Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1296 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1296/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 3109/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκους ... και 3) Ψ3, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 29 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1053/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, άλλως εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης καθίσταται εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος, απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή του και άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ συνάγεται, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται διάδοση ή ισχυρισμός από τον υπαίτιο, ενώπιον άλλου, για τρίτον, γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τρίτου αυτού, το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να είχε γνώση της αναλήθειάς του. Ως γεγονός, κατά την έννοια του νόμου, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά ή έκφραση γνώμης ή κρίσης ή χαρακτηρισμού που σχετίζεται με γεγονός, αναφέρεται στο παρόν ή στο παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική ή την ευπρέπεια. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση αυτών, όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Ειδικά η ύπαρξη της προαναφερόμενης μορφής του δόλου, που αφορά και τις δύο μνημονευθείσες αξιόποινες πράξεις, απαιτεί την αναφορά στο σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης ειδικής και αναλυτικής αιτιολογίας, συντελούμενης με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3109/2007 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε ανέλεγκτα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων Χ1) κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, υπέβαλαν σε βάρος των εγκαλούντων Ψ1, Ψ4 και Ψ3, τις από 09-07-2001 εγκλήσεις, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας, με ταυτόσημο περιεχόμενο στις οποίες ανέφεραν μεταξύ άλλων, ότι οι παραπάνω εγκαλούντες τους απείλησαν με τη φράση "φύγετε και θα πάθετε χειρότερα" ενώ απευθυνόμενοι στους παρόντες κατηγορουμένους τους απηύθυναν τη φράση "κάτσε εδώ αν είσαι άντρας να αναμετρηθείς μαζί μας και όχι σαν γυναίκα με φουστάνια στον Εισαγγελέα και τον Ανακριτή", ταυτόχρονα δε τους έβρισαν τους προπηλάκισαν και τους απώθησαν. Όπως προέκυψε όμως, τα γεγονότα αυτά, που οι κατηγορούμενοι διέλαβαν στις από 09-07-2001 εγκλήσεις τους ήταν ψευδή, καθώς όπως αποδείχθηκε ουδεμία ύβρη, απειλή ή προπηλακισμός αυτών εκ μέρους των νυν εγκαλούντων δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της γενικής συνέλευσης του Δασικού Συνεταιρισμού Ριζωμάτων, όπως αυτοί εν γνώσει τους ψευδώς ισχυρίσθηκαν με τις παραπάνω εγκλήσεις τους. Οι κατηγορούμενοι δε σκοπό είχαν αφενός μεν την κατά δίωξη των εγκαλούντων αφού κατ' αυτών ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα αδικήματα της εξύβρισης κατά συρροή και απειλής κατά συρροή αφετέρου δε να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη τους. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι με τη με αριθμό 1940/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Βέροιας, οι νυν εγκαλούντες απαλλάχθηκαν από τις ανωτέρω κατηγορίες που τους αποδόθηκαν και συνεπώς, όσον αφορά το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ κατά την οποία αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχθηκε ότι το πρόσωπο που είχε δυσφημηθεί είχε τελέσει την αξιόποινη πράξη [όπως στη προκείμενη περίπτωση], τότε θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός είναι ψευδές. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι νυν εγκαλούντες έλαβαν γνώση των σε βάρος τους εγκλήσεων και των ψευδών γεγονότων που αναφέρονται σ' αυτές στις 19-11-2001 όταν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Πταισματοδίκη Βέροιας για να απολογηθούν και υπέβαλαν την ένδικη έγκληση τους στις 29-1-2002 ήτοι εντός της τριμήνου προθεσμίας που απαιτεί ο νόμος. Τέλος αποδείχθηκε ότι όσον αφορά τον επίσης εγκαλούντα Ψ3, από το ίδιο το περιεχόμενο των εγκλήσεων που υποβλήθηκαν σε βάρος του από τους κατηγορούμενους, προκύπτει ότι τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα που αυτοί ισχυρίσθηκαν δεν αφορούσαν και αυτόν παρά μόνον τους υπόλοιπους τρεις εγκαλούντες. Επομένως, ενόψει αυτών, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται σε βάρος των εγκαλούντων Ψ1, Ψ4 και Ψ3, Αθώοι δε των πράξεων τούτων σε βάρος του εγκαλούντα Ψ2, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας". Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως και του επέβαλε συνολική ποινή δέκα έξι (16) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, όπως γι' αυτές τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 362, 363 του ΠΚ. τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, ως προς την εκ μέρους του αναιρεσείοντος γνώση του ψεύδους των παραπάνω περιστατικών, που αποτελούν και περιεχόμενο της καταμηνύσεως, υπάρχει αιτιολογία για τη θεμελίωση του ειδικού δόλου του αναιρεσείοντος, αφού ο σχετικός (ψευδής) ισχυρισμός του "ότι οι εγκαλούντες τους απείλησαν με τη φράση "φύγετε και θα πάθετε χειρότερα ενώ απευθυνόμενοι στους παρόντες κατηγορουμένους (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο αναιρεσείων) τους απηύθυναν τη φράση "κάτσε εδώ αν είσαι άνδρας να αναμετρηθείς μαζί μας και όχι σαν γυναίκα με φουστάνια στον Εισαγγελέα και τον Ανακριτή" ταυτόχρονα δε τους έβρισαν τους προπηλάκισαν και τους απώθησαν "ανενδοίαστα προκύπτει ότι στηρίζεται σε άμεση (προσωπική) του πεποίθηση και αντίληψη αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως καμία ύβρις, απειλή ή προπηλακισμός αυτού δεν έλαβε χώρα εκ μέρους των νυν εγκαλούντων κατά τη διάρκεια της συνελεύσεως του Δασικού Συνεταιρισμού Ριζωμάτων. Επίσης σαφώς προσδιορίζονται οι καταμηνυθείσες πράξεις της εξυβρίσεως και απειλής. Δεν υπάρχει δε αντίφαση στο αιτιολογικό της αποφάσεως διότι η αναφορά στην αρχή του ονόματος του εγκαλούντος Ψ3 αντί του ορθού Ψ2 που αναφέρεται στη συνέχεια οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν εμήνυσε τους πολιτικώς ενάγοντες ως φυσικούς αυτουργούς εξυβρίσεως και απειλής αλλά ως ηθικούς αυτουργούς των ανωτέρω πράξεων, ότι οι ήδη εγκαλούντες με την υπ' αριθμ. 1940/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας κηρύχθηκαν αθώοι της απειλής και παρανόμου βίας και όχι απειλής και εξυβρίσεως, είναι απαράδεκτες, διότι, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς οι λόγοι δεύτερος και τρίτος της αιτήσεως αναιρέσεως, και πρώτος, δεύτερος τρίτος και τέταρτος των προσθέτων λόγων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 141 και 366 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στα πρακτικά συνεδρίασης του Ποινικού Δικαστηρίου καταχωρίζεται σε συντομία, εκτός άλλων, και η απολογία του κατηγορουμένου, χωρίς να απαιτείται η καταχώρηση ιδιαίτερα των ερωτήσεων, που υποβάλλονται στον κατηγορούμενο μετά το περάς της απολογίας του αρχικά από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον Εισαγγελέα και τους δικαστές και συνέχεια από τους υπόλοιπους διαδίκους και τους συνηγόρους του, οι οποίοι υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, καθώς επίσης και πλήρων των απαντήσεων που δίδει ο κατηγορούμενος στις ερωτήσεις αυτές, εκτός αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να καταχωριστεί ορισμένη απάντησή του. από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται για έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε από το δικαστήριο την καταχώριση απαντήσεών του σε τεθείσες ερωτήσεις από τους παράγοντες της δίκης, και αυτό αρνήθηκε ή απέρριψε παρά το νόμο σχετικό του αίτημα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' κατά τον οποίο επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως γιατί δεν καταχωρίσθηκαν οι απαντήσεις του αναιρεσείοντος σε τεθείσες ερωτήσεις των παραγόντων της δίκης, χωρίς περαιτέρω ισχυρισμό ότι ζητήθηκε η καταχώριση των αποκρίσεων αυτών και το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε δεν απάντησε ή αρνήθηκε αδικαιολογήτως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 50 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. Κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις που ορίζονται ρητά στον ποινικό κώδικα ή σε άλλους νόμους η ποινική δίωξη γίνεται μόνο με έγκληση του παθόντος. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 362, 363 και 368 παρ. 1 ΠΚ, η ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του παθόντος. Από την τελευταία διάταξη, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β` και 370 εδ. β` ΚΠΔ, συνάγεται ότι η έλλειψη της απαιτούμενης εγκλήσεως έχει ως συνέπεια την κήρυξη της ποινικής διώξεως ως απαράδεκτης από το συμβούλιο ή το δικαστήριο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' περίπτ. στ' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, η οποία αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο καταδίκασε κάποιον για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά έγγραφα, που υπάρχουν στη δικογραφία και επισκοπούνται επιτρεπτώς, προκύπτουν τα εξής: Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο συκοφαντικής δυσφημήσεως των Ψ1, Ψ4 και Ψ3. Ειδικότερα, η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων συνίσταται στο ότι στις 9-7-2001 στη ... ενεργώντας από κοινού, ενεργώντας με πρόθεση, διέδωσαν ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και οι κατηγορούμενοι γνώριζαν το ψεύδος τους. Ειδικότερα, υπέβαλαν σε βάρος των εγκαλούντων Ψ1, Ψ4 και Ψ3, τις από 09-07-2001 εγκλήσεις, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας, με ταυτόσημο περιεχόμενο, στις οποίες ανέφεραν μεταξύ άλλων, ότι οι ανωτέρω εγκαλούντες της παρούσας, με τις ιδιότητες τους ως μέλη του Δασικού Συνεταιρισμού Ριζωμάτων και οι δύο πρώτοι εξ αυτών ως μέλη του Δ.Σ. του άνω Συνεταιρισμού, ο πρώτος ως ταμίας και ο δεύτερος ως απλό μέλος του τελευταίου και στη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης της 29-04-2001, προέβησαν σε αξιόποινες πράξεις κατά των κατηγορουμένων, οι οποίοι είναι και αυτοί μέλη του άνω συνεταιρισμού, παριστάμενοι στην ως άνω γενική συνέλευση. Ειδικότερα δε και σύμφωνα με την ως άνω έγκληση, οι παραπάνω εγκαλούντες τους απείλησαν με τη φράση "φύγετε και θα πάθετε χειρότερα" ενώ απευθυνόμενοι στους παρόντες κατηγορουμένους τους απηύθυναν τη φράση "κάτσε εδώ αν είσαι άντρας να αναμετρηθείς μαζί μας και όχι σαν γυναίκα με φουστάνια στον Εισαγγελέα και τον Ανακριτή", ταυτόχρονα δε τους έβρισαν τους προπηλάκισαν και τους απώθησαν.
Τα παραπάνω, όμως, που οι κατηγορούμενοι διέλαβαν στις από 09-07-2001 εγκλήσεις τους ήταν ψευδή, καθώς αληθές ήταν ότι καμία ύβρις, απειλή ή προπηλακισμός δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της ανωτέρω γενικής συνέλευσης του ως άνω Δασικού Συνεταιρισμού, ενώ όλα τα ανωτέρω γενόμενα γνωστά μέσω των άνω εγκλήσεων σε ευρύ κύκλο προσώπων (Εισαγγελέως, γραμματέων, προανακριτικών υπαλλήλων κ.λ.π.) έβλαψαν την τιμή και υπόληψη των εγκαλούντων". Όμως οι προαναφερθέντες μηνυτές με τη μήνυσή τους που έγινε την 29-1-2002 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας και επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της υπάρξεως εγκλήσεως, καταμήνυσαν τον αναιρεσείοντα μόνο για ψευδή καταμήνυση.
Συνεπώς, στην ως άνω μήνυση δεν περιέχεται έγκληση των φερομένων ως παθόντων Ψ1, Ψ4 και Ψ3 για συκοφαντική δυσφήμηση αυτών εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Παρά ταύτα, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Βέροιας άσκησε κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση για την οποία και καταδικάσθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Έτσι πράττοντας το ρηθέν Εφετείο, υπερέβη την εξουσία του, αφού καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για συκοφαντική δυσφήμηση των ως άνω μηνυτών, χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη έγκληση αυτών και γι' αυτό πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού τελευταίου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1, να αναιρεθεί ως προς αυτόν εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του ως άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την ως άνω αξιόποινη πράξη ασκηθείσα ποινική δίωξη και να απαλειφθεί η διάταξη αυτής με την οποία το δικαστήριο στον καθορισμό της συνολικής ποινής, συνυπολόγισε και τη ποινή για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, μη θιγομένης της αποφάσεως ως προς την διάταξη αυτής περί της επιβληθείσης συνολικής σε βάρος του ποινής για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 3109/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και δη ως προς τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Κηρύσσει απαράδεκτη την κατά του κατηγορουμένου Χ1 ασκηθείσα ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση, όπως η πράξη αυτή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ειδικότερα αναφέρεται.

Απαλείφει τη διάταξη της παραπάνω αποφάσεως με την οποία το Δικαστήριο στον καθορισμό της συνολικής ποινής για τον αναιρεσείοντα συνυπολόγισε και τη ποινή για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, μη θιγομένης της αποφάσεως ως προς τη διάταξη αυτής περί της επιβληθείσης σε βάρος του, συνολικής ποινής για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την υπ' αριθμ. 34/28-5-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή