Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1640 / 2009    (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Χρήση πλαστού εγγράφου. Νόθευση εγγράφου. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή του νόμου από Δικαστήριο της ουσίας. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης και πρόσθετων λόγων για έλλειψη αιτιολογίας και μη ορθή εφαρμογή ποινικών διατάξεων.




Αριθμός 1640/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 41-42 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 κάτοικο ... 2) Ψ2 κάτοικο ... και 3) Ψ3 κάτοικο .... που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 15 Ιουνίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 710/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ίδιου Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ιδίου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από ..., ... και 2... αποδεικτικά επίδοσης του αρχιφύλακα ...του Α.Τ. ..., της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και του επιμελητή Δικαστηρίων της ίδιας Εισαγγελίας .... αντίστοιχα, οι πολιτικώς ενάγοντες Ψ1 , Ψ3 και Ψ2 κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Αυτοί όμως δεν εμφανίστηκαν όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση και έγινε η συζήτηση αυτής. Γι'αυτό το Δικαστήριο θα προσχωρήσει στη συζήτησή της, αφού εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Με την από 8-4-2009 αίτηση του Χ1 ζητείται για τους σ'αυτήν αναφερομένους δύο λόγους αναίρεσης η αναίρεση της υπ'αριθμ. 41-42/2009 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, Μαζί με αυτήν θα εξετασθούν και οι από 17-6-2009 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Ειδικώτερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου από τρίτο πρόσωπο απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το χρησιμοποιηθέν έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Ο τρίτος λόγος αναίρεσης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ του Κ.Π.Δ.) ιδρύεται για παραβίαση των διατάξεων που αφορούν τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, δηλαδή για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 329, 330 και 331 του ως άνω Κώδικα, αφού στην έννοια της δημοσιότητας συμπεριλαμβάνονται και η προφορικότητα, η αμεσότητα της διαδικασίας και η κατ' αντιδικία διεξαγωγή της δίκης. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται ότι η συνεδρίαση δεν έγινε δημόσια, υπό την έννοια ότι δεν ήταν δυνατή η ελεύθερη είσοδος στην αίθουσα συνεδριάσεως του δικαστηρίου και η κατά τρόπο ανεμπόδιστο παρακολούθηση της διαδικασίας στο ακροατήριο στον καθένα που επιθυμούσε αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για το ότι η συνεδρίαση αυτού κατά τη 14 Ιανουαρίου 2009 δεν ήταν δημόσια. Από τα ταυτάριθμα όμως με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά τα οποία δεν προσβάλλει ο αναιρεσείων ως πλαστά, σαφώς προκύπτει ότι όλες οι συνεδριάσεις του ως άνω Δικαστηρίου ήταν δημόσιες, δηλαδή και αυτή της 14ης Ιανουαρίου 2009 (Βλ. πρώτη σελίδα των πρακτικών). Πρέπει να σημειωθεί ότι η διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα άρχισε κατ' ουσίαν την 14-1-2009, όταν ο αναιρεσείων το μεν διόρισε συνηγόρους για να τον υπερασπισθούν το δε πρόβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του και γενικά συμμετείχε στη δίκη χωρίς να στερηθεί κάποιο δικαίωμά του (Βλ. σελ. 2 έως 5 της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου.
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρα 171 παρ. 1 δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ). Ειδικώτερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης σε βάρος του, και την από 10-9-2001 (εσφαλμένα αναφέρεται αυτή στο αναιρετήριο με ημερομηνία 10-1-2001) αναφορά του δικηγόρου Ψ1 (πολιτικώς ενάγοντος) προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ενώ το έγγραφο τούτο δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου πλήρως διαπιστώνεται από την χωρίς όρκο κατάθεση, λόγω της ιδιότητάς του ως πολιτικώς ενάγοντος, του Ψ1 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 980/2006 απόφασή του, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (3ο φύλλο αυτών) και τα οποία αναγνώσθηκαν (υπ' αριθμ. 1 σχετικό) δημόσια στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. 11η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 41-42/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Κατά του Ζ1 και Ζ2 κατοίκων ... ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση, από κοινού, ήτοι για παράβαση των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 98, 375 παρ. 1 εδ. τελευταίο και 2 Π.Κ. κατόπιν της από 19-3-2001 εγκλήσεως του Π1 κατοίκου ..., της από 19-3-2001 εγκλήσεως του ... της από 19-3-2001 εγκλήσεως του ... της από 19-3-2001 εγκλήσεως του ..., της από 19-3-2001 εγκλήσεως του Ψ3 της από 23-3-2001 εγκλήσεως του ...., της από 28-3-2001 εγκλήσεως της Ψ2 και της από 26-3-2001 εγκλήσεως του Π2 και παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως από τον Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ1 μετά την απολογία του ενώπιον του ως άνω Ανακριτή, κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος και κρατήθηκε προσωρινά δυνάμει του υπ' αριθμ. 20/2001 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του ανωτέρω Ανακριτή από 19-6-2001. Με το υπ' αριθμ. 1370/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (κακουργημάτων) και οι δύο ως άνω κατηγορούμενοι για να δικασθούν ως υπαίτιοι τελέσεως του προαναφερομένου κακουργήματος για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτών ποινική δίωξη. Δυνάμει του ιδίου βουλεύματος διατηρήθηκε σε ισχύ η υπ' αριθμ. 26/2001 διάταξη του Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δυνάμει της οποίας είχαν επιβληθεί στο δεύτερο κατηγορούμενο Ζ2 οι περιοριστικοί όροι που είχαν τεθεί σ' αυτόν, ενώ έγινε δεκτή η από 25-6-2001 προσφυγή του Ζ1 κατά του υπ' αριθμ. 20/2001 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και αντικαταστάθηκε η εις βάρος του επιβληθείσα προσωρινή κράτηση με τους περιοριστικούς όρους α) της καταβολής εγγυοδοσίας ποσού δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών β) της εμφανίσεως του την 1η και την 15η κάθε μήνα στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου της κατοικίας του και γ)της απαγορεύσεως εξόδου αυτού από τη χώρα. Η προσφυγή αυτή έγινε δεκτή διότι το Συμβούλιο δέχθηκε ότι ο προσφεύγων Ζ1 μετά του εγκλεισμό του στις Φυλακές, προσπάθησε να μειώσει τις συνέπειες της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως, καταρτίζοντας και υπογράφοντας την 16-7-2001 με τους εγκαλούντες ιδιωτικά συμφωνητικά επίλυσης οικονομικών διαφορών και σωρευτικής αναδοχής χρέους με βάση τα οποία ανελάμβανε αυτός την υποχρέωση να εξοφλήσει εξ ολοκλήρου το σύνολο της οφειλής του με αποδοχή ισόποσων συναλλαγματικών, οι δε αντισυμβαλλόμενοι - εγκαλούντες ανελάμβαναν την υποχρέωση να δηλώσουν μετά την ικανοποίηση τους ότι δεν έχουν καμμία απαίτηση εναντίον του και ότι οι οφειλές οφείλονται σε παρεξήγηση και κακή εκτίμηση των πραγματικών και οικονομικών δεδομένων. Την υπεράσπιση του Ζ1 είχαν αναλάβει κατ' αρχήν ο δικηγόρος Καβάλας Δ2 και ο δικηγόρος Ψ1. Ο τελευταίος (Ψ1) ως υπερασπιστής του Ζ1 κατά το μήνα Ιούνιο 2001 χειρίστηκε δύο υποθέσεις του τελευταίου την μία στον Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημ/κών Θεσσαλονίκης και την άλλη στην Ανακρίτρια του Στ' Τμήματος Θεσσαλονίκης. Με την ιδιότητα του αυτή, ο Ψ1 επιμελήθηκε και συνέταξε το από 28-6-2001 απολογητικό υπόμνημα του Ζ1 ως και τις υπ' αριθμ. 60/25-6-2001 και 62/3-7-2001 προσφυγές του κατά ενταλμάτων προσωρινής του κρατήσεως, δεδομένου ότι ήδη είχε εκδοθεί και άλλο ένταλμα προσωρινής του κρατήσεως (το υπ' αριθμ. 26/28-6-2001) από την Στ' Ανακρίτρια Θεσσαλονίκης. Ο Ζ1 ζήτησε από τον Ψ1 να διαπραγματευθεί συμβιβασμό με πιστωτές του. Ο Ψ1 για να επιτύχει τούτο ζήτησε από τον εντολέα του οικονομικά στοιχεία που εκείνος όμως δεν του έδωσε. Στις 9 Ιουλίου 2001 όταν ο Ζ1 αρνήθηκε οριστικά την χορήγηση των παραπάνω στοιχείων του, έπαυσε συναινετικά η πληρεξουσιότητα του Ψ1 και η δυνατότητα αυτού εκπροσωπήσεως του εντολέα του. Αμέσως, στις 9 Ιουλίου 2001, ο Ψ1 τηλεφώνησε σε συναδέλφους του δικηγόρους που εκπροσωπούσαν τους πολιτικώς ενάγοντες στις δίκες κατά Ζ1 δηλώνοντας σ' αυτούς ότι παύει να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος του τελευταίου. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Ψ1 με τον συνάδελφο του Δ2 στις 9-7-2001, πληροφορείται απ' αυτόν ότι συνήγορος υπερασπίσεως του Ζ1 θα ανελάμβανε ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Χ1. Στις 10-7-2001 επικοινωνεί ο Ψ1 με τον κατηγορούμενο τηλεφωνικά και ο τελευταίος τον διαβεβαιώνει ότι έγγραφη εντολή που να διορίζει αυτόν ως συνήγορο υπεράσπισης του Ζ1 θα κατατεθεί άμεσα στις σχετικές δικογραφίες. Περί τα τέλη Ιουλίου 2001 τηλεφώνησαν στο Ψ1 από τη Γραμματεία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης προκειμένου, ως υπερασπιστής του Ζ1 να λάβει γνώση προτάσεως του Εισαγγελέως Πλημ/κών Θεσσαλονίκης που αφορούσε μία εκ των δύο υποθέσεων του Ζ1 και τότε αυτός αμέσως εδήλωσε στη Γραμματεία της ως άνω Εισαγγελίας ότι έχει παύσει η πληρεξουσιότητα του από 9-7-2001 και ότι δεν έχει καμμία δυνατότητα να λάβει γνώση της Εισαγγελικής προτάσεως. Έτσι, από 9-7-2001 παύει η πληρεξουσιότητα που είχε χορηγηθεί στον Ψ1 να εκπροσωπεί και να υπερασπίζεται τον Ζ1 . Μόνος υπερασπιστής του τελευταίου κατόπιν εντολής αυτού δυνάμενος να τον εκπροσωπεί ενώπιον των Δικαστηρίων ορίζεται έκτοτε (από 9-7-2001) ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Χ1, ο οποίος αποδέχεται την εντολή άμεσα επίσης στις 9-7-2001. Στις 12 Ιουλίου 2001 ο κατηγορούμενος επικοινωνεί τηλεφωνικώς με τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εγκαλούντων - πιστωτών του Ζ1 , Δ3 και του δηλώνει ότι εκπροσωπεί πλέον τον Ζ1 και του προτείνει να υπογράψουν οι εντολείς του συμφωνητικά συμβιβασμού με τον Ζ1 ρυθμίσεως του χρέους του τελευταίου με δόσεις. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος πριν αναλάβει την υπεράσπιση του Ζ1 εκπροσωπούσε ομάδα εγκαλούντων - πιστωτών αυτού στην υπόθεση που εκκρεμούσε εις βάρος του Ζ1 ενώπιον της Ανακρίτριας του ΣΤ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και είχε επιτύχει με την ιδιότητα αυτή συμβιβασμό των πιστωτών του στην υπόθεση αυτή. Στις 16 Ιουλίου 2001, κατά τις απογευματινές ώρες ο κατηγορούμενος επισκέπτεται το γραφείο του Δ3 με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζ1 ζητεί τον συμβιβασμό των εντολέων του με τον δικό του εντολέα και φέρει μαζί του έγγραφα σχέδια συμφωνητικών συμβιβασμού φέροντα μόνον την υπογραφή του Ζ1. Οι εντολείς του Δ3 αρνούνται τον συμβιβασμό και αρνούνται να υπογράψουν τα προτεινόμενα συμφωνητικά συμβιβασμού. Ο Δ3 κράτησε φωτοτυπίες των ως άνω συμφωνητικών και στις 17-7-2001 αποστέλλεται FAX από το γραφείο του προς το γραφείο του κατηγορουμένου στο οποίο αναφέρεται ότι οι εντολές του δεν συμφωνούν με τον προτεινόμενο συμβιβασμό και αρνούνται να υπογράψουν. Το γεγονός ότι η πληρεξουσιότητα του Ψ1 και η δυνατότητα αυτού εκπροσωπήσεως του Ζ1 έληξε στις 9-7-2001 και έκτοτε μόνος υπερασπιστής του τελευταίου δυνάμενος να εκπροσωπεί τούτον ως πληρεξούσιος δικηγόρος του έγινε ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Χ1 αποδεικνύεται ανενδοίαστα α) από τις εναργείς, σαφείς και λεπτομερείς καταθέσεις του μάρτυρος Ψ1 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου β) από τις σαφείς και λεπτομερείς καταθέσεις των μαρτύρων 1) δικηγόρου Καβάλας Δ2 ο οποίος ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατέθεσε ότι από 9-7-2001 και εντεύθεν τόσον αυτός όσον και ο Ψ1 έπαυσαν να είναι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Ζ1 και ότι στις 9-7-2001 του τηλεφώνησε ο Ζ1 και του είπε ότι δικηγόρος του θα είναι πλέον ο κατηγορούμενος, ενώπιον δε του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατέθεσε ότι εντός του χρονικού διαστήματος από 15 έως 20 Ιουλίου 2001 επισκέφθηκε τον Ζ1 στη Φυλακή όπου εκρατείτο, τον είδε να συνομιλεί με τον κατηγορούμενο τον οποίο του συνέστησε ως νέο πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο τελευταίος το αποδέχθηκε και δεν αντέλεξε 2) του δικηγόρου Θεσσαλονίκης..., πληρεξουσίου δικηγόρου αντιδίκων του Ζ1 ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ότι επικοινωνήσας και με τον Ψ1 και τον κατηγορούμενο πληροφορήθηκε στις 9-7-2001 ότι ο Ψ1 δεν ήταν πλέον συνήγορος του Ζ1 3) του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Δ4 ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι ήταν παρών στο γραφείο του Δ3 ως συνεργάτης τότε αυτού όταν στις 12 και 16 Ιουλίου 2001 επισκέφθηκε το γραφείο αυτό ο κατηγορούμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος Ζ1 και ότι το απόγευμα της 16ης Ιουλίου 2001 που επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος το γραφείο του Δ3 έφερε μαζί του έγγραφα συμφωνητικά τα οποία ο Δ3 επέδειξε στους εγκαλούντες αλλά αυτοί δεν συμφώνησαν και αρνήθηκαν να υπογράψουν. 4) της συνεργάτιδος του Δ3 , ..., ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η οποία κατέθεσε ότι στις 16-7-2001 μετέβη στο γραφείο του Δ3 ο κατηγορούμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ζ1 και 5) του Δικηγόρου Θεσσαλονίκης, μάρτυρος υπερασπίσεως Δ3 ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ότι ο κατηγορούμενος ήλθε στο γραφείο του στις 16-7-2001 ως συνήγορος του Ζ1 και του έφερε οκτώ (8) συμφωνητικά συμβιβασμού προκειμένου να τα υπογράφουν οι εντολείς του αντίδικοι του Ζ1 και ότι στις 17 Ιουλίου 2001 απεστάλη από το γραφείο του στο γραφείο του κατηγορουμένου το προαναφερόμενο FAX, γ) από το Βιβλίο επισκέψεων που τηρείται στη Δικαστική Φυλακή ....από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 9-7-2001 έως και 21-8-2001 επισκέφθηκε πολλές φορές τον εκεί κρατούμενο Ζ1 . Ειδικότερα, επισκέφθηκε τούτον στις 9.10, 11, 12 και 17 Ιουλίου 2001, δηλαδή σχεδόν σε καθημερινή βάση, συνέχισε δε να επισκέπτεται τούτον και στις 20, 26 και 27-7-2001 ως και στις 7 και 21-8-2001 (βλ. το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του Διευθυντή Δικαστικής Φυλακής ...), πράγμα που συνάδει με καθήκοντα υπερασπιστού και πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζ1. Αποδεικνύεται περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι μετά την άσκηση της υπ' αριθμ. 60/25-6-2001 προσφυγής του Ζ1 κατά του υπ' αριθμ. 20/2001 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Ανακριτή του Β' Τμήματος Πλημ/κών Θεσσαλονίκης και ενώ αυτή εκκρεμούσε ακόμη, κατατέθηκε στις 16-7-2001 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για λογαριασμό του Ζ1 υπόμνημα πέντε (5) σελίδων με τόπο και ημερομηνία σύνταξης "...3-7-2001" στο τέλος του οποίου κάτω από την ένδειξη "Ο ΠΡΟΣΦΕΥΓΩΝ - ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΣ" υφίσταται χειρόγραφη εγγραφή με τα στοιχεία: "Ψ1 Δικηγόρος AM ...Δ/νση ..." και υπογραφή. Η χειρόγραφη αυτή εγγραφή τέθηκε στο ως άνω υπόμνημα μετά από απάλειψη με λευκή επικαλλυπτική ουσία (bianco) άλλης γραφής η οποία με κατάλληλο φωτισμό διαβάζεται ως εξής "Δ1 - Δικηγόρος AM ... - ...". Στο υπόμνημα αυτό ήταν προσαρτημένα οκτώ (8) ιδιωτικά συμφωνητικά συμβιβασμού του Ζ1 με τους εγκαλούντες στην υπόθεση για την οποία είχε εκδοθεί το ως άνω ένταλμα προσωρινής κρατήσεως. Μνεία των προσαρτημένων στο εν λόγω υπόμνημα ιδιωτικών συμφωνητικών εγένετο και στο περιεχόμενο αυτού ως εξής: "Στις 10-7-2001 καταρτίσθηκαν μεταξύ εμού και των αντιδίκων ιδιωτικά συμφωνητικά συμβιβασμού προς διευθέτηση της διαφοράς μας με τη συμφωνία πως εγώ αναγνωρίζω και ομολογώ ως αληθή όσα διαλαμβάνονται στη μήνυση που κατέθεσαν εις βάρος μου οι αφ'ενός συμβαλλόμενοι, ανέλαβα δε να εξοφλήσω εξ ολοκλήρου το σύνολο της οφειλή μου με υπογραφή ισόποσων συναλλαγματικών όπως αυτό προκύπτει από το εν λόγω ιδιωτικά συμφωνητικά συμβιβασμού". Τον μήνα Αύγουστο 2001 τηλεφώνησαν από το γραφείο του Δ3 στο γραφείο του Ψ1 και τον πληροφόρησαν ότι σε ποινική υπόθεση που αφορούσε τον Ζ1 είχε κατατεθεί στις 16-7-2001 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ένα υπόμνημα για λογαριασμό του Ζ1 που έφερε στη θέση του υπογράφοντος Δικηγόρου χειρόγραφα τα προσωπικά στοιχεία αυτού (Ψ1) και υπογραφή και ότι μαζί με το υπόμνημα αυτό είχε κατατεθεί και μία σειρά ιδιωτικών συμφωνητικών συμβιβασμού του Ζ1 με τους πιστωτές του - εντολείς του Δ3 Ο Ψ1 αμέσως αρνείται ότι αυτός έχει προβεί σε τέτοιες ενέργειες και δηλώνει στον Δ3 ότι το υπόμνημα αυτό ούτε έχει συνταχθεί ούτε έχει υπογραφεί απ' αυτόν, ενώ δηλώνει και πλήρη άγνοια για τα συνημμένα στο υπόμνημα αυτό συμφωνητικά συμβιβασμού. Επίσης, ο Ψ1 αμέσως δηλώνει ότι κατά την κατάθεση του υπομνήματος στις 16-7-2001 την υπεράσπιση του Ζ1 χειριζόταν μόνον ο Δικηγόρος Χ1 (κατηγορούμενος) έχοντας αναλάβει τα καθήκοντα αυτά από 9-7-2001. Την 10-9-1001 ο Ψ1 υποβάλλει σχετική αναφορά στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δηλώνοντας ότι η σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση του παραπάνω υπομνήματος έγινε εν πλήρη αγνοία του και ότι την υπεράσπιση του Ζ1 χειριζόταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 9-7-2001 και εντεύθεν ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Χ1 Από τους πιστωτές του Ζ1 οι εκπροσωπούμενοι από το Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δ3 δηλαδή οι Π1 , Ψ3, Π2 και Ψ2, μόλις πληροφορήθηκαν τις διατάξεις του υπ' αριθμ. 1370/14-8-2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε λάβει υπόψη του τα ως άνω συμφωνητικά συμβιβασμού και με βάση αυτά είχε κάνει δεκτή την προσφυγή του Ζ1 κατά του εντάλματος προσωρινής του κράτησης διατάσσοντας την αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους κατέθεσαν την κρινόμενη έγκληση, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε υπέγραψαν ή έδωσαν τη συναίνεση τους για την υπογραφή τέτοιων συμφωνητικών. Από την συνεκτίμηση όλων των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι οι φερόμενες ως υπογραφές των ως άνω εγκαλούντων στα επίδικα συμφωνητικά δεν είχαν τεθεί απ' αυτούς αλλά είναι πλαστές. Η διορισθείσα από τον Πταισματοδίκη του Γ' Τμήματος Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης δικαστική γραφολόγος ... στην από .... έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της καταλήγει ανενδοίαστα στο συμπέρασμα ότι οι φερόμενες ως υπογραφές των εγκαλούντων στα επίδικα συμφωνητικά συμβιβασμού δεν έχουν τεθεί απ' αυτούς και είναι πλαστές. Άλλωστε είναι εμφανές ότι στα συμφωνητικά αυτά εμφανίζονται ελλιπή τα ατομικά προσδιοριστικά στοιχεία του καθενός από τους εγκαλούντες αφού δεν αναφέρονται ούτε τα ονόματα, ούτε τα πατρώνυμα τους εκτός από το συμφωνητικό που αφορά στον Ψ3 στο οποίο αυτός αναφέρεται λανθασμένα ως .... τόσο στην πρώτη σελίδα όσον και δίπλα στην υποτιθέμενη υπογραφή του. Αντίστοιχα η Ψ2 στο σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρεται να αφορά σ' αυτήν αναφέρεται ως... και φέρεται να υπογράφει με αυτό το επίθετο. Ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Θεσσαλονίκης είναι αυτός που συνέταξε το παραπάνω από 13-7-2001 υπόμνημα ως ο μόνος νομικός παραστάτης και υπερασπιστής του Ζ1 κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 9-7-2001 και εντεύθεν και προσεκόμισε τούτο με τα προσαρτημένα σ' αυτό πλαστά συμφωνητικά συμβιβασμού στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης στις 16-7-2001 προκειμένου τα συνημμένα στο υπόμνημα και σ' αυτό μνημονευόμενα συμφωνητικά να ληφθούν υπόψη από το Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης το οποίο θα αποφαινόταν τόσον επί της ουσίας της ποινικής δίωξης που είχε ασκηθεί εναντίον του Ζ1 για υπεξαίρεση σε κακουργηματικό βαθμό όπως προαναφέρθηκε όσον και επί της προσφυγής του κατά του υπ' αριθμ. 20/19-6-2001 εντάλματος προσωρινής κρατήσεως του Ανακριτού του Β' Τμήματος Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης γνωρίζοντας την πλαστότητα των συμφωνητικών αυτών ώστε να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης ο Ζ1 γίνει δεκτή η προσφυγή του και αντικατασταθεί με περιοριστικούς όρους η προσωρινή του κράτηση. Έτσι ο κατηγορούμενος στις 16-7-2001 εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, επισυνάπτοντας αυτά γνωρίζοντας την πλαστότητα τους στο από 13-7-2001 υπόμνημα του Ζ1 που απευθυνόταν στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης και το οποίο ενεχείρισε στις 16-7-2001 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα στη δικαστική γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... η οποία, συνέταξε επί του εγγράφου αυτού έκθεση εγχειρίσεως με ημερομηνία 16-7-2001 χωρίς αναφορά στο ονοματεπώνυμο του καταθέσαντος τούτο. Στην κρίση του αυτή άγεται το Δικαστήριο μετά από συνεκτίμηση των εξής στοιχείων α) την 2-8-2001 για την ίδια υπόθεση που έχει κατατεθεί το επίδικο υπόμνημα κατατέθηκε για λογαριασμό του Ζ1 και νέο υπόμνημα που στην πρώτη σελίδα του φέρει την ημερομηνία 13-7-2001. Το υπόμνημα αυτό όπως δεν αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο, συνετάγη και υπεγράφη από τον ίδιο (κατηγορούμενο). Αντιπαραβάλλοντας το υπόμνημα αυτό με το επίδικο υπόμνημα προκύπτει ότι και τα δύο έγγραφα συντάχθηκαν από το ίδιο πρόσωπο με τη μέθοδο "ηλεκτρονικής γραφής και επικόλλησης" (η πρώτη τους σελίδα είναι πανομοιότυπη, τα σφάλματα στα σημεία στίξης ή τα εσφαλμένα κενά μεταξύ γραμμάτων ή λέξεων ταυτίζονται) β) Την 13-7-2001 σε συγγενή υπόθεση με αυτήν για την οποία κατατέθηκε το επίδικο υπόμνημα με τα προσαρτημένα πλαστά συμφωνητικά συμβιβασμό, κατατέθηκε για λογαριασμό του Ζ1 υπόμνημα που στην πρώτη σελίδα του φέρει την ημερομηνία 12-7-2001. Η υπόθεση αυτή είναι εκείνη που εκκρεμούσε στην Ανακρίτρια του ΣΤ' Τμήματος Πλημ/κών Θεσσαλονίκης. Το υπόμνημα αυτό συγκρινόμενο με το επίδικο υπόμνημα έχει ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο και ακριβώς την ίδια μορφολογική εμφάνιση με εκείνο με συνέπεια να κρίνεται ότι προέρχονται από το ίδιο ηλεκτρονικό αρχείο. Καταθέτρια του εν λόγω από 12-7-2001 υπομνήματος με την ιδιότητα της πληρεξουσίου Δικηγόρου του Ζ1 εμφανίζεται στο έγγραφο αυτό η Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ... η οποία συνεργαζόταν και συστεγαζόταν με τον κατηγορούμενο στο ίδιο γραφείο στη Θεσσαλονίκη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του Ιουλίου 2001 γ) ο κατηγορούμενος ήταν στις 16-7-2001 ο μόνος νομικός παραστάτης, πληρεξούσιος Δικηγόρος και υπερασπιστής του Ζ1 και ο μόνος ο οποίος ως εκ τούτου είχε τη δυνατότητα να εμφανισθεί στον αρμόδιο Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και να καταθέσει για λογαριασμό του εντολέα του το ένδικο υπόμνημα δ) κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 9-7-2001 έως 16-7-2001 ο κατηγορούμενος επισκεπτόταν σχεδόν επί καθημερινής βάσεως τον Ζ1 στη Δικαστική Φυλακή .... όπως προαναφέρθηκε πράγμα που συνάδει με συζητήσεις και σχεδίαση του ενδίκου υπομνήματος ε)γνώση της σχετικής Εισαγγελικής προτάσεως έλαβε τελικά ο κατηγορούμενος όπως προκύπτει από την σημείωση αρμόδιας Γραμματέως επί του υπομνήματος αυτού στ)ο μάρτυρας Δικηγόρος Θεσσαλονίκης Δ4 συνεργάτης του Δ3 και παρών στο γραφείο αυτού όταν στις 16-7-2001 προσήλθε εκεί ο κατηγορούμενος με τα προαναφερόμενα συμφωνητικά συμβιβασμού που αρνήθηκαν να υπογράψουν οι εντολείς του Δ3 κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι "αυτά τα ίδια συμφωνητικά που επιδείχθηκαν στους πελάτες του Δ3 αυτά τα ίδια κατατέθηκαν και στο Συμβούλιο με πλαστές υπογραφές". Περαιτέρω, από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος είναι εκείνος ο οποίος στις 16-7-2001 στη ... ενόθευσε έγγραφο (το ως άνω ένδικο υπόμνημα) με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα: κατά τον τρόπο που αναφέρεται αμέσως παρακάτω. Ο κατηγορούμενος στη ... στις 16-7-2001 επενέβη στο από 13-7-2001 υπόμνημα του Ζ1 το οποίο έφερε στο τέλος του κειμένου και κάτω από την ένδειξη "Ο προσφεύγων - απολογούμενος" τα στοιχεία: "Δ1 Δικηγόρος AM ... - ..." δηλαδή τα στοιχεία της συνεργάτιδος του Δ1 και απάλειψε αυτά με λευκή επικαλυπτική ταινία (bianco) αφήνοντας