναι γι' αυτό απαράδεκτοι Από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 3 και 335 παρ. 2 του ΚΠΔ σαφώς προκύπτει, ότι αν ο Εισαγγελέας ή κάποιος από τους διαδίκους λάβει το λόγο δικαιούνται μεν να λάβουν τον λόγο και οι λοιποί διάδικοι, εφόσον όμως ζητήσουν αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση ή από το δικαστήριο στο οποίο μετά από άρνηση του διευθύνοντος θα προσφύγουν δημιουργουμένης ακυρότητας της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. δ` του ΚΠΔ μόνον αν το δικαστήριο αποστερήσει από αυτούς το πιο πάνω δικαίωμα που ζήτησαν να ασκήσουν. Από το ότι συνεπώς στη προκείμενη υπόθεση απορρίφθηκε με πρόταση του Εισαγγελέα αίτημα της πολιτικώς ενάγουσας για αναβολή της δίκης, δεν έπεται ότι έπρεπε να δοθεί ο λόγος και στον αναιρεσείοντα ή στο συνήγορό του, οι οποίοι όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αντέλεξαν στην αναβολή αυτή, και δεν δημιουργείται από αυτό λόγος αναίρεσης της απόφασης κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Α του ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο 171 παρ. δ του ίδιου Κώδικα, αφού δεν υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα και δεν βεβαιώνεται στα πρακτικά, ότι ζητήθηκε από αυτούς ο λόγος και το δικαστήριο αρνήθηκε να δώσει τούτον, αλλά τουναντίον, όπως πιο πάνω λέχθηκε, αυτοί δεν αντέλεξαν. Πρέπει συνεπώς ο από το άρθρο 510 § 1Α' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Απριλίου 2008 αίτηση του ..... για αναίρεση της 6956/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία καθορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή