Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1406 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Αποδοχή εικονικών τιμολογίων. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία εκ πλαγίου παράβαση και απόλυτη ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως, αφού ο ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, γιατί αναφέρεται στην έλλειψη γνώσεως για την εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων. Απορρίπτει.




Αριθμός 1.406/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεροντίδη, για αναίρεση της με αριθμό 724/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.834/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Κατά την ίδια διάταξη αδίκημα φοροδιαφυγής διέπραττε και ο αποδέκτης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αντίθετα κατά το άρθρο 19 του ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων δεν αποτελεί πλέον τέτοιο αδίκημα και τούτο γιατί κρίθηκε από το νομοθέτη, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ως μη απαραίτητο, "καθόσον είναι δυνατόν λήπτες πλαστών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων, να αγνοούν την πλαστότητα ή τη νοθεία των στοιχείων". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη με αριθμό 724/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών. Προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "Ο κατηγορούμενος στη ..., στις 14 Νοεμβρίου 2001 και 5 Σεπτεμβρίου 2002, με πρόθεση αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διέφυγε ή μη την πληρωμή φόρου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την με αριθμ. πρωτ. 1727/20-2-2007 ανακοίνωση αξιόποινης πράξης και της από 9 Μαϊου 2006 έκθεσης ελέγχου της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων(ΥΠ.Ε.Ε) της Περιφερειακής Δ/νσης Πελοποννήσου, ως Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας "ΑΦΟΙ ΚΑΤΣΙΧΤΗ Α.Ε", που εδρεύει στον ... του Δήμου ..., αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, ήτοι έλαβε δύο (2) τιμολόγια-Δελτία Αποστολής(για την πώληση αγαθών) με φερόμενο εκδότη τον "..." και συγκεκριμένα α) το υπ' αριθμ. 135/14-11-2001 Τιμολόγιο-Δελτίο αποστολής καθαρής αξίας 3.170.000 δραχμών, πλέον Φ.Π.Α 570.000 δραχμών και συνολικής αξίας 3.740.000 δραχμών και β) το υπ' αριθμ. 248/5-9-2002 Τιμολόγιο-Δελτίο αποστολής καθαρής αξίας 11.000,00 ΕΥΡΩ, πλέον Φ.Π.Α 1980, 00 ΕΥΡΩ και συνολικής αξίας 12.980,00 ΕΥΡΩ, στα οποία αναγράφονται ως αγορασθέντα εμπορεύματα διάφορα ανταλλακτικά και ελαστικά φορτηγών αυτοκινήτων, τα οποία καταχώρησε στα τηρούμενα βιβλία της παραπάνω επιχείρησης ως έξοδα και είχαν συμπεριληφθεί στις υποβληθείσες δηλώσεις Φ.Π.Α καθώς και στις συγκεντρωτικές καταστάσεις προμηθευτών των ετών 2001 και 2002 και στις αντίστοιχες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, αν και γνώριζε ότι αυτά τυγχάνουν εικονικά ως προς την έκδοση τους, δεδομένου ότι αυτά ουδέποτε εξεδόθησαν από τον "..." με συνέπεια να μη αποδοθούν στο Δημόσιο οι αναλογούντες φόροι, ήτοι ο Φ.Π.Α και ο φόρος εισοδήματος.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη του αυτή αναγνωριζομένης σε αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ." Με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, για την πράξη της αποδοχής εικονικών τιμολογίων. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27, 98 ΠΚ και 19 πα. 1, 3, 4, 21 παρ.2 του ν.2523/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκθέτει και με βάση τα οποία οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, που θεμελιώνει την αξιόποινη πράξη της αποδοχής των άνω εικονικών τιμολογίων και η γνώση του για το ανύπαρκτο των συγκεκριμένων συναλλαγών. Ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης διότι 1) καταδικάσθηκε για αποδοχή εικονικών τιμολογίων ενώ στην απόφαση υπάρχει η παραδοχή ότι οι συναλλαγές είναι πραγματικές και 2) στο σκεπτικό της υπάρχουν οι αντιφατικές παραδοχές ότι ο αναιρεσείων α)"αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, ήτοι έλαβε δύο (2) τιμολόγια-Δελτία Αποστολής(για την πώληση αγαθών) με φερόμενο εκδότη τον "..." και β) "αν και γνώριζε ότι αυτά τυγχάνουν εικονικά ως προς την έκδοση τους, δεδομένου ότι αυτά ουδέποτε εξεδόθησαν από τον "...". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο δέχεται ότι οι συναλλαγές που αναφέρονται στα παραπάνω τιμολόγια-δελτία αποστολής, αφορούν δε την πώληση ανταλλακτικών και ελαστικών φορτηγών αυτοκινήτων, είναι εικονικές ως προς το πρόσωπο του εκδότη, δεδομένου ότι αυτά ουδέποτε εκδόθηκαν από τον φερόμενο ως εκδότη ... και συνεπώς, κατά τρόπο σαφή, δέχεται ότι οι συγκεκριμένες συναλλαγές δεν καταρτίστηκαν με αυτόν. Αβάσιμη όμως είναι και η αιτίαση, ότι δεν εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση του για την εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων, για την αποδοχή των οποίων καταδικάσθηκε, διότι, αφού το Δικαστήριο δέχεται ότι οι σχετικές συναλλαγές δεν καταρτίστηκαν με τον φερόμενο ως εκδότη αυτών, η παραπάνω γνώση ενυπάρχει στο πρόσωπο του, δεν ήταν δε υποχρεωμένο το Δικαστήριο να διαλάβει στην απόφαση του ειδικότερη αιτιολογία, εκθέτοντας και άλλα πραγματικά περιστατικά.
Συνεπώς οι παραπάνω λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, ενώ ο δεύτερος, κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται, με την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι αρνητικοί της κατηγορίας. Πρέπει όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός να είναι και ορισμένος, δηλαδή κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολόγησης και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των αορίστων αυτών ισχυρισμών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά ούτε και επί των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών, που στερούνται αυτοτέλειας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, υπέβαλε, εγγράφως, στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια ανέπτυξε τον παρακάτω ισχυρισμό: "Τα συγκεκριμένα τιμολόγια -δελτία αποστολής αποτελούν αποδεικτικά πραγματικής προμήθειας ανταλλακτικών, όπως άλλωστε δέχεται και ο έλεγχος. Οι νόμοι της χώρας αλλά και οι κοινοτικοί κανονισμοί και οδηγίες, επιτρέπουν και ρυθμίζουν τις λεγόμενες αγορές από απόσταση ή πωλήσεις εκτός καταστήματος, δηλαδή με τη μορφή παραγγελίας αγοράς μέσω διαδικτύου, τηλεφώνου ή άλλου σύγχρονου μέσου επικοινωνίας.
Συνεπώς, δεν υποχρεούμαι να γνωρίζω εάν ο προμηθευτής μου από τον οποίο απαίτησα και έλαβα το κατά νόμο παραστατικό της συναλλαγής έχει μικρό η μεγάλο κατάστημα ή είναι ή δεν είναι συνεπής στις φορολογικές του υποχρεώσεις. Το έργο αυτό ανήκει ως άσκηση διοικητικής εξουσίας στις Δ.Ο.Υ και όχι στους πολίτες. Η υποχρέωση αναγραφής του μεταφορικού μέσου στο δελτίο αποστολής αφορά τον εκδότη και όχι τον παραλήπτη. Σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση αυτή επιβλήθηκε με το ν. 2992/2002 άρθρο 16 παρ.4 και ισχύει από 22.3.2002 δηλαδή δεν καλύπτει την πρώτη παράδοση που έγινε το έτος 2001, ενώ για το έτος 2002 η υποχρέωση αυτή, που σε κάθε περίπτωση αφορά τον εκδότη του δελτίου αποστολής, δεν είχε γίνει γνωστή", στη συνέχεια δε ζήτησε την απαλλαγή του κατηγορουμένου. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, αφού αναφερόταν στην έλλειψη του στοιχείου της γνώσης του αναιρεσείοντος, ως προς την εικονικότητα των φορολογικών στοιχείων και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία. Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την έλλειψη ακροάσεως, πρώτος λόγος της αναιρέσεως. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρ.583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 724/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