μόνον την υπογραφή της και θέτοντας χειρόγραφα τα στοιχεία "Ψ1 Δικηγόρος AM ... - Δ/νση ..." δηλαδή τα στοιχεία του Δικηγόρου Ψ1 στην ενέργεια του δε αυτή προέβη με σκοπό να εμφανίσει τον τελευταίο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζ1 και ως εκείνον που συνέταξε και προσεκόμισε το προαναφερόμενο υπόμνημα με τα επισυναπτόμενα σ' αυτό οκτώ (8) έγγραφα συμφωνητικά συμβιβασμού στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και ως εκ τούτου να παραπλανήσει με τη χρήση του τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ότι συντάκτης και καταθέτης του υπομνήματος με τα συνημμένα συμφωνητικά ήταν ο Ψ1 γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες δεδομένου ότι η κατάθεση πλαστών συμφωνητικών συνιστά ποινικά αξιόλογη πράξη από τις συνέπειες της οποίας ήθελε να προφυλαχθεί ο κατηγορούμενος με την μη αναφορά των ατομικών στοιχείων της συνεργάτιδας του τότε Δικηγόρου Δ1, γεγονός που παρέπεμπε απευθείας σ' αυτόν, ως μόνο υπερασπιστή και πληρεξούσιο Δικηγόρο του Ζ1 αλλά και με τη σαφή παράθεση των ατομικών στοιχείων του προγενεστέρου πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζ1, Ψ1 ώστε να εμπλακεί ο τελευταίος (Ψ1) σε τυχόν μεταγενέστερες ποινικές διαδικασίες και όχι αυτός που ήταν πραγματικά ο μόνος υπερασπιστής του κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο στην κρίση του περί του ότι η νόθευση του παραπάνω εγγράφου του από 13-7-2001 υπομνήματος του Ζ1 εγένετο από τον κατηγορούμενο άγεται από την συνεκτίμηση κυρίως των εξής αποδεικτικών στοιχείων α) Από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Δικαστικής Γραφολόγου Φ1 που διορίστηκε δυνάμει της υπ'αριθμ. 233/2002 πράξεως του Πταισματοδίκη ΙΔ' Τμήματος Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης για να γνωμοδοτήσει εάν η υπογραφή και τα χειρόγραφα στοιχεία που βρίσκονται κάτω από την ένδειξη "Ο προσφεύγων - Απολογούμενος" στο από 13-7-2001 απολογητικό υπόμνημα του Ζ1 τέθηκαν από τον Χ1 ή από τον Ψ1 ή από άλλο άτομο, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "τα χειρόγραφα στοιχεία που βρίσκονται κάτω από την ένδειξη "Ο προσφεύγων - απολογούμενος" στο από 13-7-2001 απολογητικό Υπόμνημα του Ζ1 τέθηκαν από τον Χ1. Η υπό κρίση υπογραφή που συνοδεύει τα χειρόγραφα στοιχεία δεν προέρχεται ούτε από το χέρι του Χ1 ούτε από τον Ψ1 αλλά από άλλο άτομο, προφανώς αυτό που είχε γράψει την αρχική εγγραφή στο ίδιο τμήμα του εγγράφου, η οποία στη συνέχει σβήστηκε με λευκό υγρό (bianco). Οι τρεις ιδιωτικές γραφολογικές γνωματεύσεις που διενεργήθηκαν κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου Χ1 η μία από τον Ειδικό Δικαστικό Γραφολόγο ...από Σεπτέμβριο 2005 με θέμα "Εξέταση προέλευσης 5 αμφισβητουμένων υπογραφών σε 4 από 13-7-2001 ιδιωτικά συμφωνητικά και στο από 13-7-2001 υπόμνημα και χειρογράφων σημειώσεων επί του ως άνω υπομνήματος από τον Χ1" η άλλη από Φεβρουάριο 2002 με θέμα "Διερεύνηση της προέλευσης των υπογραφών σε τέσσερα ιδιωτικά συμφωνητικά επίλυσης οικονομικών διαφορών, καθώς και της υπογραφής και μιας εγγραφής στο από 13-7-2001 υπόμνημα του Ζ1" και η τρίτη από 1-8-2002 από την Ειδική Δικαστική Γραφολόγο ... με θέμα να εξετάσει γραφολογικά τα εξής έγγραφα: α) τέσσερα ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνία 13-7-2001 επίλυσης οικονομικών διαφορών και σωρευτικής αναδοχής χρέους τα οποία φαίνεται ότι υπογράφηκαν αφ' ενός μεταξύ Ζ1 και του Ζ2 και αφετέρου μεταξύ του Π1 της Ψ2 του Ψ3 και του Π2 και β) τις χειρόγραφες συμπληρώσεις στο από 13-7-2001 Υπόμνημα (τελευταία σελίδα) του Ζ1 ενώπιον της Εισαγγελίας Πλη/κών Θεσσαλονίκης για να αποφανθεί αν οι υπάρχουσες υπογραφές σ' αυτά και οι χειρόγραφες συμπληρώσεις, ή κάποια απ' αυτές μπορούν να αποδοθούν σ' αυτόν (στον Χ1) ή ανήκουν σε κάποιον άλλον ή κάποια άλλα πρόσωπα που καταλήγουν σε διαφορετικό συμπέρασμα, κρίνονται επισφαλείς ως προς τα συμπεράσματα τους αφού αποφαίνονται με πιθανολόγηση και όχι με βεβαιότητα καθόσον τα υπό κρίση έγγραφα δεν ήσαν τα πρωτότυπα αλλά φωτοτυπικά αντίγραφα και το συγκριτικό υλικό ιδιαίτερα περιορισμένο και μονομερές. Πρέπει εδώ να επισημανθεί ως προς τις τρεις γραφολογικές γνωματεύσεις ότι δεν έγινε γραφολογική ανάλυση και αντιπαραβολή της κρινόμενης εγγραφής σε σχέση με την γραφή και υπογραφή του Ψ1 Εξάλλου και οι τρεις αυτές γραφολογικές γνωματεύσεις αποφεύγουν να εξετάσουν και να συγκρίνουν μεταξύ τους τις υπογραφές που υπάρχουν στο τέλος του κειμένου και τις χειρόγραφες εγγραφές του κειμένου με τη γραφική συνήθεια του κατηγορουμένου Χ1 β) Μόνος υπερασπιστής του Ζ1 κατά τον κρίσιμο χρόνο (16-7-2001) ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος και συνέταξε ο ίδιος το εν λόγω υπόμνημα και προσεκόμισε τούτο στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης προσαρτώντας σ' αυτό τα πλαστά συμφωνητικά συμβιβασμού γνωρίζοντας την πλαστότητά τους και επομένως ο μόνος που είχε τη δυνατότητα επεμβάσεως στα επ' αυτού βεβαιούμενα περιστατικά και ο μόνος που είχε συμφέρον να προφυλαχθεί από τις έννομες συνέπειες μιας ποινικά κολάσιμης πράξεως (της χρήσεως πλαστών εγγράφων). Ο κατηγορούμενος αρνείται οποιαδήποτε σχέση του με τη διαπραγμάτευση των συγκεκριμένων ιδιωτικών συμφωνητικών όπως και με την σύνταξη και κατάθεση του κρισίμου υπομνήματος ισχυριζόμενος ότι τότε (16-7-2001) δεν είχε καν την εντολή εκπροσωπήσεως του Ζ1 ως πληρεξούσιος δικηγόρος του και ως εκ τούτου δεν είχε πρόσβαση στη σχετική δικογραφία ούτε συμμετείχε στις συζητήσεις περί συμβιβασμού των δύο πλευρών. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι ανέλαβε την υπεράσπιση του Ζ1 στις 20 Ιουλίου 2001 όταν ο τελευταίος απάλλαξε τον Ψ1 από τα καθήκοντα του πληρεξουσίου Δικηγόρου του και διόρισε αυτόν ως πληρεξούσιο Δικηγόρο του. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν είναι αληθής εφόσον όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω ο Ψ1 έπαυσε να είναι πληρεξούσιος δικηγόρος του Ζ1 στις 9-7-2001 και έκτοτε (από 9-7-2001) και εντεύθεν ανέλαβε καθήκοντα υπερασπιστού και πληρεξουσίου του Δικηγόρου ο κατηγορούμενος Δικηγόρος Χ1 . Το γεγονός ότι ο τυπικός διορισμός του κατηγορουμένου ως πληρεξουσίου Δικηγόρου του Ζ1 με έγγραφη δήλωση που κατατέθηκε στη σχετική δικογραφία έγινε μεταγενέστερα στις 27-7-2001, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο πραγματικός διορισμός του κατηγορουμένου ως πληρεξουσίου Δικηγόρου του Ζ1 και ανάληψη των σχετικών καθηκόντων του εγένετο προγενέστερα στις 9-7-2001. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ο Ψ1 ήταν ο υπερασπιστής του Ζ1 στις 16-7-2001 διότι είναι εκείνος ο οποίος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για να λάβει γνώση της σχετικής Εισαγγελικής προτάσεως. Πράγματι, όπως προκύπτει από την από 20-7-2001 βεβαίωση της Γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... ο Ψ1 είναι εκείνος ο οποίος κατ'αρχήν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση της κρίσιμης Εισαγγελικής προτάσεως για τους Ζ1 και Ζ2. Τούτο όμως συνέβη λόγω του ότι η ως άνω Εισαγγελία αγνοούσε την παύση της πληρεξουσιότητας του Ψ1 από 9-7-2001 διότι στην δικογραφία δεν υπήρχε μέχρι τότε επίσημη δήλωση διορισμού του κατηγορουμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζ1. Άλλωστε κάτω από τη βεβαίωση ειδοποιήσεως του Ψ1 υπάρχει σημείωση από την αρμόδια Γραμματέα ότι τελικώς γνώση της επίμαχης Εισαγγελικής προτάσεως έλαβε ο κατηγορούμενος στις 30-7-2001. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τα ένσημα που είναι επικολλημένα στο επίμαχο υπόμνημα αφορούν δικηγόρο "παρά πρωτοδίκαις" και όχι δικηγόρο "παρ' εφέταις" όπως είναι αυτός και ως εκ τούτου τα εν λόγω ένσημα δεν είναι δυνατόν να έχουν επικολληθεί υπ' αυτού. Προσκομίζει δε προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού 10 φωτοτυπημένες σελίδες με στήλες επικόλλησης αποκομμάτων ενσήμων από τις οποίες προκύπτει ότι τα αποκόμματα αυτά δεν προέρχονται από τα επικολλημένα στο εν λόγω υπόμνημα ένσημα. Όμως τούτο το ότι δηλαδή δεν συμπίπτουν τα προσκομιζόμενα αποκόμματα με τα ένσημα που έχουν επικολληθεί στο επίμαχο υπόμνημα ως και το ότι τα ένσημα αυτά αφορούν σε δικηγόρο παρά πρωτοδίκαις ενώ αυτός είναι Δικηγόρος παρ' εφέταις, δεν σημαίνει ότι τα ένσημα αυτά δεν έχουν επικολληθεί από τον κατηγορούμενο δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει ταυτοποίηση του προσώπου που αγοράζει τα εν λόγω ένσημα ούτε γίνεται σχετική καταγραφή εφόσον η πώληση των ενσήμων αυτών γίνεται ακόμη και από λιανοπωλητές των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων σε όποιον ενδιαφερόμενο ζητήσει αυτά, με συνέπεια όλοι οι Δικηγόροι να δύνανται να προμηθευθούν όποια ένσημα επιθυμούν. Επίσης και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το επίμαχο υπόμνημα κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης από τον πατέρα του Ζ1 , Ζ2 ο οποίος είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι δεν ευρίσκει έρεισμα σε κάποιο αποδεικτικό μέσο ούτε επιβεβαιώνεται τέτοιο περιστατικό από τους εξετασθέντες μάρτυρες και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί λογικά και αξιόπιστα ότι ένας μη νομικός όπως ο Ζ2 εμφανίστηκε στην αρμόδια Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και κατέθεσε υπόμνημα σε δικογραφία για λογαριασμό κατηγορουμένου, ενέργεια που επιτρέπεται και συνάδει μόνον σε νομικό παραστάτη κατηγορουμένου και ότι αντιστοίχως η ως άνω Γραμματεύς δέχθηκε να κατατεθεί κατά τέτοιο τρόπο υπόμνημα σε ποινική δικογραφία. Τέλος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η κατάθεση στις 16-7-2001 του νοθευμένου υπομνήματος του Ζ1 με ημεροχρονολογία 13-7-2001 μαζί με τα προσαρτημένα σ' αυτά πλαστά ιδιωτικά συμφωνητικά στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης δεν έχει έννομες συνέπειες διότι το κατατεθέν αυτό υπόμνημα δεν έχει αποδεικτική δύναμη διότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 309 παρ. 2 εδ' τελευταίο ΚΠΔ που προστέθηκε σ'αυτό με το άρθρο 19 ν. δ/τος 4090/1960 και που ορίζει ότι "αν μετά το πέρας της ανακρίσεως και την υποβολή των εγγράφων στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα, ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους ή τους αντικλήτους αυτών για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία, που την καθορίζει το ίδιο". Έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι τα υπομνήματα τα οποία υποβάλλουν οι διάδικοι στο συμβούλιο διότι δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική δύναμη. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. λαμβάνεται υπόψη το έγγραφο με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 13 στοιχ. γ' Π.Κ. και όχι με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 309 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠΔ που αφορά σε έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου, όπως αναλύθηκε στη νομική σκέψη της παρούσης αποφάσεως, ανεξαρτήτως δηλαδή αν το έγγραφο αυτό έχει ή όχι αποδεικτική δύναμη (βλ. ΑΠ 1126/1994 Ποιν. Χρ. 1994.847 που αφορά σε πλαστογραφία υπογραφών Ελλήνων Μουσουλμάνων σε έγγραφο υπόμνημα χωρίς τη συναίνεση του). Πρέπει λοιπόν κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω να κηρυχθεί ο εκκαλών κατηγορούμενος ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της χρήσεως πλαστών εγγράφων και της νοθεύσεως εγγράφου. Στον κατηγορούμενο όμως ο οποίος έζησε ως το χρόνο τελέσεως των ως άνω εγκλημάτων έντιμο ατομικό οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο, έχων λευκό ποινικό μητρώο, πρέπει να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ.". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση και της νόθευσης εγγράφου και τον καταδίκασε με την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ., συνολικά σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη, ως και σε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του, εκ δέκα (10) ευρώ για καθένα των πολιτικώς εναγόντων.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2α, 94, 98 και 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα ως προς την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δημιουργείται αντίφαση στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και ασάφεια ως προς τον αριθμό των υπό χρονολογία 13-7-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού που επισυνάφθηκαν στο απολογητικό υπόμνημα του Ζ1 με την αναφορά στο αιτιολογικό ότι αυτά ήταν οκτώ (8) (υπ' αρ. 10 και 19 έγγραφα ενώ πραγματικά ήταν τέσσερα (4), αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού στο διατακτικό σαφώς αναφέρεται ότι αυτός έκανε χρήση μόνο τεσσάρων (4) πλαστών ιδιωτικών συμφωνητικών (για τα οποία και μόνο καταδικάσθηκε - βλ. 34η σελίδα προσβαλλόμενης απόφασης) και συνεπώς χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλει την από παραδρομή αναφορά του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης μεγαλύτερου αριθμού ιδιωτικών συμφωνητικών συμβιβασμού από εκείνα για τα οποία καταδικάσθηκε (άρθρο 463 εδ. Β ΚΠΔ). Ακόμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος το ότι δεν συναξιολόγησε τις λοιπές τέσσερις εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης - γνωμοδοτήσεως και αρκέσθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση γι'αυτόν για το έγκλημα της νόθευσης εγγράφου στην από 29-11-2002 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διενέργησε, μετά νόμιμο διορισμό της, η δικαστική γραφολόγος Φ1, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από το ίδιο το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Βλ. σελ. 30-31 αυτής) γίνεται αξιολόγηση αυτών και επισημαίνεται το επισφαλές των συμπερασμάτων τους. Η ιδιαίτερη μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Φ1 όπως είχε υποχρέωση να κάνει το Δικαστήριο (άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠΔ) και η ξεχωριστή επισήμανση του αποτελέσματός της είναι επιτρεπτή, έγινε δε σε συνδυασμό όμως και με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των προσθέτων επί της κρινόμενης αιτήσεως λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμελείς της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω πρόσθετους λόγους αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός κύριος ή πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους η κρινόμενη αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.4.2009 αίτηση και τους από 15.6.2009 επ' αυτής πρόσθετους λόγους του Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41-42/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή